My Twentieth Century

Σκηνοθεσία : Ίλντικο Ενιέντι

Με τους : Ντορότα Σέγκντα, Όλεγκ Γιανκόφσκι

Διάρκεια : 102’ (Ουγγαρία, 1989)

Αν έχεις δει έστω κι ένα φιλμ της Ίλντικο Ενιέντι, γνωρίζεις πόσο δύσκολο είναι να το συνοψίσεις επαρκώς. Οι ιστορίες της είναι για να βλέπονται και όχι για να περιγράφονται. Στο Az én XX. Századom (Ο Εικοστός Αιώνας Μου) – που από χθες προβάλλεται σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση και (προς το παρόν) αποκλειστικά για το αθηναϊκό κοινό στη θερινή «Ριβιέρα» – αφηγηματικό όχημα είναι δυο δίδυμες με εκ διαμέτρου αντίθετη ζωή : η μία συνοδός πολυτελείας, η άλλη αναρχική φεμινίστρια που πασχίζει να ξεπεράσει την απάθεια και αμηχανία της για τους άνδρες (αμφότερες ερμηνευμένες απ’ την αστραφτερή Ντορότα Σέγκντα).

Ως επακόλουθο μιας δύσκολης ενηλικίωσης (μια γρήγορη γεύση παίρνεις στη σεκάνς …«αι δύο ορφαναί – τα κοριτσάκια με τα σπίρτα») κι οι δυο καταλήγουν (εν αγνοία τους) στο Όριαν Εξπρές (η μία στην πρώτη θέση και μήλον ερωτικής έριδος, η άλλη στη σκευοφόρο κουβαλώντας παράνομο υλικό). Η πρώτη επιζητεί φτηνές διασκεδάσεις και φερέγγυα αρσενικά, η δεύτερη προσπαθεί να συμβιβάσει τον ιδεαλισμό με την (σιωπηρά) ρομαντική της φύση.

Στο πιο αφηρημένο του επίπεδο, το φιλμ επιχειρεί να συγκεράσει τα πάντα (απ’ το μοντερνισμό μέχρι το σεξ) σε κάθε επεισόδιό του, παρεισφρέοντας συχνά-πυκνά εικαστικές και σημειολογικές υπομνήσεις που εκτρέπουν την απλή (επί της ουσίας) αφηγηματική δομή προς μια ακανόνιστη, φιλοσοφική ενατένιση. Στοχευμένη ασυμμετρία κάδρων, απροσδόκητες γωνίες λήψης, κάμερα δονούμενη, αλλά και συνθέσεις πλάνων αξιοζήλευτης αρμονίας και γεωμετρικής ολοκλήρωσης που αφηγηματικά παραπέμπουν στον βωβό (όπως και τα ονόματα των ηρωίδων – πλάγια αναφορά στις αδερφές ηθοποιούς του τελευταίου Lillian και Dorothy Gish). (Μεγαλειώδης) ασπρόμαυρη, εξπρεσιονιστική φωτογραφία (του Tibor Máthé), μουσική επένδυση που αναμειγνύει στιγμές οπερετικού μεγαλείου με άλλες βγαλμένες από …«παλιό φωνόγραφο» και μια ερωτική σκηνή ανθολογίας.

Ο (λεπτής ειρωνείας) κτητικός προσδιορισμός του τίτλου παρακάμπτεται εύκολα μέσω ταχύτατων γεωγραφικών μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα στο ξεκίνημα του φιλμ (Νέα Υερσέη – Βουδαπέστη – Παρίσι – Μπούρμα – Αμβούργο – Νέα Υόρκη). Επιδίωξη άραγε της δημιουργού να αναλύσει το θαύμα του 20ου αιώνα, χωνεύοντας ή στριμώχνοντάς το στα πλάνα της; Μάλλον το αντίθετο. Περισσότερο με παραδοχή του απρόσωπου και ανώφελου ενός τέτοιου εγχειρήματος μοιάζει. Σκοπός το homage στην τεχνολογική επανάσταση που κατέρριψε το φράγμα της επικοινωνίας και (κατ’ επέκταση) στην περιπέτεια του ίδιου του κινηματογραφικού μέσου.

Αυτό μαρτυρά και το αριστουργηματικό παλίμψηστο που αποπειράται, ένα κολάζ συμβολισμών : ένας σκύλος βγαλμένος απ’ το «Κουρδιστό Πορτοκάλι», μια συρραφή από χαρακτηριστικές εικόνες του 20ου αιώνα (λουλούδια, άνθρωποι, ένα ελικόπτερο, ο Λέων Τολστόι, εργάτες κλπ), η αναφορά στις μεγάλες εφευρέσεις (λαμπτήρας, τηλέγραφος, κινηματογράφος) και τις παθογένειες (κοινωνική ανισότητα, αναταραχές, όπλα μαζικής καταστροφής) του νεωτερισμού, αλλά και η σκιαγράφηση της (απελπιστικά) αργής προόδου στο ζήτημα της ισότητας των φύλων και της γυναικείας χειραφέτησης («η γυναίκα δεν είναι λογική, ούτε παράλογη. Είναι ά-λογη. Και διαρκώς αμοραλίστρια. Δεν έχει… πρόσημο!», κραυγάζει ο γραφικός εισηγητής στο θηλυκό του ακροατήριο από την έδρα ενός αμφιθεάτρου).

Η (αλληλοσυμπληρούμενη) διχοτόμηση της ηρωίδας έχει πολλαπλές αναφορές : φεμινισμός-αυτογνωσία (αυτονομία), προλεταριανισμός-μπουρζουαζία, εγκλωβισμός (καχυποψία) – απελευθέρωση (εξωστρέφεια). Το γοητευτικό, ωστόσο, εδώ είναι πως το διαλεκτικό σχόλιο της Enyedi δεν αντιμετωπίζει αυτές τις αντιθέσεις ως ακλόνητες αλήθειες. Και, κυρίως, δεν διαλέγει στρατόπεδο : η μία αδερφή καταλαμβάνει περισσότερο χώρο επί οθόνης και είναι πιο πολύπλοκος χαρακτήρας, οι πικάντικες περιπέτειες της άλλης αντιμετωπίζονται δίχως ηθική συγκατάβαση ή συμβιβασμούς. Ούτε διδακτισμός, ούτε νέμεση, ούτε εξιλέωση.

Κι έπειτα, είναι κι η φιγούρα του Ζ. (του σπουδαίου Όλεγκ Γιανκόφσκι της «Νοσταλγίας») στην οποία αντανακλάται το διττό, αμφίσημο σύμπαν της ηρωίδας, αλλά και της ανθρώπινης φύσης (κι άλλες σινεφιλικές αναφορές εδώ : η σεκάνς στο δωμάτιο με τους καθρέφτες – βγαλμένη κατευθείαν απ’ την «Κυρία απ’ τη Σαγκάη» κι ο μπρεσονικός όνος του Θεού, το ζώο του ανθρώπου), προορισμένη να συντρίψει κάθε ψευδαίσθηση, να απομυθοποιήσει κάθε ρομαντική προσδοκία, χαρίζοντας (και χαράζοντας) μια αμείλικτη επίφαση ανθρωπιάς.

Μακραίνοντας πλάνο με πλάνο όλο και περισσότερο απ’ το μονοπάτι ενός ορθολογικού σκεπτικισμού, εξουδετερώνοντας ακόμη και την τελευταία ρανίδα κυνισμού και αγκαλιάζοντας με (σαφή) διάθεση συμπάθειας (ίσως και συγχώρεσης) τους χαρακτήρες της (δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς), η Ενιέντι πασχίζει για τη μεγάλη συμφιλίωση (με τον εαυτό, με τους άλλους). Στο κινηματογραφικό της σύμπαν οι εξτρεμιστές αφυπνίζονται (απ’ την αυταπάτη) πριν είναι αργά, τα εγωκεντρικά αρσενικά καταλήγουν να αντιμετωπίζονται ως αδιάφορα αντικείμενα κι αδέρφια που ζουν σε αντίθετα ρεύματα της κοινωνίας λυτρώνονται με την επανένωσή τους (κι η ευτυχία τους απλώνεται …σ’ όλο το γαλαξία). Στον μεταμοντέρνο λαβύρινθο που στήνει, ανάμεσα σε αστικούς μύθους και σεξιστικές θεωρίες, το ποιητικό της μήνυμα είναι απόλυτα ξεκάθαρο και δεν είναι άλλο απ’ την ηθική επίγνωση του βίου. Ένα υπέροχο, βαθιά συμβολιστικό, σινεφιλικό παραμύθι.

 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑