What's On Hostiles

22 Φεβρουαρίου 2018 |

0

Hostiles

Σκηνοθεσία : Σκοτ Κούπερ

Με τους : Κρίστιαν Μπέιλ, Ρόζαμουντ Πάικ, Γουές Στούντι, Μπεν Φόστερ, Τζέσε Πλέμονς, Κοριάνκα Κίλτσερ, Τιμοτέ Σαλαμέ

Ελληνικός τίτλος : Ταξιδεύοντας με τον εχθρό μου

Διάρκεια : 134’

Έτος Παραγωγής : 2017

Χώρα Παραγωγής : ΗΠΑ

O Σκοτ Κούπερ κάνει ταινίες για καλούς (κατά βάθος) άντρες. Συχνά πυκνά παραιτημένους-συμβιβασμένους ή παραστρατημένους (ή και τα δύο), εξαρτημένους απ’ τη βία, ηθικά χρεοκοπημένους, σύμφωνοι. Όμως ο έντιμος (ως προς τις αρχές του), βασανισμένος και παρεκκλίνων τύπος είναι το θέμα του (o Τζεφ Μπρίτζες στο Crazy Heart, o Κρίστιαν Μπέιλ στη Σκουριασμένη Πόλη, κείνο το Ανίερη Συμμαχία με τον Τζόνι Ντεπ δε θέλω καν να το θυμάμαι). Είναι ενδιαφέροντες οι συγκεκριμένοι τύποι; Στο περίπου, θα ‘λεγε κανείς. Κυρίως εξ όσων συμβαίνουν γύρω τους (των καταστάσεων που τους περιβάλλουν) – λιγότερο (οι ίδιοι) ως χαρακτήρες, περισσότερο βάσει αντιδράσεων και συμπεριφοράς.

Κι όμως. Οι ταινίες του Κούπερ καταφέρνουν να κάνουν τους ήρωές τους να μοιάζουν οι τελευταίοι (υπερασπιστές) του είδους τους, ενός είδους υπό εξαφάνιση, σεβαστού από εχθρούς και επιδραστικού για κατώτερα αρσενικά και αδύναμες γυναίκες. Το έργο επαναλαμβάνεται : στο Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου, ο Κρίστιαν Μπέιλ παραδίδει μια (τυπική για τον ίδιο) «μισοσβησμένη-μισό στο γκάζι» ερμηνεία ενός χαρακτήρα που δίχως σαφή ή ξεκάθαρο λόγο ο σκηνοθέτης επιθυμεί (με το στανιό) να οδηγήσει στην εξιλέωση. Ο εκνευρισμός σου μάλιστα δένει περισσότερο καθώς – όσο περνάει η ώρα – αντιλαμβάνεσαι πως έχεις να κάνεις με ένα (εκβιαστικά) political correct σενάριο, που βρίθει επιπροσθέτως και σωρείας αναχρονιστικών διαλόγων (φταίει, ίσως, και το … «θαμμένο» για χρόνια χειρόγραφο script του Ντόναλντ Ε. Στιούαρτ στο οποίο βασίστηκε).

Το φιλμ εκκινεί με φανταχτερό τσιτάτο του Ντ.Χ. Λώρενς : «The essential American soul is hard, isolate, stoic, and a killer. It has never yet melted» (λίγο ως πολύ αυτός είναι και ο τρόπος που ο Κούπερ φιλμάρει την ιστορία του). Ωστόσο, φευ, το να αντιμετωπίσεις (αφηγηματικά και δραματουργικά) θέματα συγχώρεσης και λύτρωσης στο δωρικό σύμπαν του γουέστερν (είδος απαιτητικό, παραγνωρισμένο όσο και απαξιωμένο τις τελευταίες δεκαετίες, παρά τις σπουδαίες εκλάμψεις που έχει προσφέρει) απαιτεί πολύ περισσότερα από μερικά στοιχεία που (απλώς) θα «τσιμπήσεις» από περιπτώσεις όπως το Χορεύοντας με τους Λύκους ή οι Ασυγχώρητοι. Ο Μπέιλ υποδύεται λοχαγό του στρατού που επί σειρά ετών πολεμάει, αιχμαλωτίζει και σφαγιάζει αυτόχθονες όλων των φυλών (τα πάντα όλα). «Αυτές ήταν μέρες«, λέει ένας απ τους στρατιώτες του, αναπολώντας. «Οι καλύτερες«, σιγοντάρει ο ήρωας (τα κατορθώματα του οποίου φτάνουν μέχρι τ’ αυτιά ενοχλητικού δημοσιογράφου που τον ρωτάει αν αληθεύει πως έχει αφαιρέσει περισσότερα σκαλπ κι απ’ τον …Καθιστό Ταύρο).

Φαντάσου τώρα τέτοιον τύπο να του επιδίδει ο διοικητής του κυβερνητική διαταγή να συνοδεύσει αιχμάλωτο αρχηγό των Σεγιέν (Γουές Στούντι) – που σιγοσβήνει από καρκίνο – και την οικογένειά του πίσω στα προγονικά του εδάφη, για να θαφτεί εκεί. «Δεν υπάρχει αρκετή τιμωρία για το είδος του«, μουρμουρίζει ο ήρωας για τον παλιό γνώριμο ερυθρόδερμο, που ευθύνεται για το χαμό πολλών συντρόφων του. Στο δρόμο συναντούν αποσβολωμένη άποικο σε κατάσταση σοκ (απ’ τις πιο εκνευριστικά ανέμπνευστες ερμηνείες της Ρόζαμουντ Πάικ με τις οποίες έχω διασταυρωθεί), της οποίας η οικογένεια ξεκληρίστηκε απ’ τους Κομάντσι. Έλα και συ μαζί μας, της λένε. Θα ρωτήσεις : η συνύπαρξη λευκών και ερυθρόδερμων καθίσταται άβολη; Υπάρχει ένταση στην ατμόσφαιρα, το σκηνικό δημιουργεί αμηχανία, διλήμματα, αμφιβολίες; Όχι όπως θα περίμενες. Και σίγουρα όχι εξαιτίας των…Σεγιέν, που ο σκηνοθέτης δεν ασχολείται και πολύ μαζί τους (τους σκιτσάρει ρομαντικά και στρογγυλεμένα, δίχως ρεαλιστικό βάθος).

Δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την αγωνία, το τραύμα, την οδύνη του αγώνα επιβίωσής τους στην αιχμαλωσία. Όχι, βέβαια. Αυτός που τον ενδιαφέρει (κυρίως και πάνω απ’ όλα) είναι ο ήρωάς του (άραγε δεν είναι εγκλήματα οι δικές του πράξεις, το δικό του αιματοβαμμένο παρελθόν; κι ας διατείνεται ο ίδιος πως …»απλώς έκανε τη δουλειά του«). Και τι είναι, τελικά, αυτός ο ήρωας; Είναι τύπος που επιζητεί την λύτρωση; Πιθανώς. Αλλά είναι δύσκολο να χωνέψει (πόσο μάλλον να δεχτεί) κανείς πως το Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου ξοδεύει τόσο (μα τόσο) χρόνο επαινώντας τον, με τρόπο που αγγίζει τα όρια υπόγειας αγιογραφίας!

Οι σύντροφοι τον ευχαριστούν για την αφοσίωσή του προς αυτούς και τον κοινό σκοπό. Το …μαύρο πρόβατο της μονάδας τον ευχαριστεί που το παίρνει μαζί του. Η Πάικ τον ευχαριστεί που την έσωσε. Η οικογένεια του ινδιάνου αρχηγού αισθάνεται υποχρέωση που την οδήγησε στον τόπο της (άσε που σε μια σεκάνς αμίμητου …fair play, οι δυο πλευρές συστρατεύονται για να γλυτώσουν τα θηλυκά μέλη της παρέας από κάτι ξεκάρφωτους γουναράδες : εντάξει μάγκες, άμα πρέπει να σας μακελέψουν τις γυναίκες για να κάτσετε να συνεννοηθείτε, τι να πω).

Ο Μπέιλ αποπειράται να προβάλλει κάποιες εσωτερικές συγκρούσεις, όμως η αφήγηση τον περιβάλλει (ασφυκτικά) με χαρακτήρες που καταλήγουν να τον λατρεύουν : να είναι ένα πλάγιο, ειρωνικό σχόλιο αυτός ο έπαινος για …»καλούς στρατιώτες» των οποίων οι πράξεις αντικειμενικά απωθούν; Ίσως. Και έτσι να ‘ναι, δεν μετριάζεται η κυρίαρχη γεύση του φιλμ – σίγουρα όχι με ένα φινάλε που αφήνει συγκεκριμένους χαρακτήρες ζωντανούς και κάποιους άλλους πολύ, μα πάρα πολύ…πεθαμένους. Η φωτογραφία εξαιρετική, τα πλάνα – ένας λόγος παραπάνω για φιλμ γυρισμένο σχεδόν εξ’ ολοκλήρου outdoors – εντυπωσιακά.

Ένα σημαίνον καστ, σε μικρούς αλλά μεστούς ρόλους (Τζέσε Πλέμονς, Ρόρι Κόχρεϊν, Στήβεν Λανγκ, Πήτερ Μάλαν, ο θεούλης Μπεν Φόστερ του «Πάση Θυσία» – που δε χορταίνεις να τον βλέπεις κάθε φορά, ο νεαρός Τιμοτέ Σαλαμέ που παίζει σε ό,τι κινείται φέτος… τι χρονιά μα την πίστη μου για δαύτον, αν κι εδώ ήταν ο μόνος που πέρασε από οντισιόν) και οι ωραιότατες ινδιάνες Κοριάνκα Κίλτσερ και Τανάγια Μπήτυ. Η πρεμούρα του σκηνοθέτη να δώσει στον ήρωα την ευκαιρία μιας νέας ζωής – σε αντιστάθμισμα ενός ποταπού παρελθόντος – και η αδυναμία της ταινίας να αποφύγει την απλουστευτική εθελοτυφλία σε συγκεκριμένα ζητήματα, οδηγούν σε ένα ακόμη καλών προθέσεων αλλά ημιτελές (και εν μέρει ατυχές) αποτέλεσμα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑