What's On Καζαντζάκης

24 Νοεμβρίου 2017 |

0

Καζαντζάκης

Σκηνοθεσία: Γιάννης Σμαραγδής

Παίζουν: Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, Μαρία Καλογήρου, Νίκος Καρδώνης

Διάρκεια: 121′ 

Μετά, λοιπόν, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, ήρθε η σειρά του Νίκου Καζαντζάκη. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τον σπουδαίο Κρητικό συγγραφέα να γνωρίσει την ατίμωση και τον διασυρμό στα χέρια του Γιάννη Σμαραγδή. Διότι στο συγκεκριμένο biopic η μεγαλύτερη διείσδυση στον βίο, στο έργο και στην ψυχή του Νίκου Καζαντζάκη είναι η συχνή αναφορά ενός ονοματεπώνυμου που τυγχάνει να ηχεί πανομοιότυπα.

Το πολύπαθο είδος της κινηματογραφικής βιογραφίας, ούτως ή άλλως, πάσχει από πολλά κουσούρια, σε διεθνές επίπεδο και βεληνεκές, πόσο μάλλον σε μία πεπερασμένων δυνατοτήτων ελληνική παραγωγή. Αγιογράφηση του τιμώμενου προσώπου. Γεγονοτική γραμμική παράθεση – εξιστόρηση, σε τόνο παπαγαλίας. Αδυναμία ένταξης του εξειδικευμένου θέματος σε ένα συνολικό και ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς. Καρικατουρίστικη όξυνση όλων των κλισέ που συνοδεύουν τον βιογραφούμενο ή εκβιαστική άμβλυνση – αμφισβήτηση αυτών. Ορισμένες μονάχα από τις σταθερές παθογένειες ενός genre που διαθέτει τους κράχτες για να προσελκύει το κοινό, αλλά πολύ συχνά είναι αδειανό από ψαχνό.

Τίποτα, όμως, από όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να μας προετοιμάσουν για την ολική και αδιαπραγμάτευτη φαλκονέρα μιας ταινίας που βαυκαλίζεται πως πρόκειται για εγχώρια υπερπαραγωγή, αλλά στην πραγματικότητα μοιάζει με επαρχιώτικο κακέκτυπο, αν όχι και με κακόγουστο αστείο. Ο Καζαντζάκης του Σμαραγδή βολοδέρνει σαν καρυδότσουφλο σε μία θύελλα φτηνιάρικης γυαλάδας και κιτς μεγαλοστομίας, χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας ικανή να σώσει, έστω και αποσπασματικά, τα προσχήματα. Σενάριο, διάλογοι, ερμηνείες, κουστούμια, εφέ, ιστορικές αναφορές, σκηνογραφία και γενικότερα κάθετι συμπληρωματικό και παραπληρωματικό, μοιάζουν βουτηγμένα στον ίδιο πηχτό χυλό της ακαλαίσθητης προχειρότητας και του παρακατιανού εντυπωσιασμού.

Πρωτίστως, διότι ο κεντρικός ήρωας του Σμαραγδή δεν αποκτά ποτέ του αληθινή χαρακτηρολογική υπόσταση, στερημένος από οποιοδήποτε ζωτικό κατοικήσιμο περιβάλλον εντός του οποίου θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί. Οι σταθμοί της συγγραφικής του καριέρας, οι διαπροσωπικές του σχέσεις, οι μάχες με τους προσωπικούς δαίμονες, τα ιστορικά συμβάντα που (υποτίθεται ότι) διαδραματίζονται σε παράλληλο χρόνο, μοιάζουν με μεταμεσονύκτιο τηλεμάρκετινγκ που ανακοινώνει την πραμάτεια του.

Οι περιπλανήσεις του Καζαντζάκη στο εξωτερικό (Βιέννη, Βερολίνο, Μόσχα) αποτυπώνονται με εμβόλιμα καρτοποσταλικά πλάνα, που θυμίζουν εφέ επιπέδου b-movie, καθώς και με αρχειακό υλικό από τα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής. Ο Σμαραγδής, λοιπόν, αντί να αποπειραθεί να ανασυστήσει την εποχή, μας πετά ανερυθρίαστα προκάτ εικόνες μασημένης τροφής στη μούρη, υποτιμώντας κραυγαλέα την κινηματογραφική μας νοημοσύνη. Επί της ουσίας, δεν έχει καμία επιθυμία, ικανότητα και διάθεση να εντάξει τον ήρωά του σε οποιοδήποτε πλέγμα, νοητικό και αισθητικό, και καταλήγει να εξαλείφει από την ταινία του τη δράση, τα δρώμενα και τους δρώντες.

Η αφηγηματική πορεία της ταινίας βασίζεται ευθύς εξαρχής σε μία επιτηδευμένη και νερόβραστη off αφήγηση, χωρίς κανένα παλμό ή ειρμό, καθώς και σε ένα κολάζ από τα γεγονότα – σταθμούς στη ζωή του Καζαντζάκη, που δεν διαθέτει την παραμικρή αίσθηση συνοχής, συνεκτικότητας, σε οποιοιδήποτε πιθανό και απίθανο επίπεδο (λογικό, συνειρμικό, ονειρικό, βιωματικό). Οι φιλοσοφικές και θεολογικές αναζητήσεις του Καζαντζάκη αναμασιούνται ακατάπαυστα, σε σημείο που εκπίπτουν από φλεγόμενες οντολογικές και υπαρξιακές εσωτερικές μάχες και υποβιβάζονται σε εφηβικά παραληρήματα και βαρετές αμπελοφιλοσοφίες.

Στομφώδεις διάλογοι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, άνευρες κορυφώσεις, αποστειρωμένα σκηνικά, σκόρπιες σφήνες φολκλόρ κρητικής λεβεντιάς, φαιδρές παρεμβολές γελοίων μεσότιτλων που ανακοινώνουν την έναρξη «κεφαλαίων» που υπάρχουν μόνο στο μυαλό του Σμαραγδή, για να φτάσουμε κουτρουβαλώντας, δυστυχώς, στην τελική ευθεία. Όπου η ταινία βρίσκει μυστηριωδώς τον τρόπο να εκτοξευθεί ακόμη πιο βαθιά στη μαύρη τρύπα της αντί-κινηματογραφικής γραφικότητας.

Από μία στιγμή και έπειτα, κάθε μυθιστόρημα – σταθμός του Καζαντζάκη μας ανακοινώνεται με ένα γκρο πλαν στο δακτυλογραφημένο του εξώφυλλο και ακολουθείται από έναν ανατριχιαστικά σαπουνοπερετικό διάλογο μεταξύ του συγγραφέα και της συζύγου του, ο οποίος μπορεί να συνοψιστεί στα παρακάτω: «- Σου άρεσε αγάπη μου; – Το λάτρεψα, Νίκο μου». Επιπλέον, κάθε ναυαρχίδα στη ζωή του Καζαντζάκη, από τον αφορισμό του από την Εκκλησία και το σαμποτάρισμα της νομπελικής του υποψηφιότητας ώς τους θανάτους του δεσποτικού πατέρα του και του επιστήθιου φίλου του Άγγελου Σικελιανού, ανακοινώνεται ουρανοκατέβατα, μέσα από απλοϊκό και αφελές στήσιμο σκηνής που επαναλαμβάνεται μηχανικά, σχεδόν σαν απόπειρα αστεϊσμού: η σύζυγος λαμβάνει μία επιστολή, εισέρχεται στο γραφείο με φωνή τρεμάμενη σαν σπουργίτι εν μέσω κυκλώνα, ο Καζαντζάκης σηκώνεται από το γραφείο του στο οποίο έχει βγάλει ρίζες, και τα άσχημα νέα ανακοινώνονται σαν απαγγελία σε γιορτή δημοτικού σχολείου για κάποια εθνική επέτειο.

Περιττό να αναφέρουμε ότι όλοι οι συμπληρωματικοί χαρακτήρες περιδιαβαίνουν την ταινία σαν ξεκούδουνοι κομπάρσοι, χωρίς κανένα λειτουργικό ή οργανικό ρόλο, χωρίς καμία υπόνοια βάθους ή πραγματικής αλληλεπίδρασης με τον βασικό ήρωα. Η σύζυγός του Ελένη υποβιβάζεται σε groupie δακτυλογράφο των χειρόγραφων του συγγραφέα, ενώ εξυπακούεται ότι εξοστρακίζεται από την ταινία ο πρώτος γάμος του Καζαντζάκη, ο οποίος έληξε με εκατέρωθεν πίκρα και κατηγορίες. Η προφανώς στερεοτυπική αντίληψη του Σμαραγδή περί καλλιτεχνικής εκκεντρικότητας μετατρέπει τον Άγγελο Σικελιανό σε camp οιστριονική φιγούρα, που εκπέμπει αντιπάθεια και αποστροφή.

Ο Ζορμπάς (που όντως λεγόταν στην πραγματικότητα Γιώργης και όχι Αλέξης) θα μπορούσε κάλλιστα να πρωταγωνιστεί σε τουριστικό σποτάκι του ΕΟΤ για την προώθηση της καρτουνίστικης τριτοκοσμικής εικόνας του κεφάτου Έλληνα λεβέντη, που ρουφά το μεδούλι της ζωής γιατί εδώ έχει πάντα ήλιο. Το ζεύγος της Μελίνας Μερκούρη και του Ζιλ Ντασέν (το 1957, ο Ντασέν μετέφερε στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, με τίτλο Αυτός που πρέπει να πεθάνει) θα μπορούσε στην πραγματικότητα να είναι οποιοδήποτε άλλο φιλικό αντρόγυνο του ζεύγους Καζαντζάκη, καθώς το μόνο που μας προδιαθέτει πως πρόκειται για αυτούς είναι οι αναφορές των ονομάτων τους, σε διαλόγους γεμάτους μικροαστικό whit και προκάτ καλλιτεχνικό αέρα.

Ειλικρινά, ο υπογράφων θεωρεί άδικο να κατακεραυνώσει τις ερμηνείες των ηθοποιών που πρωταγωνιστούν στην ταινία, καθώς αποκλείεται να είναι στην πραγματικότητα τόσο ατάλαντοι (ίσα ίσα, ορισμένοι εξ αυτών, μάλλον είναι το αντίθετο, όπως ο πρωταγωνιστής Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) όσο καταλήγουν να δείχνουν σε μία ταινία που απανθρακώνει, σαν λίβας που καίει τα σπαρτά, οτιδήποτε απαρτίζει μία κινηματογραφική ταινία. Το γεγονός και μόνο ότι θα φέρουν αυτή την ταινία στο βιογραφικό τους είναι πέρα για πέρα αρκετό για να αποφύγουν στο μέλλον οποιαδήποτε ανάλογη επιλογή.

Είναι, όμως, αδύνατο να μην σταχυολογήσουμε τις στιγμές όπου η ταινία άγγιξε τον πάτο του πηγαδιού, να μην φτιάξουμε ένα μίνι ανθολόγιο με τα best of της γραφικότητας που βομβάρδισε τα ματάκια μας. Έχουμε και λέμε, λοιπόν: α) το Καζαντζάκης απέδειξε ότι πληροί τα κριτήρια μίας ιλουστρασιόν υπερπαραγωγής και ενστερνιζόμενο τις τάσεις της σύγχρονης εποχής του μάρκετινγκ και των χορηγιών, προβαίνει στην πιο απροκάλυπτη και εξόφθαλμη τοποθέτηση προϊόντος που μπορείτε να φανταστείτε, δίχως καμία αιδώ ή ντροπή. Ο Γιάννης Σμαραγδής, ως γνωστόν, τιμά και προωθεί τον τόπο καταγωγής του, οπότε δεν παρέλειψε να πραγματοποιήσει και μία μικρή αβάντα σε συγκεκριμένο brand κρητικών παξιμαδιών και λοιπών αρτοσκευασμάτων, μπροστά στα γουρλωμένα και έντρομα μάτια μας, β) η ταινία που λέτε ακολουθεί κατά πόδας τη ζωή του σπουδαίου συγγραφέα μέχρι και το σωτήριον έτος 1957, στο οποίο, όπως μας πληροφορεί και ο επίλογος «ο Καζαντζάκης ανελήφθη εις τους ουρανούς». Ενώ λοιπόν, βρισκόμαστε ήδη στο 1957 και ο Καζαντζάκης ενσαρκώνεται κανονικά από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, ξαφνικά, όταν μεταφερόμαστε στο νεκροκρέβατο του ήρωα, λίγο προτού ξεψυχήσει, ο Παπασπηλιόπουλος αντικαθίσταται από τον γηραιό ηθοποιό Στέφανο Ληναίο! Σαν να μην έφτανε, όμως, αυτή η τραγωδία και προτού συνέλθουμε από το πρώτο χτύπημα, διαπιστώνουμε ότι η Μαρία Καλογήρου εξακολουθεί να υποδύεται τη σύζυγό του Ελένη, απλώς με τη συνδρομή ενός κακόγουστου μακιγιάζ γήρανσης, γ) η σκηνή του φινάλε όπου η ψυχή του Καζαντζάκη μετατρέπεται σε μία λάμψη μεταξύ πυγολαμπίδας και φωτογραφικού φλας και ίπταται στα ουράνια όπου συναντά τον Ελ Γκρέκο σε στοιχειώνει σχεδόν κυριολεκτικά. Αδυνατείς να την πιστέψεις. Λαχταράς να γίνεις πειραματόζωο σε κάποιο πείραμα αυταρχικού καθεστώτος, που σβήνει όλες τις πρόσφατες αναμνήσεις.


Αντί επιλόγου, μία παράκληση (δεδομένου ότι ο Γιάννης Σμαραγδής θα συνεχίσει να βρίσκει κονδύλια για να σκηνοθετεί τα «οράματά» του) προς όλους τους έχοντες τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του ονόματος κάθε επιφανούς Έλληνα (ιδίως Κρητικού) του περασμένου αιώνα: αρνηθείτε κάθε πρόταση που θα σας κατατεθεί! Θα είστε υπόλογοι για την κατεδάφιση της κληρονομιάς του διάσημου προγόνου σας! Και εμείς δύσκολα θα αντέξουμε ένα αντίστοιχο biopic για τον Μάνο Κατράκη ή τον Νίκο Ξυλούρη. Δείξτε έλεος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑