Festivals 58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Αφιέρωμα στην Άιντα Λουπίνο

3 Νοεμβρίου 2017 |

0

58ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Αφιέρωμα στην Άιντα Λουπίνο

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σκηνοθετικής της καριέρας, η Άϊντα Λουπίνο αντιμετωπίστηκε (μην πω πατροναρίστηκε) ως …γυναίκα που ασχολήθηκε με μια (αμιγώς) «αντρική» δουλειά και (ουσιαστικά) αγνοήθηκε καλλιτεχνικά. Εξερεύνησε, ωστόσο, θέματα ταμπού για την εποχή της (βιασμός, διγαμία, ανύπαντρες μητέρες, αναπηρίες, εκμετάλλευση αθλητριών και άλλα πολλά), δίχως να υποκύπτει ή να διολισθαίνει ποτέ στο μελόδραμα. Σήμερα, η Λουπίνο αναγνωρίζεται (καθολικά πλέον) για τη συνεισφορά της στη φιλμοκατασκευή των αρχών του’ 50, ως η πρώτη γυναίκα που σκηνοθέτησε νουάρ (τι κρίμα που δεν ευτύχησε να κάνει περισσότερα) με ένα λιτό, τραχύ, ασυμβίβαστο ύφος και στυλ που – σε πολλές περιπτώσεις – θυμίζει τους ρόλους που η ίδια ενσάρκωνε στις ταινίες της Warner Brothers. Η δημιουργός (και πρώτη γυναίκα σκηνοθέτρια-παραγωγός) Λουπίνο στέκει στεντόρεια πλάι-πλάι, ώμο με ώμο με τα υπόλοιπα ανορθόδοξα παλληκάρια της ίδιας περιόδου, όπως ο Νίκολας Ρέι και ο Σάμιουελ Φούλερ.

Οι ταινίες του αφιερώματος :

The Hitch-Hiker (Ο δολοφόνος της λεωφόρου, 1953)

Δίχως (σημαίνοντες) γυναικείους χαρακτήρες, το HitchHiker αποτελεί ένα (ιδιαιτέρως) ιδιοσυγκρασιακό κομμάτι στην σκηνοθετική καριέρα της Λουπίνο. Καλλιτέχνιδα με ισχυρή προσωπικότητα (και θηλυκή ταυτότητα), αποδεικνύει την ικανότητά της να χειριστεί ένα all-male, αντισυμβατικό νουάρ θρίλερ, τόσο επιδέξια όσο θα το έπραττε και ο μέντοράς της, Ραούλ Γουώλς (υπήρξε επίσης θαυμάστρια του Άλαν Ντουάν, του Φριτς Λανγκ, αλλά και του διευθυντή φωτογραφίας Τζωρτζ Μπαρνς). Το HitchHiker αφηγείται την ιστορία δύο ανυποψίαστων εκδρομέων του Σαββατοκύριακου (Έντμουντ Ο’ Μπράιεν, Φρανκ Λαβτζόι), που – πρόθυμα μεν, ατυχώς δε – παίρνουν μαζί τους με ωτοστόπ ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ (Γουίλιαμ Τάλμαν) ο οποίος προσπαθεί να τους αναγκάσει να τον περάσουν απ’ τα σύνορα για το Μεξικό. Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ εκτυλίσσεται ως κλειστοφοβική χορογραφία επιβίωσης, ανάμεσα στους δύο ομήρους και τον δολοφόνο.

Η Λουπίνο διατηρεί το πρωταγωνιστικό τρίο σε στενούς χώρους (κυρίως στο εσωτερικό ενός αμαξιού) και σφιχτά κάδρα (του μαγευτικού Νίκολας Μουσουράκα), ενσταλάζοντας (και επιβάλλοντας μαζί) τον φόβο και την αγωνία μιας (σχεδόν) αδύνατης διαφυγής. Ακόμα και στην απλωσιά της μεξικανικής ερήμου, η κάμερά της οριοθετεί και περιορίζει την ακτίνα (και το πλαίσιο) δράσης των ηρώων. Το αστραφτερό, ασπρόμαυρο κοντράστ της εικόνας συνδράμει την χυμώδη γοητεία μιας βίαια θερμής ερήμου. Με τέτοιο χαμηλό προϋπολογισμό, το επίτευγμα – μπροστά και πίσω από την κάμερα – παραμένει εντυπωσιακό. Διατηρώντας τα προηγούμενα θύματα του σίριαλ κίλερ απρόσωπα, η Λουπίνο ενισχύει την αίσθηση πως το επόμενο θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε, ακόμα κι ο ίδιος ο θεατής.


Η ερμηνεία του Τάλμαν (με το παράλυτο δεξί μάτι που παραμένει διαρκώς ανοιχτό, καθιστώντας δύσκολο για τους ομήρους του να αντιληφθούν πότε κοιμάται), είναι αλησμόνητη. Το φινάλε είναι το μόνο ελαφρώς απογοητευτικό, καθώς δεν επιτυγχάνει κορύφωση αντάξια των όσων έχουν προηγηθεί. Το ανθρωποκυνηγητό (από αμερικάνους και μεξικανούς μπάτσους) του «κακού» – ανάλογης κλίμακας (σύμφωνα με το περιοδικό TIME) με κείνο που είχε εξαπολυθεί κάποτε για τον Ντίλινγκερ (σ.σ. το σενάριο βασίζεται σε αληθινή ιστορία), καταλήγει ξέπνοα και έχοντας ήδη χαμηλώσει αρκετά τις προσδοκίες του θεατή…

“There’s a killer on the road / His brain is squirming like a toad

Take a long holiday / Let you children play

If you give this man a ride / Sweet memories will die…”
(To “Riders on the Storm” του Τζιμ Μόρισον, από το άλμπουμ “L.A. Woman”, 1971 – βασισμένο στην ιστορία του Μπίλυ Κουκ, του αληθινού σίριαλ κίλερ που ενέπνευσε το φιλμ της Λουπίνο).

The Bigamist (Ο άνθρωπος με τη διπλή ζωή, 1953)

Η δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα της Λουπίνο την ίδια χρονιά με το HitchHiker, παρακολουθεί την έρευνα κοινωνικού λειτουργού του Σαν Φρανσίσκο (Έντμουντ Γκουέν) για το ποιόν ενός άκληρου ζευγαριού (Έντμοντ Ο’ Μπράιεν, Τζόαν Φοντέιν), που επιθυμεί να υιοθετήσει παιδί. Η έρευνα φέρνει στο φως κάποια ύποπτα στοιχεία για τον σύζυγο, έναν πλανόδιο πωλητή, που ταξιδεύει συχνά στο Λος Άντζελες. Απ’ τον τίτλο κιόλας μπορείς να υποπτευθείς την συνέχεια και το… μεγάλο μυστικό του άντρα που αποκαλύπτεται. Στο L.A. βρίσκεται η δεύτερη σύζυγος και μητέρα του παιδιού του, μια σερβιτόρα (Άϊντα Λουπίνο). Η τελευταία προσφέρει στον ήρωα ότι η καριερίστα (πρώτη) γυναίκα και συνεργάτιδά του αδυνατεί : (αληθινή) αγάπη, έγνοια και ρομάντζο.

Το υπόλοιπο του φιλμ εξελίσσεται ως φλας μπακ, που αναμοχλεύει τον τελευταίο χρόνο της ζωής του πρωταγωνιστή : ο Ο’Μπράιεν επιδεικνύει συγκινητικό πάθος σε ρόλο μοναχικού συζύγου, ρομαντικού και (αξιοθρήνητου) would-be εραστή του οποίου ο γάμος καταντά εμπορική συμφωνία, που περιπλανιέται στην μεγάλη, αφιλόξενη πολιτεία – η Λουπίνο μεταφέρει με όμορφα πλάνα την ερημιά και αποξένωση του Λος Άντζελες – μέχρι που συναντά την έξυπνη, ετοιμόλογη σερβιτόρα απ’ την Πενσυλβάνια που εξακολουθεί να ελπίζει και να ονειρεύεται μια καλύτερη ζωή.

Η φιλική συναναστροφή, το επίδοξο ρομάντζο, οδηγούν μοιραία στο one-night stand ανήμερα των γενεθλίων του ήρωα, με αποτέλεσμα μια απρόσμενη – αλλά όχι ανεπιθύμητη – εγκυμοσύνη. Όταν ο τελευταίος επιστρέφει στο Φρίσκο και η εκεί σύζυγος αποφασίζει να καταφύγει στη λύση της υιοθεσίας ύστερα από οκτώ «άγονα» χρόνια, τότε συνειδητοποιεί πως ο κλοιός των δύσκολων επιλογών και αποφάσεων σφίγγει γύρω απ’ τον λαιμό του, αν κι ο ίδιος τις αναβάλλει μέχρις ότου αποκαλυφθεί. Το εντυπωσιακό στοιχείο του The Bigamist (δεδομένης και της εποχής του) είναι το πόσο επιτήδεια αποφεύγει τις εύκολες οδούς και στοχεύσεις ή τις αβασάνιστες στάμπες και τα κλισέ στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του (αν κι εκείνος της Φοντέιν διαθέτει τη λιγότερη σάρκα και οστά από τους τρεις και – ως εκ τούτου – γίνεται λιγότερο συμπαθής).

Το φιλμ μεταστρέφεται σε ηχηρό «κατηγορώ» ενός αμετροεπώς φιλόδοξου, καπιταλιστικού κόσμου, στον οποίο συγκρούονται η λαχτάρα για το χρήμα με την ανάγκη για χαρά της αληθινής ζωής, αγγίζοντας αριστοτεχνικά επίπεδα στον τρόπο που εξερευνά και τα δύο, μέσα απ’ τη σκηνογραφία, τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες (ιδίως του Ο’ Μπράιεν), μέχρι το αδύναμο, βιαστικό και (αρκούντως) ηθικοπλαστικό φινάλε σε μια αίθουσα δικαστηρίου, που ελαφρώς ξεφουσκώνει και απλουστεύει την πορεία του έργου μέχρι εκεί.

Στο μεγαλύτερο μέρος του, ωστόσο, παραμένει μια πολύ όμορφα δουλεμένη «ματιά» στις προκλήσεις που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν από κοινού ή χώρια, σφυρηλατώντας ένα (γενναία) ρεαλιστικό πορτραίτο γύρω από ένα παράπτωμα (αυτό της διγαμίας), που ελάχιστα συζητιόταν σε μια εποχή όπου ακόμη και το ζήτημα του διαζυγίου αποτελούσε συχνά ταμπού. Η Λουπίνο μοιάζει η μοναδική σκηνοθέτρια της εποχής της που θα μπορούσε να διερευνήσει με τέτοιον τρόπο την ψυχοσύνθεση ενός άνδρα – τον οποίο, σημειωτέον, αντιμετωπίζει με συμπάθεια – ασκώντας παράλληλα κριτική στην κυρίαρχη ανδρική ιδεολογία της δεκαετίας του ’50. Και το The Bigamist παραμένει ένα φιλμ που (όσο κι αν διαφέρει στιλιστικά) το θέμα και το συναίσθημα που διαχειρίζεται, στην εποχή του το συναγωνιζόταν επάξια μονάχα το σινεμά του Ντάγκλας Σερκ…

Outrage (Ατιμασμένη Παρθένα, 1950)

Όσο παλιομοδίτικο κι αν φαντάζει (στα μάτια του σημερινού θεατή), το Outrage υπήρξε αρκετά αμφιλεγόμενο στην εποχή του – όντας το δεύτερο (μόλις) φιλμ που ασχολήθηκε με το ζήτημα του βιασμού (αν κι η λέξη – ελέω λογοκρισίας – δεν χρησιμοποιείται ποτέ και ο βιασμός υπονοείται δίχως να γίνεται λεπτομερής αναφορά σε αυτόν : καμία περιγραφή του συμβάντος δεν λαμβάνει χώρα και ο θεατής αφήνεται να υποθέσει το χειρότερο, παρατηρώντας την συμπεριφορά της ηρωίδας μετά την επίθεση). Το πρώτο, ανάλογο φιλμ υπήρξε το “Johnny Belinda” (Σιωπηλή τραγωδία, 1948) που απέφερε στην πρωταγωνίστριά του Τζέην Γουάιμαν, το Όσκαρ ερμηνείας.

Νεαρή γυναίκα (Μάλα Πάουερς) – άρτι αρραβωνιασθείσα – βλέπει τη ζωή της να γίνεται συντρίμμια όταν μια νύχτα, επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά, πέφτει θύμα βιασμού (από έναν τύπο με μια ουλή στο λαιμό). Εγκαταλείπει το σπίτι της, (ολοκληρωτικά) τραυματισμένη και ανήμπορη να λειτουργήσει εντός του κοινωνικού της περιβάλλοντος. Περιπλανώμενη, συναντά συμπαθή άντρα (Τοντ Άντριους) που την βοηθά να ανακάμψει. Σε ένα πάρτυ, παραλίγο να σκοτώσει κάποιον που την πλησιάζει, καθώς φαντάζεται πως είναι αυτός που της επιτέθηκε.

Η ταινία της Λουπίνο διαθέτει σε ισχυρό βαθμό την θηλυκή παρουσία (και εν μέρει την αντίστοιχη φεμινιστική ματιά) στην πλειονότητα των σκηνών, στην ιστορία και στους χαρακτήρες. Ο χώρος εργασίας της πρωταγωνίστριας, στην πλειοψηφία του απαρτίζεται από γυναίκες υπαλλήλους. Τα αρσενικά – ως επί το πλείστον – επιτελούν πιο ανιαρά καθήκοντα σε σχέση με τα θηλυκά, στοιχείο που ίσως και να εκφράζει μια (δεδηλωμένη) προτίμηση της δημιουργού σε κάποιο εναλλακτικό σύμπαν.

Για παράδειγμα, ο γείτονας και συνάδελφός της είναι επιφορτισμένος με το (οδυνηρά) μονότονο καθήκον να σφραγίζει σωρούς από σελίδες, τη μία μετά την άλλη, ασταμάτητα. Ο πατέρας της, καθηγητής Γεωμετρίας, μπουχτισμένος από μια ζωή πληκτικής διδασκαλίας πάνω στο – ακόμα πιο βαρετό -παρακλάδι ενός ήδη βαρετού αντικειμένου όπως τα Μαθηματικά. Η μητέρα της είναι η πιο συμπαθής απ’ τους δυο γονείς, κι αυτή που διαθέτει την ισχυρότερη επιρροή πάνω στο ζήτημα της ευτυχίας της κόρης της.

Η Λουπίνο δημιουργεί αδημονία και σασπένς, όποτε αυτό προσφέρεται : η ουλή ενός καφεπώλη που αποτυπώνεται σε κάποιο κοντινό στην αρχή του φιλμ εγείρει υποψίες για το ποιόν του, για να αποδειχθεί στη συνέχεια πως ανήκει στον βιαστή της ηρωίδας. Η τελευταία συμφωνεί να δουλέψει ως αργά το βράδυ της επίθεσής της, γεγονός που δημιουργεί ανησυχία και άβολα συναισθήματα στον θεατή. Η συμπεριφορά της μετά την επίθεση, αλλάζει δραματικά : φαντασιώνεται διαρκώς τον θύτη, αρνείται την προσωπική δέσμευση, οδηγείται στην παρανοϊκή αίσθηση πως άπαντες τριγύρω την παρατηρούν, την σχολιάζουν και την κατακρίνουν. Η κάμερα της Λουπίνο παρακολουθεί τα δυσάρεστα επακόλουθα μιας σεξουαλικής επίθεσης σε όλη τους την αντάρα. Αν και καταγγέλλει το έγκλημα, η ηρωίδα τελικά εσωτερικεύει το τραύμα και τρέπεται σε φυγή, αλλάζοντας μέχρι και ταυτότητα. Ένα θαρραλέο «κατηγορώ» και μαζί ένα ορόσημο του σινεμά, καθώς πρόκειται για την πρώτη ταινία που επιχειρεί ανοιχτά ένα ψυχογράφημα της κακοποιημένης γυναίκας…

Never Fear (Ποτέ μη φοβηθείς, 1949)

Γνωστό και υπό τον τίτλο The Young Lovers, το συγκεκριμένο φιλμ ξετυλίγει την ιστορία μιας ταλαντούχας και όμορφης χορεύτριας (Σάλλυ Φόρεστ) που καταρρακώνεται μαθαίνοντας ότι έχει προσβληθεί από πολιομυελίτιδα και θα μείνει παράλυτη. Προτιμώντας να βυθιστεί μόνη στη δυστυχία της, η γυναίκα διαλύει τον αρραβώνα με τον παρτενέρ και χορογράφο της (Κηφ Μπράσελ), αλλά αυτός είναι αποφασισμένος να μείνει στο πλευρό της. Παρά τις προειδοποιήσεις πως …. «τα ανάπηρα κορίτσια δεν πουλάνε», η Λουπίνο αισθανόταν πολύ κοντά στο θέμα : το Λος Άντζελες είχε πληγεί μόλις τον προηγούμενο χρόνο από μια φοβερή έξαρση της ασθένειας (πάνω από 7.000 περιπτώσεις), ενώ και η ίδια είχε προσβληθεί απ’ αυτήν πίσω στη δεκαετία του ’30.

Ένα ευαίσθητο ζήτημα που ήγειρε διαρκή ανησυχία για την δημόσια υγεία. Έτσι αποφασίζει να παρακολουθήσει (δραματουργικά) την πορεία μιας νεανικής ψυχής από το πένθος και τον πόνο στην αποδοχή και την αυτογνωσία, σε μια ταινία που ανακαλεί μνήμες από την δική της μάχη με τη νόσο (και η οποία κυκλοφόρησε λίγο πριν βρεθεί το εμβόλιο για την καταπολέμησή της). Η ιστορία είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να δείχνει όχι μόνο τις συνέπειες της νόσου, αλλά και την ελπίδα που (πρέπει να) εξακολουθεί να υπάρχει για τους πληγέντες.

Το Never Fear είναι ένα παράξενο, ιδιότυπο μείγμα μελοδράματος και ρεαλισμού. Κάνοντας την καλύτερη δυνατή χρήση του μικρού, περιορισμένου της budget, η δημιουργός γυρίζει τα πλάνα της στο εσωτερικό μιας κλινικής πολιομυελίτιδας και χρησιμοποιεί παράλυτους – θύματα της νόσου ως ηθοποιούς και κομπάρσους. Πολλές σκηνές αναλώνονται στην παρακολούθηση της φυσιοθεραπείας και των δοκιμασιών που υπομένουν οι ασθενείς. Γεγονός που απομυθοποιεί τα αποτελέσματα της νόσου, ρίχνει όμως ενδιαφέρον φως και σε άλλα ζητήματα (και προβλήματα).

Καθώς το φιλμ εξελίσσεται και η ηρωίδα αποτυγχάνει να σταθεί στα πόδια της, γλιστρά στην κατάθλιψη – σπαράσσοντας συγχρόνως και την καρδιά του αρραβωνιαστικού της. Μερικές φορές, η σκηνοθεσία της Λουπίνο δείχνει να αντλεί τα μέγιστα απ’ αυτή την κατάσταση της πρωταγωνίστριας. Ωστόσο, το πρώτο της (σόλο) εγχείρημα, φαντάζει ελαφρώς δύσκαμπτο στις δραματικές σκηνές. Η μουσική επένδυση είναι οξύτατη, «καπελώνοντας» τα πλάνα, η Σάλλυ Φόρεστ ρίχνει τον εαυτό της στα κρεβάτια σαν νευρικό, κακομαθημένο παιδί και ο πυρήνας κάθε σκηνής … πνίγεται στη βαβούρα.

Το λες και στιλιστική απόπειρα (στα όρια που επιτρέπει ένα φτηνιάρικο μελόδραμα), το περισσότερο εν τούτοις οφείλεται σε απειρία (και έλλειψη ζύμωσης πίσω απ’ την κάμερα). Ως ηθοποιός, η Λουπίνο υπήρξε μαστόρισσα των λεπτών (ερμηνευτικών) αποχρώσεων που οικοδομούσαν (και κυοφορούσαν) μέσα τους το μεγάλο συναίσθημα. Ο χρόνος έμελλε να αποδείξει αν μπορούσε να επιτύχει το ίδιο και σαν σκηνοθέτρια…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑