Μελίνα Μερκούρη : οι μεταμορφώσεις μιας γυναίκας σε 19 ρόλους

Μελίνα Μερκούρη : οι μεταμορφώσεις μιας γυναίκας σε 19 ρόλους

Είναι γεγονός πως η Μελίνα (με εξαίρεση τη «Στέλλα», όπου κατάφερε να την κουμαντάρει σωστά ο Κακογιάννης και το ανέλπιστο «Δέκα και Μισή, Καλοκαίρι Βράδυ» του Ντασέν – προσωπική εκτίμηση του γράφοντος) δεν υπήρξε ερμηνεύτρια διαμετρήματος ή δραματουργικών αξιώσεων (για τις… φαρμακόγλωσσες δεν υπήρξε καν ηθοποιός). Πιο πολύ απασχόλησε με την προσωπική της ζωή (συχνά αμφιλεγόμενη, όπως για παράδειγμα στην περίοδο της Κατοχής) ή την ενασχόλησή της με τα κοινά και την πολιτική. Από φεμινιστικό σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδος σε «εξαγώγιμη» φιγούρα με τη στάμπα του μεσογειακού ταμπεραμέντου κι από κει σε (remotely μαχόμενη) περσόνα του αντιδικτατορικού αγώνα και εν συνεχεία πρέσβειρα μιας global προσπάθειας για επιστροφή των Ελγίνειων στην κοιτίδα τους (ως Υπουργός Πολιτισμού). Εγώ της χρεώνω ότι τερμάτισε πρόωρα (ίσως) την σκηνοθετική καριέρα του Τζούλη (Ντασέν) – που μυαλό για σινεμά ο τελευταίος, ξετρελαμένος μαζί της και κάτοικος Ελλάδος πλέον – τον οποίο, μεγάλο σκηνοθέτη μετά το μακαρθικό «φευγιό» του απ’ την Αμερική (με εξαίρεση το «Ριφιφί») δεν τον λες (ίσως και ανέκαθεν, εντέλει, να μην υπήρξε τέτοιος), αλλά που ποτέ δεν ξέρεις τι ακόμη θα μπορούσε να είχε κάνει σε διαφορετική περίπτωση. Όμως εδώ είμαστε για να θυμηθούμε (και να σας θυμίσουμε) τα πεπραγμένα της Μελίνας ως ηθοποιού, σε ένα νοσταλγικό και άκρως σινεφιλικό πισωγύρισμα στο χρόνο (για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεώτεροι)

1. Ως «Στέλλα» (1955), στο σπουδαιότερο (ίσως) μείγμα αντισυμβατικού γυναικείου role model και αντιηρωικής κινηματογραφικής φιγούρας που γεννήθηκε ποτέ εντός των συνόρων, «εκρήγνυται» κόντρα στα ταμπού της εποχής της και κερδίζει περίοπτη θέση στο συντηρητικό ελληνικό σινεμά : ελεύθερη και ασυμβίβαστη, διεκδικώντας με πάθος τον έρωτα. Και κυρίως, πρόθυμη να αναλάβει το κόστος μιας τέτοιας επιλογής. Μέχρι τέλους. Μπορεί να έπεισε τον Μιχάλη Κακογιάννη για πολλά, για ένα μόνο δεν μπόρεσε ποτέ (όπως ο ίδιος αναφέρει στην αυτοβιογραφία του) : για την περιβόητη σεξουαλικότητά της. Ωστόσο, αυτό το …στόμα – εξαιτίας του οποίου ο Φίνος έλεγε γι’ αυτήν πως δεν θα μπορούσε να κάνει καριέρα – ο τελευταίος το εκμεταλλεύτηκε απόλυτα! Συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Κανών και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξένης Ταινίας από την Επιτροπή Ανταποκριτών Ξένου Τύπου στο Χόλυγουντ.

2. Ως Κατερίνα/Μαρία Μαγδαληνή στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (Celui qui doit mourir , 1957) του Ζυλ Ντασέν (βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Καζαντζάκη), που μεταφέρει ανάγλυφα όλο το μυστικιστικό, βαθιά κοινωνικό, λίαν θρησκευτικό θέατρο του παραλόγου που έχει στηθεί σε ένα φτωχικό ορεινό χωριό και γίνεται εξόχως επίκαιρο στις μέρες μας, με τις δραματικές διαστάσεις που έχει λάβει το προσφυγικό ζήτημα. «Τόπος για τους χολεριασμένους δεν υπάρχει», κραυγάζει ο παπάς… υποδεχόμενος το μπουλούκι των ξεριζωμένων προσφύγων στο χωριό του, ένα χωριό που ετοιμάζεται για την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού και του μαρτυρίου της Σταύρωσης, σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο. Έτσι, το μπουλούκι των κυνηγημένων, αλλά υπερήφανων χωρικών, θα ανεβεί – κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου – το δικό του Γολγοθά : το ξερό βουνό της Σαρακίνας που δεσπόζει στην περιοχή. Ειδικό βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών και υποψήφιο για BAFTA καλύτερης ξένης ταινίας.

3. Ως θυελλώδης Μπελ στο «Η τσιγγάνα και ο τζέντλεμαν» (The Gypsy and the Gentleman, 1958) του Τζόζεφ Λόουζυ, κυνηγάει να τυλίξει τον αριστοκράτη (Κηθ Μίτσελ) και να του αποσπάσει μέχρι και την τελευταία δεκάρα, για να την μοιραστεί με τον εραστή της (Πάτρικ Μακ Γκούαν). Όμως το θύμα είναι χρεωμένο ως τα μπούνια, το αρχοντικό του υποθηκευμένο και ο βαρύς αλκοολισμός προ των πυλών για τον ίδιο. Η παρακμή και η σήψη της ανώτερης τάξης (αγαπημένο θέμα του σκηνοθέτη) αποτελούν το κυρίαρχο μοτίβο, καθώς αριστοκράτης και τσιγγάνα γίνονται μαριονέτες στα δίχτυα του εκπροσώπου της κατώτερης τάξης (του εραστή της τελευταίας) που τους χειρίζεται επιδέξια προς ίδιον όφελος. Πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα – ως προς την σχέση της ηρωίδας με αυτούς τους δύο – εάν η Μελίνα μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα ως ηθοποιός.

4. Ως Δόνα Λουκρητία στο «Θηλυκός Δαίμων» (La legge/The Law, 1959) του Ντασέν, σύζυγος εκπροσώπου της έννομης τάξεως σε ιταλικό ψαροχώρι, που τα’ χει με φοιτητή της Νομικής και υιό του ντόπιου «ταραξία» : ένα περίεργο φιλμ, κάτι ανάμεσα σε χολιγουντιανή σαπουνόπερα και ευρωπαϊκό art-house, που αναδίδει – ουκ ολίγες φορές – μια camp αισθητική, αλλά διαθέτει στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, βαθιά και στιλπνή ασπρόμαυρη φωτογραφία και μια θάλασσα κινηματογραφημένη έτσι όπως μόνο ο Φελίνι θα μπορούσε. Και τι καστ : Τζίνα Λολομπρίτζιτα, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Πιερ Μπρασέρ, Υβ Μοντάν κ.α.

5. Ως Ίλια, ασυμβίβαστη πόρνη με καθαρή καρδιά που τριγυρίζει στο λιμάνι του Πειραιά, στο «Ποτέ την Κυριακή» (Never on Sunday, 1960) του Ντασέν, ο οποίος – μαγεμένος από το ρόλο της στη «Στέλλα» – μετατρέπει εδώ τη Μερκούρη σε σύμβολο του «ελεύθερου πνεύματος» μιας ολόκληρης χώρας. Ηρωίδα του ένα πλάσμα αδέσμευτο που δεν ανέχεται καταπίεση, αισιόδοξη ψυχή που καταδικάζει κάθε τι άσχημο να ζει μακριά της, έξω απ’ το σύμπαν και τη σκέψη της, που δρα ανεξάρτητη και διαλέγει μόνη τους πελάτης της. Που μπορεί να αποφασίζει πως δεν εργάζεται… Ποτέ την Κυριακή! Με τον μικρόκοσμό της, τριγυρισμένη από φίλους-πελάτες τη ζωή των οποίων ομορφαίνει καθημερινά με το χαμόγελό της. Στο δρόμο της θα βρεθεί αμερικάνος ερασιτέχνης φιλόσοφος ονόματι… Όμηρος (Ντασέν), που θεωρεί την αρχαία Ελλάδα «Ιδανικό» που κατέρρευσε και αναζητεί τους λόγους της κατάρρευσης μακριά από την ιστορία και την πολιτική : στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Αδυνατεί να πιστέψει πως κάποια σαν την ηρωίδα εργάζεται ως πόρνη. Και μεταθέτει την προσωποποίηση της ίδιας της Ελλάδας σε κείνην, βάζοντας πλώρη να την μεταστρέψει, κάνοντάς την κοινωνό της δικής του αλήθειας. Όμως η αλήθεια είναι μία : πως δεν μπορείς να κάνεις κάτι διαφορετικό, αλλιώτικο από αυτό που (πραγματικά) είναι. Φιλμ που λειτουργεί (κατά κύριο λόγο) συμβολικά : H Ίλια είναι η Ελλάδα, οι υπόλοιποι όσοι προσπαθούν να την αλλάξουν αλλά δεν το καταφέρνουν, παρά τις καλές προθέσεις και την αγάπη τους γι’ αυτήν (τι να σου κάνω, αυτή ήταν η ματιά του σκηνοθέτη για την Ελλάδα της τότε εποχής). Πολύ περήφανη κι ευτυχισμένη για να αλλάξει, πόσο μάλλον όταν το επιχειρεί (ή της το επιβάλλει) κάποιος άλλος. Υποψήφιο για Χρυσό Φοίνικα, έφυγε με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας που η Μελίνα μοιράστηκε με τη Ζαν Μορώ του «Μοντεράτο Καντάμπιλε». Πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ την επόμενη χρονιά : α’ γυναικείου (το έχασε από την Ελίζαμπεθ Τέηλορ του «Butterfield 8»), κοστουμιών, σεναρίου-σκηνοθεσίας και τραγουδιού… το οποίο και κέρδισε με τα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι (το πρώτο τραγούδι σε άλλη γλώσσα – πλην αγγλικής – που έλαβε τη συγκεκριμένη διάκριση).

 6. Ως Μαρία των Μεδίκων, στο «Vive Henri IV… vive l’amour!» (Ζήτω ο Έρωτας, 1961) του Κλωντ Ωτάν-Λαρά. Χάρτινοι κινηματογραφικοί ήρωες – καρικατούρες της (αληθινής) Ιστορίας, βγαλμένοι θαρρείς κατευθείαν από μουσείο κέρινων ομοιωμάτων και ένα φιλμ που – προφανώς – εκτός από τον ίδιο τον δημιουργό του θα πεθύμησαν διακαώς να λησμονήσουν τάχιστα και οι συντελεστές του.

7. Σε ρόλο Ξένης Κυρίας στο «Il giudizio universale» (Η ώρα της μεγάλης κρίσεως, 1961) του Βιτόριο ντε Σίκα. Στη Νάπολι, μια φωνή από τον ουρανό αναγγέλλει πως η Ώρα της Κρίσεως έφτασε και θα είναι στις 18.00 μ.μ. της ίδιας μέρας. Αυτό που ακολουθεί είναι μια σειρά από στιγμιότυπα που παρουσιάζουν την αντίδραση (ή την απουσία αντίδρασης) διαφορετικών ανθρώπων στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης. Ένα υπερ(νεο)ρεαλιστικό – ίσως και σουρεαλιστικό – όραμα για όλες τις ανθρώπινες φοβίες, τυλιγμένο σε απολαυστικό, σχεδόν μαγικό μείγμα τρόμου και χαράς. Ασπρόμαυρο και έγχρωμο (συνάμα), γιομάτο ελπίδα και ερήμωση… και μ’ ένα καστ περίεργο όσο και εξαιρετικό : Αλμπέρτο Σόρντι, Μελίνα Μερκούρη, Βιτόριο Γκάσμαν, Φερναντέλ, Ανούκ Αιμέ, Τζακ Πάλανς, Σιλβάνα Μαγκάνο, Λίνο Βεντούρα, Έρνεστ Μποργκνάϊν, μέχρι και ο Τζίμυ Ντουράντε. Όλες οι συνδεόμενες βινιέτες που το απαρτίζουν έχουν το ίδιο αδυσώπητο σημείο αναφοράς : το (θεωρητικό) Τέλος του Κόσμου. Κατά διαστήματα σε διασκεδάζει ο τρόπος που χτίζει τα στιγμιότυπά του με ύφος… «Αποκαλυπτικό» για να τα ολοκληρώσει μέσα σε έναν βιαστικό και αφρισμένο τόνο, όμως στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια (θαυμάσια) κινηματογραφική άσκηση που παίζει με τον ανυπέρβλητο φόβο του τελικού και αναπόφευκτου αφανισμού μας. Παράξενο, αστείο, άβολο και συναρπαστικό φιλμάκι.

8. Ως «Φαίδρα» στην ομώνυμη ταινία (Phaedra, 1962) του Ντασέν, εντυπωσιακή σύζυγος Έλληνα εφοπλιστή (Ραφ Βαλόνε) που της κάνει πρόταση γάμου στη «βάφτιση» του πλοίου που κατασκευάζει για να του δώσει το όνομά της. Κόρη του μεγαλύτερου ανταγωνιστή του και γυναίκα που πλήττει θανάσιμα. Ένα ταξίδι στο Λονδίνο, η συνάντηση με τον γιο του άντρα της από προηγούμενο γάμο (Άντονι Πέρκινς), ο έρωτας κι η αποπλάνηση. Το αναπόφευκτο της καταδικασμένης σχέσης που εξελίσσεται σε οικογενειακή τραγωδία. Μια κλασική Ευριπίδεια τραγωδία – η ανασύνθεση του μύθου του «Ιππόλυτου» (Πέρκινς) που μεταφέρει (δια χειρός Μαργαρίτας Λυμπεράκη στο σενάριο) το ερωτικό τρίγωνο από την αρχαία Ελλάδα της βασιλικής οικογένειας του Θησέα (Βαλόνε) στη σύγχρονη Ελλάδα των εφοπλιστών (ήταν άλλωστε μια εποχή που οι οικογένειες Ωνάση και Νιάρχου συναγωνίζονταν σε σκάνδαλα και πρωτοσέλιδα τους σταρ του Χόλυγουντ), με την Φαίδρα (Μερκούρη) να παραμένει λαμπερή και τραγική στο όνομα της. Η γνωριμία των δύο εραστών (σε μια υπέροχη σκηνή) στο Βρετανικό Μουσείο – η ερωτική πανοπλία της ψυχρής ηρωίδας που λιώνει στη φλόγα του νεαρού απογόνου, την ώρα που κι ο ίδιος χάνει τον έλεγχο και ερωτεύεται τη μητριά του – θα καταλήξει σε μια από τις ωραιότερες ερωτικές σκηνές (χωρίς καθόλου γυμνό) όπου εκείνος ανακαλύπτει τον κρυμμένο αισθησιασμό του απαγορευμένου καρπού. Μπροστά σ’ ένα αναμμένο τζάκι, κάτω από μια σειρά βυζαντινών εικόνων, πίσω από παλλόμενα ξώφυλλα που αναχαιτίζουν την καταρρακτώδη βροχή, υπό τους ήχους της πιο ερωτικής μουσικής του Μίκη, ο σύγχρονος Ιππόλυτος ερωτεύεται μοιραία και αμετάκλητα την Φαίδρα και της παραδίνεται. Εκείνη τον προστάζει : «μην έρθεις στην Ελλάδα». Την παρακούει. Κι εγκλωβίζεται στα νήματα που ο πατέρας του επιχειρεί να κατευθύνει, με κείνον ως μαριονέτα. Η ερωτευμένη Φαίδρα συνειδητοποιεί το παιχνίδι και επαναστατεί. Στη σκηνή όπου οι μαυροφορεμένες γυναίκες και μάνες του πληρώματος του βυθισμένου πλοίου – παραταγμένες στο διάδρομο έξω από το γραφείο του εφοπλιστή – μετατρέπονται σε αρχαίο χορό, η ηρωίδα αποκαλύπτει τα πάντα στον άνδρα της. Όλα έχουν τελειώσει. Ο γιός ακολουθεί συνομολογώντας. Το πατρικό χέρι του συνθλίβει το πρόσωπο κι εκείνη την ψυχή. Οι δυο εραστές οδηγούνται σε τραγικό θάνατο (με ομοιότητες από την ζωή των μεγαλύτερων εφοπλιστικών οικογενειών της Ελλάδας). Ο Ιππόλυτος βουτάει στο κενό – το άρμα του (μια Aston Martin) συνθλίβεται σε κάτι απόκρημνα βράχια – ενώ η Φαίδρα επιλέγει την αυτοκτονία. Κλειδώνει τα πορτάκια μιας βυζαντινής εικόνας ώστε να μην αντικρύσουν οι Θεοί την ύβρη και σφαλίζει με μαύρη ταινία ύπνου τα μεγάλα της μάτια. Το φιλμ είχε διθυραμβική επιτυχία στην Ευρώπη, αλλά στην Αμερική πάτωσε. Παραμένει, ωστόσο, για πολλούς (και για τον γράφοντα) η ωραιότερη στιγμή του κινηματογραφικού ζεύγους Μερκούρη – Ντασέν.

9. Ως Μάγδα, «βασίλισσα των μαυραγοριτών» της Αμβέρσας, που ερωτεύεται τον ανεμοδαρμένο (αλλά συνετό) στρατιώτη Τζωρτζ Πέπαρντ – στο «The Victors» (Οι νικηταί, 1963) του Καρλ Φόρμαν – ο οποίος περνάει μερικές όμορφες στιγμές κοντά της αλλά τελικά συνειδητοποιεί πως η αγάπη του για το καθήκον είναι μεγαλύτερη! Ευφυής, διακλαδωτή σάγκα που παρακολουθεί τις περιπέτειες μιας διμοιρίας Αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κυρίαρχο μήνυμα του …τρίωρου αυτού (αντι)πολεμικού έπους, το ότι ο πόλεμος είναι μια ζοφερή πραγματικότητα χωρίς νικητές (άντε, τι μου λες), οι βάναυσες συνέπειες του οποίου αφήνουν σημάδια βαθιά και πληγές ανεπούλωτες όχι μόνο σε όσους πολεμούν στην πρώτη γραμμή, αλλά και σε εκείνους που βρίσκονται στα μετόπισθεν. Εξ ου και οι ιστορίες των ηρώων λαμβάνουν (εκτενώς) χώρα σε διάφορα μπαρ και κρεβατοκάμαρες, με τη συμμετοχή γυναικών εξίσου σημαδεμένων μ’ εκείνους απ’ τις επιπτώσεις του πολέμου. Η ειρωνεία των καταστάσεων-συγκυριών έχει την τάση να βρίσκει τις περισσότερες φορές τους πρωταγωνιστές …ξεβράκωτους! Είτε πρόκειται για τον οικογενειάρχη Βίνσεντ Έντουαρντς που ξοδεύει τόσο χρόνο μοιραζόμενος τον καημό του με την (ιταλιδούλα σύζυγο και μητέρα) Ροζάνα Σκιαφίνο, ώστε φτάνουν στο σημείο να πρέπει να παρηγορήσουν ο ένας τον άλλο με κάτι παραπάνω από συμπονετικές λέξεις. Είτε πρόκειται για τον σκληροτράχηλο λοχία Ελάι Γουάλας που συναντά τη γαλλίδα χήρα Ζαν Μορώ στα ερείπια βομβαρδισμένης βίλας (στην οποία έχει έρθει για να εναποθέσει ενθύμια του άντρα της), η φοβισμένη και αποξενωτική συμπεριφορά της οποίας δεν του αφήνει περιθώρια παρά να… «συνεργαστεί» μαζί της. Είτε πρόκειται για τον ωραίο Τζωρτζ Χάμιλτον, που του γυαλίζει η γλυκύτατη βελγίδα Ρόμι Σνάιντερ – την οποία συναντά σε μπαρ να παίζει στο βιολί το «Humoresque» του Ντβόρακ – για να προσγειωθεί ανώμαλα όταν ανακαλύπτει το επόμενο κιόλας βράδυ πως δεν πρόκειται παρά για σχιζοφρενή πόρνη…

10. Ως Ελίζαμπεθ Λιπ, ψυχή της κοσμοπολίτικης συμμορίας που σχεδιάζει να ληστέψει το μουσείο Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης, στο «Topkapi» (1964) του Ντασέν, βασισμένο στη νουβέλα «Το φως της μέρας» του Έρικ Άμπλερ. Το φιλμ ξεκινάει με την ίδια να αναδύεται – ντυμένη στα λευκά – σαν φιγούρα κέρινου ομοιώματος μέσα από ένα σύμφυρμα χρωματισμένων φωτισμών που χορεύουν, για να μας ανακοινώσει πως είναι κλέφτρα κι έχει ένα φιλόδοξο σχέδιο : να ξαφρίσει το παλάτι του Τοπ Καπί. Στη συνέχεια, η κάμερα κάνει cut στο βαρυφορτωμένο από σμαράγδια στιλέτο που αστράφτει σε χρυσοπράσινους ιριδισμούς και συνοδεύεται από την φιγούρα ενός …σουλτάνου (μαχαραγιά, whatever) που στέκεται μπροστά στην κλειδωμένη γυάλινη θήκη του, σε κάποια αίθουσα του Μουσείου. Αυτό είναι το αντικείμενο του πόθου της κλέφτρας μας, που εν συνεχεία προχωράει στη στρατολόγηση των μελών της σπείρας που θα θέσει σε εφαρμογή το ριψοκίνδυνο εγχείρημα (Μαξιμίλιαν Σελ, Ρόμπερτ Μόρλεϊ, Πήτερ Ουστίνωφ). Φαντάσου το «Ριφιφί» γυρισμένο με το πνεύμα και το ύφος του «Ποτέ την Κυριακή» και έχεις μια γενναία δόση του τι μπορείς να περιμένεις από δαύτο. Θα εκπλαγείς από τον πολυδάπανο χρωματικό διάκοσμο και το ατμοσφαιρικό σκηνικό : είναι η πρώτη φορά που ο Ντασέν χρησιμοποιεί χρώμα σε κάποια ταινία του και κάνει σαν παιδί που ανακαλύπτει με ενθουσιασμό ένα καινούργιο παιχνίδι – του επιτίθεται άγρια! Η πανδαισία των χρωμάτων υποδηλώνει κομψότητα, πλούτο, ρομαντισμό, αλλά πάνω απ’ όλα κάνει πιστευτό το σκηνικό μέσα στο οποίο όχι μόνο εκκινεί αλλά και εξελίσσεται το φιλμ. Ο Πήτερ Ουστίνωφ κερδίζει το πρώτο του Οσκαρ β’ αντρικού ρόλου και είναι απόλαυση να τον βλέπεις να ανακατεύει το μελόδραμα με τη φάρσα και την παρωδία, μέσα από τον κωμικό τόνο που αναδίδουν οι … κάθιδρες συναντήσεις και τα κακότυχα συναπαντήματά του με την τουρκική αστυνομία ή το σκαρφάλωμα στη στέγη του παλατιού υπό την επήρεια ιλίγγου. Ένα φιλμ γεμάτο ιδιότυπα γκάτζετ και φιγούρες, που ξεδιπλώνεται πλάι σε τζαμιά, παραδοσιακά δρομάκια και πολύχρωμα παζάρια, με φόντο τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τον Βόσπορο και προσφέρει φωτεινές στιγμές και μια τελική σεκάνς…. αλά Ριφιφί!

11. Ως Τζένι, ιδιοκτήτρια νυχτερινού κέντρου σε παραθαλάσσιο ισπανικό χωριό της Κόστα Μπράβα, στο «Los pianos mecánicos» (The Player Pianos, 1965) του Χουάν Αντόνιο Μπαρδέμ. Μια γυναίκα που εμπλέκεται σε περιπέτεια με νεαρό άντρα (Χάρντι Κρούγκερ) ο οποίος επισκέπτεται το χωριό στην προσπάθειά του να συνέλθει από πρόσφατο νευρικό κλονισμό, η σχέση τους όμως αλλάζει με δραματικό τρόπο όταν εκείνη ερωτεύεται αλκοολικό συγγραφέα (Τζέιμς Μέησον) που παλεύει να σταθεί ξανά στα πόδια του για χάρη της καριέρας και του μικρού του γιου. Υπέροχο μουσικό σκορ δια χειρός Ζωρζ Ντελερύ και αψεγάδιαστη σκηνοθεσία από τον χαρισματικό Μπαρδέμ (θείο του Χαβιέ, τα χουμε ξαναπεί αυτά) που εστιάζει στις υπαρξιακές – ερωτικές συγκρούσεις των μποέμ ηρώων του, σε ένα φιλμ (ωστόσο) που εμφανώς στερείται ρυθμού.

12. Ως Αουρώρα/Σελέστ ντα Κόστα, χήρα σκοτεινής φιγούρας του υποκόσμου που εμπλέκει τον ήρωα στην αναζήτησή της για εξαφανισμένη λεία (μια μικρή περιουσία από διαμάντια), στο «A Man Could Get Killed» (Ραντεβού στη Λισσαβόνα, 1966) του Ρόναλντ Νημ, πλάι στους Τζέιμς Γκάρνερ, Σάντρα Ντη και Άντονι Φραντσιόζα. Sixties ατμόσφαιρα και στιλιζάρισμα, μεσογειακό σκηνικό και το Strangers in the Night να ακούγεται από τον Φράνκι καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Το παιχνίδι κατασκόπων που διαπλέκεται με μια ιστορία λαθρεμπορίου δεν διαθέτει μεγάλη συνοχή, ούτε επαρκές σασπένς. Ούτε το χιούμορ του μπορείς να πεις ότι σε καλύπτει. Έχει όμως την πανέμορφη παλιά πόλη της Λισσαβόνας και πλάνα λουσμένα στο Τεχνικόλορ και το Παναβίζιον να σε αποζημιώνουν. Ο Τζέιμς Γκάρνερ δεν πείθει με την – αλά Τζακ Λέμον – επιτηδευμένη (κάργα προσποιητή) αμηχανία του, ούτε η Μελίνα σε ρόλο Πορτουγέζας ξελογιάστρας. Γενικώς, μάλλον βαριόντουσαν όλοι όσοι βρέθηκαν σε αυτή την ταινία (μηδέ της παραγωγής εξαιρουμένης), είναι όμως από τα φιλμάκια εκείνα που παλιά, όταν τα πετύχαινες ξημερώματα σε κάνα STAR (γιατί ως γνωστόν οι ταινίες στην τηλεόραση είναι μονάχα για τους άνεργους ή τους συνταξιούχους ξενύχτηδες), καταλάβαινες αμέσως ότι θα σε χαλαρώσουν και θα σου φτιάξουν τη διάθεση σε σχέση με οποιαδήποτε εναλλακτική επιλογή.

13. Ως αλκοολική Μαρία, σύζυγος του Πήτερ Φιντς και μητέρα ενός μικρού κοριτσιού στο «10:30 P.M. Summer» (Δέκα και Μισή, Καλοκαίρι Βράδυ – 1966) του Ντασέν. Ένα προβληματικό αντρόγυνο, ένα οδικό ταξίδι στην ισπανική ενδοχώρα, ένα ερωτικό τρίγωνο (Μερκούρη – Φιντς – Ρόμυ Σνάιντερ). Ο Φιντς διατηρεί κρυφή σχέση με τη Ρόμυ κι η Μερκούρη αποκτά εμμονή με δολοφονία που εξελίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας με σφοδρή καταιγίδα, σε χωριό που σταθμεύουν. Αυτό που ξεκινά σαν ταξίδι αναψυχής καταλήγει ως στοχασμός πάνω στην τραγωδία και την απιστία, σε μια προσαρμογή της σεναριογράφου Μαργκερίτ Ντιράς πάνω στην ομώνυμη νουβέλα της. Ξεκάθαρο «βλέμμα» sixties, η Ρόμυ ίσως ποτέ να μην έχει υπάρξει ομορφότερη και η Μελίνα (παράξενο αλλά πέρα ως πέρα αληθινό) εξαιρετική σε ρόλο αλκοολικής που της έχει τελειώσει ο έρωτας για τον Φιντς και προσπαθεί να βρει παρηγοριά βοηθώντας έναν δολοφόνο (έναν αγρότη που σκοτώνει την άπιστη γυναίκα του και τον εραστή της) να ξεφύγει απ την ισπανική αστυνομία. Μεγάλο μέρος της δράσης κυλά ανεξήγητα, υπάρχει και η εκπληκτική, εξπρεσιονιστική φωτογραφία του Ούγγρου Γκάμπορ Πόγκανι (που δούλεψε κυρίως στο ιταλικό σινεμά του ’50 και του ’60, χωρίς σπουδαία αναγνώριση). Πάνω απ’ όλα όμως το δημιούργημα του Ντασέν είναι μια «αφηρημένη» απόλαυση, χωρίς να απέχει στιλιστικά έτη φωτός από το Blow-Up του Αντονιόνι. Πολύ ιδιαίτερη και η (λεσβιακών αναγνώσεων) σκηνή Μερκούρη – Σνάιντερ στη ντουζιέρα, όπως και η μεταξύ τους σχέση. Η πρώτη επιθυμεί να «πιάσει» την δεύτερη στην αγκαλιά του άντρα της και σε παραληρηματική κατάσταση…φαντασιώνεται ότι το πράττει! Υποτιμημένο και αρκετά ξεχασμένο (σήμερα).

14. Ως καλόκαρδη «Βασίλισσα Λιλ», ιδιοκτήτρια αριστοκρατικού μπορντέλου στο Σικάγο του 1910 που περιμαζεύει τον αφελή, νεαρό επαρχιώτη (αλλά με κάτι σεξουαλικές ορμές να!…με το συμπάθιο) Μπο Μπρίτζες, στο «Gaily, Gaily» (Η Βασίλισσα του Σικάγου, 1969) του Νόρμαν Τζούισον. Ο ήρωας φτάνει στο Σικάγο και πέφτει θύμα πορτοφολά που τον ξαφρίζει απ’ τις πενιχρές του οικονομίες. Τον βρίσκει – στα όρια λιμοκτονίας – και τον παίρνει υπό την προστασία της η Μελίνα. Του δίνει δωμάτιο στο «μαγαζί» της και δουλειά σε εφημερίδα. Εκείνος είναι τόσο αγαθός που νομίζει πως η ευεργέτιδά του διευθύνει οικοτροφείο. Σύντομα, ως δημοσιογράφος, βρίσκεται παγιδευμένος σε εκλογική κόντρα ανάμεσα σε συγκαλυμμένα διεφθαρμένο μεταρρυθμιστή και ανοιχτά διεφθαρμένο δημοτικό σύμβουλο. Θα μπορέσει να αποκαλύψει τη διαφθορά ή θα αφεθεί παρασυρόμενος απ’ τη γοητεία που ασκεί η εξουσία; Ένας αλκοολικός ρεπόρτερ-ερευνητής (Μπράιαν Κηθ) κι η νεαρή ενζενί του μπορντέλου (Μαργκότ Κίντερ) – που βλέπει στο πρόσωπό του τον ιππότη με την πανοπλία που θα την γλυτώσει απ’ τη μίζερη ζωή – προσπαθούν να τον βοηθήσουν να ενηλικιωθεί και να ωριμάσει. Λαμπρό καστ, σκηνοθέτης με περγαμηνές, σενάριο βασισμένο σε ιστορία του σπουδαίου Μπεν Χεκτ, ενδιαφέρον ιστορικό πλαίσιο εποχής, ελαφρώς πειραγμένος και ντελικάτος τόνος μαύρης κωμωδίας (θυμίζει αρκετά το αλλόκοτο βρετανικό «The Wrong Box» του ’66), όλα συνηγορούν στο ξεκίνημα για κάτι καλό. Γρήγορα όμως ξεθυμαίνει, καθώς το σενάριο εκτροχιάζεται και τα κάνει μαντάρα!

  1. 15. Ως Νίνα Κάτσεβα, μητέρα του λογοτέχνη Ρομαίν Γκαρί στο «Promise at Dawn» (Υπόσχεση την Αυγή, 1970) του Ντασέν. Ένα θερμό κινηματογραφικό ποίημα αγάπης, που πρέπει να χωρίσει κανείς στα δύο : στο κομμάτι εκείνο που διαχειρίζεται το στυλ και σε εκείνο που διαχειρίζεται την ίδια την ιστορία. Από τα δυο, το πρώτο σαφώς παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον : ο τρόπος που ο Ντασέν μεταχειρίζεται τη Μελίνα μπροστά στο φακό είναι εντυπωσιακός (οι καταβολές του ιδίου από ρωσο-εβραϊκή οικογένεια διευκολύνουν το εγχείρημα). Το δεύτερο, αυτό που παρουσιάζει την αγάπη του χαρακτήρα που ενσαρκώνει η Μελίνα για το γιό της, είναι στατικό και μάλλον αποπροσανατολιστικό (εφόσον μεσολαβεί κι ένας Φρόιντ, δηλαδή : για παράδειγμα, τον σκηνοθέτη δε μοιάζει να απασχολεί τι είδους ψυχισμό ή σεξουαλική ταυτότητα αναπτύσσει ενδεχομένως ένα παιδί που αντιμετωπίζει μια τόσο κτητική και αποπνικτική μητρική αγάπη, την απουσία πατρικής φιγούρας και την έλλειψη παρουσίας συνομήλικων στη ζωή του). Ο Ντασέν αντιμετωπίζει την Μελίνα ως Γκάρμπο, Ντίτριχ ή Μπέργκμαν. Ο ρόλος είναι γραμμένος για εκείνη, προσαρμοσμένος σε εκείνη και σχεδιασμένος για να αναδείξει την (όποια) βιρτουοζιτέ της (λέμε τώρα). Δεν διατηρεί μεγάλη σχέση με την αυτοβιογραφία του ίδιου του Γκαρί. Υποθέτω όμως πως όσο μεγαλώνει κανείς και ξαναβλέπει κάποιες ταινίες, δεν μπορεί να μένει μονάχα σε αυτό που τους εξασφαλίζει η λάμψη μιας σταρ, εάν το υπόλοιπο αποτέλεσμα είναι προβληματικό. Το φιλμ υποτίθεται πως είναι ιδωμένο απ’ την πλευρά του αγοριού, ενός νεαρού Γκαρί τον οποίο έσερνε μαζί της – σαν αξιολάτρευτο μπαγκάζι σε όλη την Ευρώπη (Λένινγκραντ, Πολωνία, Γαλλία, από το τέλος της επανάστασης μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο) – μια μητέρα, η αγάπη της οποίας γι’ αυτόν ήταν περισσότερο ναρκισσιστική : τον αγαπούσε όχι τόσο επειδή ήταν ο ΓΙΟΣ της, αλλά επειδή ήταν ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ γιός. Εκκεντρική, γεμάτη ζωή, μονίμως χρεοκοπημένη, ποτέ αποθαρρυμένη, ατέλειωτα συναρπαστική για τους άντρες, κτητική, γενναιόδωρη, τρυφερή, αυθαίρετη, κοσμική και φινετσάτη. Ο ρόλος του νεαρού γιου είναι απλά να την θαυμάζει κι ο ίδιος να αποτελεί το (εκδηλωτικό) αντικείμενο της δικής της αγάπης. Αργότερα, ως ενήλικας (ερμηνευμένος απ’ τον Ασάφ Νταγιάν) αρχίζει να την εξετάζει και ως χαρακτήρα για να καταλήξει σε μια συγκινητική σκηνή… πάνω απ’ το νεκροκρέβατό της. Η σχέση των δύο μπορεί να μην σε πείθει, οι «μεταμορφώσεις» όμως της Μελίνας είναι συγκλονιστικές : από νέα σε ηλικιωμένη, με μακιγιάζ ή χωρίς, μεθυσμένη, άπορη, χαρούμενη, ζωντανή, πεθαμένη! Τίποτα δεν μπορεί να σε εμποδίσει να τις απολαύσεις, μαζί μ’ αυτές και την ίδια. Και τούτο είναι που σου μένει τελικά : η Μελίνα να κινείται θριαμβευτικά μέσα σε μια ιστορία που δεν αγγίζει ούτε την ίδια, ούτε (πολύ περισσότερο) τον θεατή.

16. Στο «The Rehearsal» (Η δοκιμή, 1974), ένα περίεργο φιλμάκι του Ντασέν με μορφή δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ και σκηνοθετική άποψη αυτοτελούς ταινίας (γυρισμένο σε μια αποθήκη στη Νέα Υόρκη), που αναφέρεται στην περίοδο των γεγονότων του Πολυτεχνείου – εκεί όπου αρκετοί φοιτητές και όχι μόνο (σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες) σκοτώθηκαν εξεγειρόμενοι εναντίον της χούντας. Εμφανίζονται διάφοροι ξένοι ηθοποιοί (διαβάζοντας κυρίως ποίηση – ο Λώρενς Ολίβιε διαβάζει Σεφέρη – και γράμματα απλών ανθρώπων, όπως ο Μαξιμίλιαν Σελ) αλλά και έλληνες της διασποράς (Ολυμπία Δουκάκη, Στάθης Γιαλελής). Το φιλμ δεν προβλήθηκε ποτέ στις κινηματογραφικές αίθουσες, καθώς η χούντα έπεσε λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων. Άμα θες να το πετύχεις, στήσε καραούλι κανένα επετειακό βράδυ στο Κανάλι της Βουλής. Η «Δοκιμή» δεν αφηγείται ούτε επιχειρεί να ανασυστήσει (ή τουλάχιστον δεν είναι αυτό που εμφανώς προσπαθεί να κάνει) τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για το ποιόν της, για το αν και τι κατάφερε να περάσει, τον σκοπό της (που κατά πολλούς είχε να κάνει με την ενημέρωση των ανθρώπων του εξωτερικού για τα γεγονότα), για το ότι ο Ντασέν και η Μερκούρη αντιμετώπισαν το όλο θέμα από την οπτική (του αγωνιζόμενου μεν αλλά) εκείνου που ζει και δρα στο εξωτερικό… και πάει λέγοντας.

17. Ως Κάρλα, στο «Once Is Not Enough» (Μια φορά δεν φτάνει, 1975) του Γκάι Γκριν, βασισμένο στο ομώνυμο πιπεράτο Άρλεκιν της Τζάκλιν Σούζαν – το επονομαζόμενο και «Κοιλάδα με τις Κούκλες της Ανατολικής Ακτής», αφού διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη (σε σχέση με το Λος Άντζελες του ορίτζιναλ Valley of the Dolls, της ιδίας πάλι) – που ο μόνος λόγος για να το δεις είναι το λεσβιακό τουρλουμπούκι της Μελίνας με την πάλαι ποτέ «φρεγάτα» της κλασικής εποχής του χολιγουντιανού σινεμά, Αλέξις Σμιθ! Το αστραφτερό καστ (Κερκ Ντάγκλας, Ντέιβιντ Τζάνσεν, Τζωρτζ Χάμιλτον, Μπρέντα Βακάρο, Ντέμπορα Ράφιν) δεν στέκει ικανό να σώσει μια ιστορία στο επίκεντρο της οποίας δεσπόζει νεαρή γυναίκα (Ράφιν) που μετά από χρόνια παραμονής στην Ευρώπη και νοσηλείας σε ελβετική κλινική επιστρέφει στη Νέα Υόρκη και στον πατέρα της (Ντάγκλας). Μια πρώην συμμαθήτρια την μυεί στη νεοϋορκέζικη ντεκαντάνς και στο τέλος ερωτεύεται συνομήλικο του πατέρα της (και υποκατάστατο της φιγούρας του τελευταίου), πριν ξεσπάσει η τραγωδία που πάντα ξεσπάει σε τέτοιες περιπτώσεις. Δακρύσαμε!

18. Ως Αδελφή Γερτρούδη, μοναστική μετενσάρκωση του Χένρι Κίσινγκερ που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, αφουγκράζεται τάσεις και απόψεις και ενστερνίζεται τις χρησιμότερες από αυτές (ότι δηλαδή κάνει κι ένας υπουργός εξωτερικών), στο παραγνωρισμένο και ξεχασμένο «Nasty Habits» (Πονηρές κομπίνες…, 1977) του Μάικλ Λίντσεϊ-Χογκ. Μια παρωδία του σκανδάλου Γουώτεργκεϊτ μεταφερμένη σε περιβάλλον μοναστηριού της Φιλαδέλφεια, εκεί όπου δύο μοναχές κονταροχτυπιούνται για το ποια θα εκλεγεί στη θέση της ηγουμένης και το σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται να αφήσουν τίποτα να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο τους. Η Γκλέντα Τζάκσον (ως επιτηδευμένη εκδοχή του Νίξον) ετοιμάζεται να κάνει ντου σε ραμμένο κουτί όπου η αντίπαλός της φυλάει τα «απαγορευμένα» γράμματα του κρυφού εραστή της. Αποκαλύψεις, εκβιασμοί, δωροδοκίες, υποκλοπές, ακόμη και το Βατικανό θα ήθελε να νίψει τας χείρας του από τούτες τις πεινασμένες για εξουσία αποστάτισσες. Ιδιότροπο, βλάσφημο, καυστικό, χιουμοριστικό, ερμηνείες που χειρίζονται με ντελικάτο άγγιγμα τους χαρακτήρες και το θέμα. Και τι καστ : Τζεραλντίν Πέιτζ, Σάντυ Ντένις, Αν Τζάκσον, Ήντιθ Έβανς, Ελάι Γουάλας, Ριπ Τορν. Επιδέξια σκηνοθεσία κι ένα εμπνευσμένο σενάριο (βασισμένο σε νουβέλα της Μύριελ Σπαρκ).

19. Ως Μάγια/Μήδεια στην «Κραυγή Γυναικών» (A Dream of Passion /aka Η άλλη Μήδεια, 1978) του Ντασέν, σε ρόλο ηθοποιού που επιχειρεί επιστροφή στο σανίδι και στη γενέτειρά της με το ανέβασμα της «Μήδειας» (που σκοτώνει τα ίδια τα παιδιά της). Σε μια (ακραία) προσπάθεια να δώσει δημοσιότητα στο come back της, κανονίζει συνάντηση με Αμερικανίδα (Έλεν Μπέρστιν) που εκτίει ποινή κάθειρξης για τη δολοφονία των δικών της παιδιών! Οι σκηνές της Μελίνας που ερμηνεύει τη Μήδεια, εναλλάσσονται με εκείνες της Μπέρστιν που αφηγείται το έγκλημά της. Ένα δυνατό ψυχολογικό δράμα, που επιχειρεί να κάνει τη φωνή των γυναικών να ακουστεί έτσι όπως (πολλές φορές) αισθάνονται κι οι ίδιες ότι επιθυμούν να ακουστεί : σαν Κραυγή. Η πτυχή της παιδοκτονίας είναι δευτερεύουσα – είναι μια πολύ ειδική περίπτωση που χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στον τρόπο που το φιλμ θέλει να στοχαστεί πάνω στην γενικότερη, καθολική εξάρτηση των γυναικών από τους άντρες και στο τι χρειάζεται προκειμένου να απελευθερωθούν από την τελευταία. Η αντιπαράθεση της (εντελώς) χορογραφημένης παρουσίας της Μήδειας στην δοκιμασία που βιώνει η αμερικανίδα παιδοκτόνος, σε κατατρέχει και σε στοιχειώνει (εικαστικά τουλάχιστον).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest