Ρούμπεν Έστλουντ: μία ανάγνωση στο έργο του!

Το 2004, ο Έστλουντ σκηνοθετεί τον Μογγόλο κιθαριστή (Gitarrmongot / The guitar mongoloid). Ως τότε είχε ασχοληθεί αποκλειστικά με το χώρο του ντοκιμαντέρ, κάτι που θα αποτελέσει πυξίδα του στο πώς γυρίζει τούτη την ταινία. Δεν υπάρχουν επαγγελματίες ηθοποιοί και, ενώ απουσιάζει πλήρως μια σφιχτή αφηγηματική δομή, νιώθεις ότι παρακολουθείς ένα ντοκιμαντέρ για την πόλη του Γέτεμποργκ. Πόλη που δεν υφίσταται βεβαίως, είναι μια φανταστική παραλλαγή του Γκέτεμποργκ, το οποίο σαν να το βλέπουμε μέσα από έναν ελαφρά παραμορφωτικό καθρέφτη.

Οι Άγριες κιθάρες λειτουργούν θαυμάσια ως εισαγωγή στον κόσμο που έκτοτε θα αρχίσει να χτίζει με τη δουλειά του ο Έστλουντ, καθώς εδώ συναντούμε πολλά από τα κατοπινά μοτίβα των ταινιών του. Ουσιαστικά αυτό το πρωτόλειο -και όχι ευχάριστο στη θέασή του- φιλμ είναι ένας μπούσουλας για να προσεγγίσει κανείς τη σκέψη και την αισθητική του σκηνοθέτη, να αντιληφθεί προς τα πού θέλει ήδη από το χαμηλών τόνων ξεκίνημά του να κινηθεί.

Τι έχουμε, λοιπόν, εδώ; Κάτι σαν υπερ-ρεαλιστική μαύρη κωμωδία, με ήρωες ιδιαίτερους (για να το θέσουμε κομψά) χαρακτήρες, που συμπεριφέρονται αλλόκοτα. Γιατί άραγε; Ίσως, απλώς και μόνο η παράξενη έκφρασή τους να αποσκοπεί στο να κερδίσουν την προσοχή των άλλων γύρω τους, να έρθουν σε μια υποτυπώδη επαφή με τους “κοινούς” ανθρώπους. Αυτοί οι “κανονικοί” τύποι πλάι τους, όμως, από τους οποίους αποζητούν απελπισμένα ένα βλέμμα, δεν δείχνουν να έχουν τέτοια διάθεση. Προτιμούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη ρουτινιέρικη καθημερινότητά τους, να μην έχουν παρεκκλίσεις κι εκπλήξεις κανενός είδους. “Ασ’ τον τρελό στην τρέλα του” δηλαδή, “και μην τον συνεφέρεις”, όπως λέει και το άσμα του Άκη Πάνου. Άλλωστε “Τι κρύβει μέσα το μυαλό ενός τρελού δεν ξέρεις”…

Με την κάμερα σε σταθερή θέση και τα πλάνα να είναι μακράς διαρκείας, ο πρωτοεμφανιζόμενος μυθοπλαστικά Έστλουντ μας παρουσιάζει κάποια από τα πιστεύω του. Ένα αφορά στα νιάτα και την “ανάγκη” τους να καταστρέφουν για να περνούν καλά, κάτι που προφανώς το εντάσσει στην ίδια τη φύση της ηλικίας… ένα άλλο, που θα καταστεί σαφές με όλο το υπόλοιπο οικοδόμημα του έργου του, έχει να κάνει με τη σημασία των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς: εντός τους, στον περιορισμένο χώρο τους, είτε το επιδιώκει ο επιβαίνων είτε όχι, είναι υποχρεωμένος να ανεχτεί ή να αντιμετωπίσει όσα πιθανά αποφεύγει έξω. Ενεργητικά (σπάνια) ή παθητικά, αδιάφορα ή στωικά…

Τέσσερα χρόνια μετά, πάλι τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς θα πρωταγωνιστούν σε μεγάλο μέρος της δεύτερης δουλειάς του Σουηδού auteur. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για την προσεκτική παρακολούθηση της συμπεριφοράς της μάζας ή και των μεμονωμένων μπροστά σε δρώμενα στο συγκεκριμένο δημόσιο χώρο. Κατ’ ουσίαν, το μάτι της κάμερας παίρνει τη θέση του ματιού ενός ψυχολόγου όταν εκείνος παρατηρεί τις συμπεριφορές, ομαδικές ή ατομικές, για να καταλήξει σε συμπεράσματα. Μήπως τελικά όλοι λειτουργούν περισσότερο σαν ηδονοβλεψίες παρά ως ενεργοί πολίτες, μένουν βουβοί όταν οφείλουν να μιλήσουν και αντιστρόφως, δεν δίνουν την ορθή απάντηση σε όποια ηθικά διλήμματα τους τίθενται; Έστω και Ακούσια (Involuntary / De offriviliga);

Με τον τίτλο αυτόν -και μόνο- ο Ρούμπεν Έστλουντ συνδέει μια σειρά από παράλληλα διαδραματιζόμενες ιστοριούλες. Η γραφή του δεν μεταβάλλεται: κυριαρχούν ξανά τα μακράς διαρκείας πλάνα και η αποστασιοποίηση. Το φιλμ δεν έχει πια ερασιτέχνες στο καστ, αλλά είναι τέτοια η πειστικότητα των ηθοποιών που δεν παύει να σου μένει η αίσθηση του ντοκιμαντέρ. Κι ας έχει εγκαταλείψει το είδος…

Τι περιέχουν οι ιστορίες που αναφέραμε; Ανθρώπους κάθε ηλικίας. Κορίτσια, εφήβους, μεσήλικες, αλλά και πατριάρχες οικογενείας, που κάνουν όλοι κάποιο άθελο σφάλμα. Το χειρότερο, ωστόσο, προκύπτει από την αντίδρασή τους σ’ αυτό. Δεν το παραδέχονται, τους πνίγει ο εγωισμός και το πείσμα, αλληθωρίζουν επικίνδυνα. Οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι ολέθριες, ακόμα και Ακούσια

Καιρός για το εξαιρετικό Play. Σωτήριον έτος 2011 και ο Έστλουντ κρατά σταθερές τις αρχές του σκηνοθετικά (πλάνα διαρκείας από κάμερα ακίνητη, πάλι σκηνές εντός συγκοινωνιακού μέσου, ηθοποιοί που δεν είναι στο ελάχιστο επιτηδευμένοι…). Θέλει όλα να δείχνουν όσο φυσικότερα και ρεαλιστικότερα. Πλέον, όμως, έχει σαφή ηλικιακό στόχο: τα παιδιά είναι θύτες, αλλά και θύματα όσων θα δούμε στο πανί. Επίσης, κατά βάση (γιατί υπάρχει μια δεύτερη “παράξενη” παράλληλη ιστορία, που μπαίνει σαν σφήνα κατά διαστήματα) αποφασίζει πια να αφήσει το στιλ της διάσπαρτης σπονδυλωτής γραφής.

Εκκινεί από μια είδηση στα δελτία ειδήσεων, για μια παρέα νεαρών στο Γκέτεμποργκ που αποσπούσε ως επί το πλείστον κινητά τηλέφωνα, χρησιμοποιώντας ένα συγκεκριμένο κόλπο. “Μπορώ να δω το κινητό σου;”. Αν ναι, έστω και δύσθυμα, η επόμενη φράση ήταν: “Μα αυτό είναι ίδιο με εκείνο του αδερφού μου, που το έκλεψαν πριν λίγες μέρες”. Ακολουθούσε, με άσκηση κατά βάση ψυχολογικής βίας, η αφαίρεση του κινητού…

Τι κάνει εδώ ο Έστλουντ; Δεν τρομοκρατεί απλώς το θεατή με στιλ που θυμίζει Χάνεκε, όντας -ως είθισται- ψυχρός και αποστασιοποιημένος. Προβοκατόρικα ενεργών, βάζει σε θέση δράστη μια παιδική συμμορία από μαύρους μετανάστες, που, ίσως και μόνο από το χρώμα τους, φοβίζουν τα προσεχή θύματά τους. Ξέρουν να παίζουν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, έχουν καθορισμένους ρόλους, παριστάνοντας τον καλό, τον κακό και… τον άσχημο, ώστε να πετύχουν ευκολότερα τον σκοπό τους. Αυτοί είναι που θα ασκήσουν το bullying στους πάλλευκους (ή έστω λίγο κίτρινους… κι από την τρομάρα τους μεταφορικά;) μικρούς Σουηδούς. Αλλά και σ’ εμάς που γινόμαστε μάρτυρες των γεγονότων!

Πώς να τους αρνηθούν οτιδήποτε; Πέρα από το ότι είναι και μικρότεροι και λιγότεροι, όντας μεγαλωμένοι “με γαλλικά και πιάνο”, έμαθαν να σέβονται και να μην προσβάλλουν τις μειονότητες, να μην εκδηλώνουν ρατσιστικές συμπεριφορές, να είναι πολιτικά ορθοί και να μην τολμούν να κινηθούν κόντρα σ’ ετούτη την ορθότητα. Αυτό, άλλωστε, πράττουν και οι μεγαλύτεροι: πασχίζουν να μην αναμειχθούν όταν τους ζητείται η ελάχιστη βοήθεια για απεγκλωβισμό από την κατάσταση. Αντιδράσεις by the book, με το savoir vivre σε πρώτο πλάνο, μιας κοινωνίας ανίκανης να το κουνήσει ρούπι, λόγω ενός δήθεν καθωσπρεπισμού.

Ναι, η επιλογή να είναι τα μαύρα παιδιά οι “κακοί” είναι προβοκατόρικη. Ξέρει ο σκηνοθέτης ότι υπονομεύει μέρος του μηνύματός του. Αλλά μια στιγμή! Στη διάρκεια του φιλμ κι αυτοί θα πέσουν θύμα bullying από μεγαλύτερους. Και στο ακόμα πιο ακραίο φινάλε από λευκούς! Ή τότε δεν είναι bullying, αλλά οδηγίες συμμόρφωσης; Το παιχνίδι συνεχίζεται…

Το 2014, στην αριστουργηματική Ανωτέρα Βία (Turist / Force majeure) υπάρχει πια ξεκάθαρη εγκατάλειψη της συνήθειας να περιγράφει θραυσματικά και ασύνδετα γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, επιστρέφει ο προβληματισμός για το ακούσιο των πράξεων: αρκεί από μόνο του για να τις δικαιολογήσει; Ειδικά μάλιστα αν, όπως συμβαίνει στο story, η όποια ακούσια ενέργεια προέρχεται από επικράτηση της αρχής του “Ο σώζων εαυτόν σωθήτω”;

Μια ελεγχόμενη χιονοστιβάδα είναι το κλειδί. Ότι είναι ελεγχόμενη δεν το γνωρίζουν προφανώς ο μπαμπάς, η μαμά και τα δύο παιδιά μιας εκδράμουσας φαμίλιας. Ούτε και οι περισσότεροι εκ των λοιπών ενοίκων του πολυτελούς ξενοδοχείου στο χιονοδρομικό κέντρο όπου έχουν πάει ως τουρίστες, για να ξεσκάσουν. Αφού λοιπόν η χιονοστιβάδα είναι ελεγχόμενη, κανένα πρόβλημα; Δεν κινδυνεύει πράγματι η σωματική τους ακεραιότητα, όμως τρίζουν ξάφνου τα θεμέλια μιας υποτίθεται ευτυχισμένης συμβίωσης. Γιατί; Επειδή ο πατέρας-αρχηγός της οικογένειας έτρεξε μακριά άρον-άρον, παίροντας μαζί του όχι τα παιδιά π.χ., αλλά… το κινητό του! Ισχυρότερο το ένστικτο της αυτοσυντήρησης από εκείνο της σκέψης για τους δικούς του ανθρώπους… Ακούσια!

Όπως μια χιονοστιβάδα ξεκινά και μοιάζει έως και ασήμαντη αρχικά, αλλά στο φινάλε τα σαρώνει όλα, έτσι θα συμβεί και εδώ. Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος. Οι αντιδράσεις του αρσενικού πανικοβάλλουν τα παιδιά, αλλά και θυμώνουν περισσότερο το θηλυκό. Το ότι δεν παίρνει πάνω του την ευθύνη για την ασυναίσθητη αντίδρασή του, την έχει απωθήσει στη μνήμη του, ίσως ως άμυνα για να μην αυτοεξευτελιστεί, χειροτερεύει το σκηνικό. Η γυναίκα του περιμένει ουσιαστικά να παραδεχτεί ότι έκανε σφάλμα, πιότερο την ενοχλεί αυτή του η άρνηση παρά η τροπή του σε φυγή.

Ο Έστλουντ κορυφώνει το δράμα, στήνοντας κάτι σαν group therapy, βάζοντας στο παιχνίδι ένα δεύτερο αδοκίμαστο στα δύσκολα και περιστασιακό ζευγάρι. Αυτοί θα δουν και θα ακούσουν, θα αντιληφθούν την ψυχολογική κατάπτωση των “ηρώων” μας, μάλιστα θα αρχίσουν να επιχειρηματολογούν σε μια προσπάθεια να τους συνεφέρουν, δικαιολογώντας τα αδικαιολόγητα. Και τότε, ως δια μαγείας θα “κολλήσουν” την ίδια αρρώστια: θα αρχίσουν να τσακώνονται, να πιάνονται από κάθε λέξη για να διαφωνήσουν.

Θα ακολουθήσουν διάφορα, ωσότου καταλήξουμε σε ένα φινάλε γεμάτο ειρωνεία. Αφήνοντας τις όποιες συγγένειες με τον ουδέποτε χιουμορίστα Χάνεκε, ο Σουηδός σκηνοθέτης επιστρατεύει και άπλετο σαρκασμό για να αποτυπώσει μοναδικά τις δικές του Σκηνές από ένα γάμο. Σκύβει πάνω από τη σκοτεινή όψη της συμβίωσης, αναδεικνύοντας την κρυμμένη ισορροπία του τρόμου σε μία σχέση. Μια ακραία κατάσταση μπορεί με περισσή ευκολία να τη δοκιμάσει, να τη φθείρει, να τη διαλύσει. Με τους ρόλους να αντιστρέφονται, τη μάνα να αντιδρά εκείνη πια σπασμωδικά, υπακούοντας στους δικούς της φόβους, στα δικά της ένστικτα. Άραγε θα κριθεί κι αυτή το ίδιο αυστηρά; Υλικό για σκέψη, χωρίς να δίνεται απάντηση τύπου μασημένης τροφής…

Κάπως έτσι φτάσαμε στο Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, εν έτει 2017. Το τετράγωνο (The square) αποδείχτηκε ο θρίαμβος του Ρούμπεν Έστλουντ, όμως ΔΕΝ είναι η καλύτερη ταινία του! Τοποθετώντας τον Χριστιανό (Κρίστιαν) ήρωά του στην κεφαλή ενός Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης, παίζει από το πρώτο λεπτό με τις αλήθειες και τα ψέματα του τι είναι πραγματικά Μοντέρνα Τέχνη και τι απλώς βαφτίζεται έτσι, επειδή έτυχε να βρίσκεται εκεί. Παρότι εύκολος τούτος ο στόχος, του αναγνωρίζουμε ότι τα σχετικά γκαγκ είναι εύστοχα.

Γκαγκ είπαμε; Μα ναι, ο Έστλουντ επιστρέφει στη λογική του πιο αποσπασματικού και σαρκαστικού χιούμορ, παρότι διαθέτει μιαν υποτυπώδη τελικά υπόθεση, που περιστρέφεται γύρω από έναν και μόνο ήρωα. Καταπιάνεται συγχρόνως με αρκετά θέματα, συχνά γνωστά από τα προηγούμενα φιλμ του, αλλά αυτό τον προδίδει σταδιακά, καθώς -παλεύοντας να πει την τελευταία λέξη σε κάθε επιμέρους ιστορία- ξεχειλώνει επικίνδυνα ορισμένες σεκάνς, αλλά και την ίδια την ταινία, που δεν χρειαζόταν 145 λεπτά.

Το τετράγωνο είναι κατά Έστλουντ Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου. Η αποκαθήλωση του δήθεν. Ξεκινώντας από την κωμική κλοπή που θα υποστεί, η περσόνα του Κρίστιαν ταχύτατα θα εκπέσει στα μάτια μας. Όλα μάλιστα θα γίνουν πολύ χειρότερα όταν ακούσια (για να μην ξεχνάμε και το παρελθόν) θα βλάψει ένα παιδί με τις κινήσεις του. Η σχέση ενηλίκων – ανηλίκων τον είχε ξανααπασχολήσει, φαίνεται ότι παραμένει σταθερά στις ιδέες του. Η ακίνητη κάμερα -αντίθετα- ίσως μας αποχαιρέτησε οριστικά, όπως και η δράση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς…

Οι σκέψεις του Σουηδού σκηνοθέτη για το ρόλο των δημοσιογράφων δεν είναι μάλλον και οι καλύτερες, όπως γίνεται αντιληπτό από το πώς ευτελίζει στο φιλμ κάθε συνέντευξη τύπου. Χαρακτηριστική η περίπτωση που παρεισφρέουν εκεί άτομα με κάθε λογής σύνδρομα, όπου η πολιτική ορθότητα, πανταχού παρούσα στο σινεμά του Έστλουντ (με σκοπό τη διακωμώδησή της), δεν επιτρέπει την απομάκρυνση από τον χώρο του προβληματικού παριστάμενου.

Παράλληλα ο Έστλουντ, παρακολουθώντας την ευκαιριακή σχέση του σούπερ επιτυχημένου Κρίστιαν με μια δημοσιογράφο, υπογραμμίζει το μέγιστο αφροδισιακό, που δεν είναι άλλο από την επαφή με την εξουσία. Η έλξη προς τον “ισχυρό” (σε δύναμη, χρήμα, κοινωνική θέση, δημοσιότητα) υπήρχε ανέκαθεν και φυσικά θα πολλαπλασιαστεί, αν συνδυάζεται και με ωραία εμφάνιση! Η παρουσία ενός πιθήκου ως κατοικίδιου στη συγκεκριμένη ερωτική σκηνή παραπέμπει ευθέως στον Μάρκο Φερέρι, ενώ υποδηλώνει και την ανάγκη ζωώδους συνεύρεσης από το μάλλον στερημένο θηλυκό. Η λογομαχία που ακολουθεί, με πρόσχημα… το σπέρμα, είναι απολαυστική και σίγουρα όχι politically correct.

Τέλος, κάτι σαν πίθηκος δρα ως καταλύτης για τις ανθρώπινες αντιδράσεις σε μια από τις πλέον τραβηγμένες σκηνές της ταινίας. Ένας “ουγκ” τύπος θα τρομοκρατήσει μια ολόκληρη δεξίωση, στο πλαίσιο υποτίθεται μιας ελεγχόμενης αναπαράστασης του τρόπου αντίδρασης των μαζών ενάντια στον κίνδυνο. Αρχικά όλοι κρύβονται, είναι αμήχανοι, παλεύουν να μην προκαλέσουν το “τέρας”. Όταν εκείνο ξεπερνά μια νοητή γραμμή, αποπειρώμενο να βιάσει ωραιοτάτη κυρία, τότε και μόνο οι άνδρες θα θυμηθούν το ρόλο τους και “η ισχύς εν τη ενώσει” θα καθαρίσει το τοπίο (και πιθανά θα “καθαρίσει” και τον “αρχάνθρωπο”!).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑