Tributes&Trivia Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης: Αφιέρωμα στον Γιώργο Τσεμπερόπουλο

16 Φεβρουαρίου 2019 |

0

Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης: Αφιέρωμα στον Γιώργο Τσεμπερόπουλο

Πίσω πόρτα (2000) / Κυριακή 19.00

Αθήνα, 1966. Η εποχή της δειλής αφύπνισης, της πρωτόλειας απελευθέρωσης των ηθών. Τα μακριά μαλλιά και οι καμπάνες παντελόνια, το ροκ και το ελληνικό πολιτικό τραγούδι, τα αγόρια και τα κορίτσια που ανακαλύπτουν τους μέχρι πρότινος απαγορευμένους καρπούς, η μάχη μεταξύ των γενεών, η μάχη ανάμεσα στη ναφθαλίνη και τη φρεσκάδα.

Αθήνα, ένα χρόνο αργότερα. Η παλινδρόμηση, η ξέφρενη κούρσα προς τα πίσω, προς τα αβαθή σκοτάδια. Η Ελλάδα όχι απλώς ξαναμπαίνει στη σκοροφαγωμένη της ντουλάπα, αλλά ακινητοποιείται σε γύψινη προθήκη. Όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος υποστηρίζει ο θυμόσοφος λαός, αλλά ορισμένες στιγμές ο χρόνος δείχνει να παγώνει, να κοκαλώνει και να χάσκει μετέωρος. Και για να προχωρήσεις σε αυτό το πηχτό κενό, πρέπει να βρεις μια κρυφή δίοδο. Μια πίσω πόρτα που θα σε βγάλει εκ νέου στον έξω κόσμο.

Ένα 13χρονο αγόρι, αντιμέτωπο με τον απροσδόκητο θάνατο του πατέρα του και την αδυναμία της μητέρας του να αναπληρώσει το κενό, θα αναγκαστεί να ντυθεί αντράκι σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη. Θα ορθώσει ανάστημα, θα παλέψει με τους νεόφερτους δαίμονες, θα παραπατήσει, θα τσακιστεί, θα σηκωθεί κλαμένος αλλά πιο δυνατός, θα βιώσει κάθε στιγμή, κάθε χτυποκάρδι και κάθε προδοσία, σαν να είναι τελευταία.

Την ίδια στιγμή, σε ένα φόντο διακριτικά απωθημένο, εντούτοις σε απόσταση αναπνοής, παρελαύνουν τα πολιτικά γεγονότα της εποχής, ένα υφέρπον σκοτάδι που απλώνεται μεν ολόγυρα, αλλά αδυνατεί να σκεπάσει ολοκληρωτικά τον ουρανό του δικού μας ήρωα. Μια ιστορία μεταιχμιακής μετάβασης και σκληρής ωρίμανσης, δοσμένη σε διπλό επίπεδο, με το προσωπικό βλέμμα να διαπλέκεται με τον μεγεθυντικό φακό της Ιστορίας.

Η Πίσω πόρτα, αφηγηματικά και δραματουργικά οικονομημένη, αλλά σε καμία στιγμή φειδωλή στα αισθήματα, τα σκιρτήματα, το χιούμορ και τα παιχνιδίσματα, αντιστέκεται στη γλυκανάλατη νοσταλγία, ακριβώς επειδή δεν εχθρεύεται την παιδική της ματιά. Είναι εύθραυστη, τρεμάμενη και γουρλωμένη, όπως ακριβώς θα ανέμενε κανείς από ένα παιδί που καλύπτει με άλματα επί κοντώ την απόσταση προς την ενηλικίωση.

Ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος, όπως έχει αποδείξει με συνέπεια σε ολόκληρη την πορεία του, είναι κάτοχος ενός πολύτιμου κινηματογραφικού μυστικού. Της αβάσταχτης οικειότητας. Της μικρής γλυκιάς ενσυναίσθησης. Οι χαρακτήρες του δεν πασχίζουν να χτίσουν κάποιο προφίλ γοητευτικής αμφισημίας ούτε να τυλιχτούν σε κάποιο σαγηνευτικό πέπλο μυστηρίου. Είναι, αντιθέτως, γενναία και γενναιόδωρα ειλικρινείς, έτοιμοι να σε προσκαλέσουν ανά πάσα στιγμή σε μία βόλτα στο μυαλό και τη ζωή τους, όπου δεν θα κρατήσουν τίποτα κρυφό ή αθέατο. Κι η αληθινή συγκίνηση, σε πλήρη σύμπνοια με τον τίτλο της ταινίας, στέκεται ακριβώς από πίσω σου σε ολόκληρη τη διαδρομή, χωρίς να έχεις πάρει χαμπάρι πώς βρέθηκε εκεί.

Γιώργος Παπαδημητρίου

O εχθρός μου (2013) / Κυριακή 21.00

Ο Κώστας είναι ένας μεσήλικας σύζυγος και πατέρας δύο παιδιών στην εφηβεία, που διάγει μια συνηθισμένη ζωή. Όχι με την έννοια του μαλθακού και ρουτινιάρικου βίου, αλλά με εκείνο το γλυκό πρόσημο της ηρεμίας και του κατασταλάγματος. Η πεπατημένη γεννά μια εσωτερική αυτοπεποίθηση, η γαλήνη θρέφει την υπαρξιακή σιγουριά του καλώς καμωμένου. Στο πέρας του χρόνου, η ιδεολογία του Κώστα έχει παραμείνει αμόλυντη κι οι αξίες του στέκουν αναλλοίωτες.

Τουλάχιστον μέχρι να καταφθάσει εκείνο το, τόσο τρομακτικό και πάντα απροειδοποίητο, σημείο θραύσης. Το οποίο σημείο, στην περίπτωσή μας, καταφθάνει ως διάρρηξη της περιχαρακωμένης εστίας, ως μια χυδαία βεβήλωση του προσωπικού, νοούμενου όχι ως ιδιοκτησία, αλλά ως εσωτερικό άβατο. Η λεηλασία του σπιτιού του, η αμφισβήτηση κάθε κεκτημένου, θα ξυπνήσει τα πιο ταπεινά ένστικτα του Κώστα από τη χειμερία τους νάρκη.

Πώς, όμως, αντιμετωπίζεις ένα τέρας που αγνοούσες -ή υποκρινόσουν ότι αγνοούσες- την ύπαρξή του; Πώς μπορείς να ανακτήσεις ένα χαμένο παράδεισο που βασιζόταν στην κάλπικη υπόθεση ότι το Κακό έχει δια βίου μετακομίσει σε άλλη γειτονιά; Πώς μπορείς να σταθείς απέναντι στις τύψεις της ανεπάρκειάς σου μπροστά σε μια κραυγαλέα τραγωδία; Σε εκείνο ακριβώς το σημείο, ξεπροβάλλει ύπουλα ο αληθινός σου εχθρός. Αυτός που κρύβεται βαθιά μέσα σου και είναι ικανός να περιμένει μια ολάκερη ζωή για να βρει την κατάλληλη στιγμή για να ξεπορτίσει.

Δεκατρία χρόνια μετά την Πίσω πόρτα, ο Γιώργος Τσεμπερόπουλος δεν έχει απολέσει, ούτε στο ελάχιστο, την καθάρια αμεσότητα που διακρίνει το σινεμά του. Που σε γραπώνει φιλικά από το μπράτσο, χωρίς να σε τραβολογά από το μανίκι. Μόνο που τώρα, ο ήρωάς του δεν τρυπώνει σε ένα καινούργιο κόσμο από κάποια αθέατη πόρτα που οδηγεί σε ένα κόσμο άγριας, αλλά και συναρπαστικής, ενηλικίωσης. Τούτη τη φορά, ο οδηγός μας σε αυτή τη διαδρομή ανοίγει μια πελώρια καταπακτή και βυθίζεται σε ένα λαγούμι, χωρίς να γνωρίζει κι ο ίδιος αν υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ.

Ο Εχθρός μου χτίζει την κόλασή του σε χαμηλή φωτιά, με μια ένταση μετρονομημένη και φινιρισμένη. Χωρίς υπερβολές ή φιοριτούρες, χωρίς υπερβολικά ξεσπάσματα, με τις συγκρούσεις και τα διλήμματα να πατούν και με τα δύο πόδια στη Γη, δίχως να υποτάσσονται στον βωμό κάποιου φωνακλάδικου διδακτισμού. Ο Τσεμπερόπουλος, με το γνώριμο όπλο των ταινιών του, ένα καλοκουρδισμένο και ξάστερο σενάριο, φτιάχνει μια ακόμη ταινία που μοιάζει να ξεπηδά από την ίδια τη ζωή. Όχι ως φέτα ρεαλισμού, αλλά ως ειλικρινής καταβύθιση στη μοναδική βεβαιότητα που πρέπει να μας διακατέχει. Κανείς δεν μπορεί να είναι ποτέ επαρκώς προετοιμασμένος. Κανείς δεν είναι εξοπλισμένος με ανοσία απέναντι στον εχθρό που κυοφορεί μέσα του.

Γιώργος Παπαδημητρίου

Ξαφνικός έρωτας (1984) / Δευτέρα 21.00

Η Ελένη είναι μια πρώην χορεύτρια νυν Αθηναία νοικοκυρά, εγκλωβισμένη σε έναν γάμο η ασφάλεια του οποίου την κάνει να ασφυκτιά. Διάγει έναν βίο διαδικαστικό και αυτό της έχει αποφέρει εκείνη τη γνώριμη βαθιά θλίψη στα μάτια. Μία θλίψη που ξέρει να κρύβεται άψογα πίσω από τεχνητά χαμόγελα, διασκεδάσεις του σώματος μα όχι του νου. Την αποπνικτική νηνεμία της διαταράσσει η άφιξη του Γρηγόρη, ενός νέου υπερεπιτυχημένου οικονομολόγου που κατοικεί στο Παρίσι με τη σύζυγό και τα παιδιά του και εργάζεται για τον ΟΟΣΑ. Οι δύο τους θα μοιραστούν ένα λάγνο πάθος, ένα κρυφό ταξίδι στη Λισσαβόνα, και τελικά μία επικύρωση της ασυμβατότητας που υπαγορεύουν οι θέσεις τους.

Διασκευάζοντας το σημαντικό μυθιστόρημα «Talgo» του Βασίλη Αλεξάκη, ο Τσεμπερόπουλος δημιουργεί μία ταινία που πάλλεται στην καρδιά της Ελλάδα του 1980. Δίχως την ασφάλεια που προσφέρει η εκ των υστέρων αποτίμηση μίας κατάστασης, ο Έλληνας δημιουργός αφουγκράζεται την κοινωνική συνθήκη της μεταπολίτευσης και αφιερώνει το φιλμ του στις εγγενείς ασυμβατότητες των ονείρων της, όταν ακόμα αυτά ήταν ζωντανά.

Η ερωτική ιστορία που ορίζει το φιλμ είναι σχεδόν αρχετυπική. Ένας έρωτας δυνατός, αν και απαγορευμένος. Ίσως ένας έρωτας δυνατός επειδή είναι απαγορευμένος. Μία καμπύλωση του χωροχρόνου που πετυχαίνει η ένωση δύο κορμιών υπό τη βουβή αποδοκιμασία της κοινωνίας. Η αδιέξοδη ζωή της Ελένης, η οποία αποζητά με πάθος ένα διάλειμμα από τη φρικαλέα ηρεμία της, φέρνει στο δρόμο της τον αυτοεξόριστο Γρηγόρη, ο οποίος με τη σειρά του νοσταλγεί την πατρίδα και τη βρίσκει στο σώμα της. Η ματαιότητα του έρωτα είναι πάντα παρούσα, καιροφυλακτεί πίσω από κάθε σπινθηροβόλο βλέμμα που ανταλλάσσουν οι δυο τους. Δεν εγκαταλείπει το ζευγάρι ούτε στην αποθέωση του πάθους του. Σύντομα αυτός θα πρέπει να επιστρέψει στη Γαλλίδα σύζυγό του και αυτή στην οικογενειακή αθηναϊκή ζωή.

Παράλληλα όμως με την ιστορία του καταδικασμένου έρωτα, αναπτύσσεται και η ψυχογραφία μιας ολόκληρης χώρας ενσαρκωμένη στην Ελένη. Μίας Ελλάδας που βρίσκεται μέσα σε μία δεκαετία από την κόλαση της δικτατορίας στα σαλόνια της φιλόξενης ευρωπαϊκής κοινότητας που τότε γιγαντωνόταν. Η συμμετοχή της μεσογειακής χώρας υπήρξε από την αρχή χολή και ο ειδήμων των οικονομικών Γρηγόρης φροντίζει να το τονίζει συνεχώς, παρατηρώντας αφ’ υψηλού τους συμπατριώτες του.

Αυτός, ο εξόριστος, ο σύγχρονος Έλληνας της διασποράς που διαπρέπει στην προηγμένη Δύση, είναι μία άλλη Ευρώπη. Σαγηνεύει την κουλτούρα της ταπεινής νότιας χώρας, δανείζεται και τις σημαίνουσες φιγούρες της -οι αναφορές στον Μάρκο Βαμβακάρη- σε μία προσπάθεια να την πείσει ότι δε θα εξαλειφθούν στο βωμό της ενοποίησης. Και από τη Λισσαβόνα, τη δυτικότερη πρωτεύουσα που διαθέτει, της υπόσχεται μία κοινή πορεία στρωμένη με ροδοπέταλα, πλημμυρίζοντας την με τυφλές ελπίδες.

Και αυτή η Ελένη «και κάθε Ελένη, της επαρχίας της Αθήνας κοιμωμένη», θα επιστρέψει μετά την θριαμβευτική διάψευση σε μία πόλη που αργοπεθαίνει αντί να γεννιέται από τις στάχτες της. Σε έναν γάμο που μαραίνεται αντί να ανθίζει. Σε μία ζωή που της επιφυλάσσει ρόλο παρατηρητή στην κλεψύδρα του θανάτου. Και πιθανώς να υμνεί για πάντα το πάθος που έζησε σε εκείνο το μοιραίο ταξίδι, κρατώντας χαμηλό τον τόνο της φωνής μην τυχόν και διαταράξει την εκκωφαντική ησυχία.

Φίλιππος Χατζίκος

Άντε Γεια! (1990) / Tρίτη 21.00

Ο Χρήστος, άρτι απολυθείς από τις ένοπλες δυνάμεις και χωρίς κάποια σταθερά στη ζωή του, αποζητά μία ευκαιρία για τη μεγάλη ζωή. Εκκολαπτόμενος τραγουδιστής που δεν πολυγουστάρει να κυνηγήσει το όνειρο της μουσικής καριέρας και σε μόνιμη κατάσταση οικονομικής δυσπραγίας, προσλαμβάνεται σ’ ένα κρεοπωλείο. Όταν ο εργοδότης του βρίσκει ξαφνικό θάνατο, ο νεαρός αναλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό του μαγαζιού και παγιδεύεται σε ένα ερωτικό πολύγωνο με την μέχρι πρότινος σύντροφό του, τη χήρα και τη θυγατέρα του άλλοτε αφεντικού του.

Οι αστικές αποχρώσεις μίας Αθήνας που παραπαίει στο κυνήγι του μεγαλείου είναι αυτές που ορίζουν το φιλμ του Γιώργου Τσεμπερόπουλου. Ο Χρήστος ορκίζεται στον εαυτό του να μην εγκαταλείψει τον ανένδοτο αγώνα για μία άνετη ζωή και βαπτίζεται στην κολυμβήθρα του καιροσκοπισμού, αψηφώντας αλλότρια αισθήματα και ρίσκα. Με την ηθική του πυξίδα χαλασμένη προ πολλού, πλέει σε πελάγη άγνοιας κινδύνου και αρπάζει οτιδήποτε η ζωή φέρει στο δρόμο του, προκειμένου να απεμπλακεί από τη λούμπεν μιζέρια που ορίζει τη μεταστρατιωτική ρουτίνα του. Με το βλέμμα στραμμένο στο γρήγορο κέρδος λοιπόν, ο νεαρός καβαλάει το άρμα του οπορτουνισμού και αυτό τον οδηγεί σε μία ήσυχη οικογένεια, η οποία διαταράσσεται σφόδρα από την παρουσία του.


Βιώνει τον έρωτα αποκομμένο από την πεμπτουσία του, σαν την απόλυτη αποθέωση του ναρκισσισμού, την παρηγοριά στο μεγάλο πληγωμένο Εγώ του. Βέβαια, και για τις γυναίκες που τον διεκδικούν είναι ουσιαστικά ένα υποκατάστατο παρά ένας αυθύπαρκτος εν δυνάμει ερωτικός σύντροφος. Για τη χήρα, είναι η ευκαιρία να αποδράσει από μία ζωή που είναι βυθισμένη στην κανονικότητα της πέμπτης δεκαετίας της, μία νεανική έκρηξη. Για την ανήλικη κόρη, η άμεση αναπλήρωση της εκλιπούσης πατρικής φιγούρας.

Παρότι πλάθεται σαν δράμα σχέσεων, το «Άντε Γειά» είναι ένα δράμα ηθών, καταπιεσμένων ονείρων, φιλοδοξιών και αδιεξόδων. Πλημμυρισμένο από την καθημερινή τριβή τους ρουτίνας, μήτρα της υπόκωφης αστικής έντασης που προμηνύει μία βαρύγδουπη έκρηξη. Με μία συνεχή αναταραχή να πλανάται σε βλέμματα, λόγια και κινήσεις. Με έναν βασικό χαρακτήρα που αδυνατεί να βρει τον ακριβή προορισμό του, επειδή περισσότερο αναζητά μία δίοδο διαφυγής από το έλος στο οποίο βρίσκεται. Αλλά και όλους τους χαρακτήρες να διψούν για μία ανάσα καθαρού αέρα, αλλά να αδυνατούν και αυτοί να σηκώσουν κεφάλι από τις μικρότητες της ρουτίνας.

Τοποθετώντας στο επίκεντρό του την καλοκουρδισμένη ελληνική οικογένεια που καταρρέει σαν χάρτινος πύργος μπροστά στη θέα των αποτυχιών της, ο Τσεμπερόπουλος ουσιαστικά στοχάζεται πάνω στις ψευδαισθήσεις μεγαλείου που ορίσαν την εποχή της μέσης μεταπολίτευσης. Τα λεφτά είναι ανυψωμένα σε βάθρο, ως απόλυτος σκοπός και συνώνυμο της ανέλιξης στην κοινωνική σκάλα. Μέσα στο κάθε αθηναϊκό διαμέρισμα, φτωχικό και μη, βρίσκονται μερικές ψυχές που αναστενάζουν στη σκιά ενός ψευδεπίγραφου, πρόχειρου και εν τέλει πανάκριβου οικονομικού θαύματος.

Ο Έλληνας δημιουργός αποτυπώνει με ενάργεια και οξύνοια το αληθές κόστος αυτής της διαστροφικής επιθυμίας για περισσότερο πλούτο, δανειζόμενος τις συμβάσεις του κοινωνικού ρεαλισμού και εμποτίζοντάς τες με μία πλούσια λυρική διάθεση. Το αποτέλεσμα τούτης της κινηματογραφικής σύνθεσης είναι εξαιρετικά πυκνό μα και ολοκάθαρο, χάρη στην φυσικότητα πάνω στην οποία δομείται το έργο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • admin

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest