Οι 10 αγαπημένες μας στιγμές από τον Μπραντ Πιτ!

12 Monkeys (1995), του Τέρι Γκίλιαμ

Η ταινία μπορεί να ανήκει στον Μπρους Γουίλις, στην κορυφαία ίσως στιγμή της καριέρας του, αλλά είναι η πρώτη φορά που ο Μπραντ Πιτ κολυμπά με επιτυχία σε τόσο βαθιά νερά, αποδεικνύοντας πως το βεληνεκές του εκτείνεται πολύ μακρύτερα από την υπεραπλουστευτική υποτίμηση των good looks. Κατά τα άλλα: παράνοια, απορρύθμιση, ένας έμμεσος εκπληκτικός φόρος τιμής στη δύναμη του σινεμά και μια εκπληκτική σπουδή στις έννοιες-πυλώνες του χρόνου, την ανάμνηση και την προσμονή. Με ένα σπαρακτικό φινάλε, όπου η (κάθε) νέα αρχή γίνεται το τέλος των πάντων.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs 

Inglourious Basterds (2009), του Κουέντιν Ταραντίνο

Σε καμία περίπτωση δεν συγκαταλέγεται στις κορυφαίες ερμηνείες του Μπραντ, αλλά όπως κάθε σχέση αγάπης, έτσι και η συναισθηματική επαφή με το σινεμά πολλές φορές στρογγυλοκάθεται σε κάποιες αξέχαστες στιγμές. Όπως στη μυθική σκηνή με τα ιταλικά και το αξέχαστο “Gorlami” του Μπραντ Πιτ. Κατά τα άλλα: ο Ταραντίνο αλλάζει τον ρου της Ιστορίας, βάζοντας το σινεμά στη θέση του “θεού” που ορίζει τη μοίρα των ανθρώπων. Ο Χίτλερ θανατώνεται σε μια σκοτεινή αίθουσα, οι κινηματογραφικές μπομπίνες γίνονται εργαλεία της δικαιοσύνης, οι μυστικοί πράκτορες οφείλουν να γνωρίζουν τα άπαντα του βωβού κινηματογράφου.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs 

Snatch (2000), του Γκάι Ρίτσι

Ίσως στο απόγειο της sex symbol εποχής του, ο Μπραντ αρχίζει να επιλέγει λιγότερο προβεβλημένους ρόλους, ενισχύοντας το προφίλ-πρεστίζ του. Αξέχαστη η ερμηνεία του στον ρόλο του αθίγγανου φονικού πυγμάχου, με το λιγδιασμένο μαλλί, το trademark καπέλο και την ακαταλαβίστικη ομιλία. Κατά τα άλλα: κάθε άνθρωπος που ήταν μεταξύ 18-25 ετών το 2000 μπορεί να σας επιβεβαιώσει πως η συγκεκριμένη ταινία του Γκάι Ρίτσι (μαζί με τις Δύο καπνισμένες κάννες, φυσικά) ήταν το απόλυτο διαπιστευτήριο coolness της εποχής. Υπερεκτιμημένη σαφώς, εντούτοις αβίαστα διασκεδαστική, φρενήρης, με έξυπνες ατάκες και cockney κωλοπαιδισμό, ταινία που ακόμη κι αν δεν τη θεωρείς αριστούργημα, δεν λες ποτέ όχι σε μια επαναληπτική θέαση.

Fight Club (1999), του Ντέιβιντ Φίντσερ

Ο Μπραντ Πιτ υποδύεται τον Τάιλερ Ντέρντεν και μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς της ποπ κουλτούρας, στον πιο εξόφθαλμα σωματοποιημένο, σπιντάτο και παραληρηματικό ρόλο της καριέρας του. Κατά τα άλλα: ένας παραμορφωτικός καθρέφτης τον οποίο προτάσσει ο Φίντσερ, αναγκάζοντας τη μοντέρνα κοινωνία να αντικρίσει το ακρωτηριασμένο είδωλό της. Χάος, σαπούνι, πρώτος και δεύτερος κανόνας του Fight Club, πιγκουίνοι και εκρήξεις, σε μια ταινία για τη φενάκη της αυτοπραγμάτωσης και την αγιάτρευτη ανάγκη του αρσενικού για επιβεβαίωση.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs 

Kalifornia (1993), του Ντόμινικ Σένα

Η πρώτη αξιόλογη ερμηνευτική στιγμή του Μπραντ, στον ρόλο ενός βίαιου ψυχοπαθούς, σε έναν ρόλο σκοτεινό και αβανταδόρικο. Κατά τα άλλα: τέκνο μιας πολύ συγκεκριμένης φράξιας ταινιών των 90s, ένα road thriller που βουτά στην ψυχή της Americana κληρονομιάς του χάους και της παράνοιας, που γεννούν ανεξήγητα ξεσπάσματα βίας. Η Τζουλιέτ Λούις, εκείνη την περίοδο, ήταν σύντροφος του Πιτ τόσο στην πλοκή της ταινίας όσο και στην πραγματικότητα.

Se7en (1995), του Ντέιβιντ Φίντσερ

Πριν το Fight Club, όμως, ο Μπραντ είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός στο φιντσερικό σύμπαν, σε μια ταινία-ορόσημο των 90s. Ο Μπραντ κλειδώνει ιδανικά με τον Μόργκαν Φρίμαν και δίνει πνοή σε έναν ήρωα καταδικασμένο εκ προοιμίου να υποφέρει, ισορροπώντας ιδανικά ανάμεσα στα ξεσπάσματα και στην εσωτερική θλίψη. Κατά τα άλλα: μια ζοφερή σκιαγράφηση της ανθρώπινης ύπαρξης, κατάμαυρη και τρομακτικά ενδελεχής. Μακριά από whodunit δομές και περιττούς εντυπωσιασμούς, το Se7enμαγνητίζει όχι τόσο χάρη σε όσα λέει και δείχνει, αλλά για όσα αφήνει να φανούν αχνά πίσω από τις ανώφελες ενέργειες των πρωταγωνιστών του.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs 

 

The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford (2007), του Άντριου Ντόμινικ 

Μια ταινία στην οποία αποθεώθηκαν τόσο ο Κέισι Άφλεκ όσο και ο Σαμ Ρόκγουελ για τις ερμηνείες τους, γεγονός που μάλλον αδικεί τον Μπραντ Πιτ, ο οποίος παραδίδει ένα tour de force εσωτερικότητας και μυστηριακής αίγλης, υποδυόμενος τον διαβόητο παράνομο Τζέσε Τζέιμς. Κατά τα άλλα: ένα λυρικό γουέστερν, διανθισμένο με την υπέροχη μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις, που ανατρέχει στις καταστατικές ρίζες της Άγριας Δύσης και στις απαρχές γέννησης ενός νέου κόσμου που θεμελιώθηκε στη βία και στην αρπαγή. Μια εξερεύνηση των αρχέγονων μύθων, σε ένα σκηνικό πρωτόπλαστης απορίας και αμαρτίας.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs

Once Upon a Time in Hollywood (2019), του Κουέντιν Ταραντίνο 

Η οσκαρική δικαίωση του Μπραντ, για έναν ρόλο αδιανόητα πιο σύνθετο και βαθύ απ’ όσο φαίνεται αρχικά, όπως αποτυπώνεται σε μια εκπληκτική σεκάνς. Διότι ο Κλιφ Μπουθ του Μπραντ, ένας αθέατος εργάτης των κινηματογραφικών πλατό, καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια, μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή, σε μια σκηνή που στάζει ιδρώτα, ένταση και αναμονή. Είναι πλέον το ομοίωμα του ήρωα που υποδύεται σε όλη του την καριέρα ο Διόσκουρός του. Γίνεται κι αυτός κομμάτι του ονείρου, στη διαμετρικά αντίθετή όψη του. Είναι ο ήρωας που τολμά να εισέλθει στον εφιάλτη, αντιπροσωπεύοντας εκείνη την πρώτη υπόνοια αισιοδοξίας που αμφισβητεί την ιστορική και ήδη καταγεγραμμένη ροή των πραγμάτων. Κατά τα άλλα: η πιο όμορφη από όλες τις ταινίες “ιστορικής δικαιοσύνης” του Κουέντιν. Το σινεμά δεν φτιάχνει μόνο απατηλούς μύθους, αλλά αντικαθιστά με μύθους ακόμη και την πραγματικότητα. Στην πίστη ότι το σινεμά είναι παρηγοριά. Eλπίδα και χάδι για κάθε αδικία ενός αμετανόητα σκληρού κόσμου.

Διαβάστε την αναλυτική κριτική του CineDogs 

Moneyball (2011), του Μπένετ Μίλερ

Η πιο υποτιμημένη ερμηνεία του Μπραντ στην (πιθανότατα) πιο υποτιμημένη ταινία ολόκληρης της καριέρας του, η οποία έχει δυστυχώς χαντακωθεί κάτω από την τόσο άδικη και στεγνή περιγραφή της sports movie. Mαθήματα τονικότητας από τον Μπραντ, που ενσαρκώνει έναν μοναχικό, εσωστρεφή, εμμονικό και ιδιότροπο άνθρωπο, που ζει με το φάντασμα των ματαιωμένων προσδοκιών και ενός ανεδαφικού, αλλά συγχρόνως χειροπιαστού, ονείρου. Κατά τα άλλα: τo Moneyball είναι πάνω απ’ όλα μια ταινία ισοπεδωτικής μελαγχολίας, η οποία επιτείνεται από τη σκοτεινή φωτογραφία -οι συγκρούσεις, τα διλήμματα, οι αμφιβολίες και τα λάθη διαδραματίζονται στους αθέατους χώρους, στους διαδρόμους των αποδυτηρίων και στα στενά γραφεία, παρά στην ανοιχτωσιά του γηπέδου- και ένα soundtrack που μοιάζει με βούρκωμα που δεν γίνεται ποτέ δάκρυ. Με ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι να αποκρυσταλλώνει το τελικό απόσταγμα. Οι χαμένοι μπορεί να μην τα παίρνουν όλα όπως λέει το άσμα, αλλά μπορεί και να εισπράξουν μια γλυκιά ανταμοιβή.

Διαβάστε την αναλυτική  κριτική του CineDogs

Killing Them Softly (2012), του Άντριου Ντόμινικ 

Τελευταίος σταθμός στην περιήγησή μας στις αγαπημένες στιγμές του Μπραντ Πιτ μια ακόμη ταινία που δεν έτυχε της προσοχής και της προβολής που της άξιζε. Ο Μπραντ, με απαράμιλλο coolness και τρομερή άνεση γίνεται η πνευματική ραχοκοκαλιά του βαθύτερου νοήματος της ταινίας, γίνεται η ενσαρκωμένη ψυχή μιας ξοφλημένης υπερδύναμης, όπου όλα τα ιδανικά έχουν μετατραπεί σε παραστατικά συναλλαγών. Κατά τα άλλα: νεό-νουάρ μελαγχολία, τρομερή χημεία του Μπραντ με τον αδικοχαμένο Τζέιμς Γκαντολφίνι, μια ανατριχιαστική αποτύπωση της πνευματικής κενότητας του θαυμαστού καινούργιου κόσμου, η Αμερική ως no man’s land απογυμνωμένης κατάθλιψης, τεθλασμένο και ανορθόδοξο χιούμορ με αιχμηρές σπόντες και παραπομπές. Βλέπεται απνευστίλ.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑