Reviews Urok (The Lesson)

4 Φεβρουαρίου 2018 |

0

Urok (The Lesson)

Σκηνοθεσία : Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλχάνοφ

Με τους : Μαργκίτα Γκόσεβα, Ιβάν Μπάρνεφ, Στέφαν Ντενολιούμποφ

Ελληνικός τίτλος : Το μάθημα

Διάρκεια : 111’

Έτος Παραγωγής : 2014

Χώρα Παραγωγής : Βουλγαρία

Το (αδυσώπητο) τέρας του καπιταλισμού έχει πολλά κεφάλια, σαν την Λερναία Ύδρα. Και όπως το μυθολογικό, έτσι και αυτό φαντάζει απέθαντο. Μπορείς μονάχα να συμβιβαστείς μαζί του, και τούτο προσωρινά. Να το νικήσεις, ούτε λόγος. Βλέπεις, το μεγάλο του όπλο είναι να δημιουργεί (για τους υποτακτικούς του) σχέσεις απεγνωσμένης εξάρτησης. Το ρόλο αυτό έχει αναθέσει στους σύγχρονους δήμιους του συστήματος, τις τράπεζες. Οι οποίες συχνά-πυκνά αυθαιρετούν, έχοντας για ομπρέλα την κάλυψη μιας νομότυπα δαιδαλώδους τεχνοκρατικής ασπίδας, που απομυζά κάθε ικμάδα κουράγιου να αναζητήσει κανείς το δίκιο του. Κι όταν τα πράγματα στραβώνουν μ’ αυτές, (το σύστημα) μοιραία σε σπρώχνει σ’ ένα άλλο παρακλάδι του, την παραοικονομία : από τους νόμιμους(;) στους παράνομους τοκογλύφους! Από τον Άννα στον Καϊάφα δηλαδή, κι από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη!

Στο φιλμ των Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλχάνοφ, που αφηγείται μια ιστορία Γολγοθά ενός τέτοιου χρέους που αντιμετωπίζει απλή δασκάλα Αγγλικών (Μαργκίτα Γκόσεβα) σε μικρή βουλγάρικη πόλη, τα πάντα (λιτά, αφτιασίδωτα, στεγνά και απογυμνωμένα) συνθέτουν το (απελπιστικό) τοπίο «αφαίμαξης” που δημιουργεί η οικονομική κρίση. Τούτη η προσέγγιση σε συνδυασμό με την εξαιρετική σωματική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, προσδίδει στο όλο εγχείρημα ενισχυμένο ρεαλισμό. Το γεγονός πως το στοιχείο-κλειδί του έργου (μια πράξη απελπισίας) είναι εμπνευσμένο από αληθινή ιστορία, ενισχύει απλά την πεποίθηση πως ο καθένας μπορεί να οδηγηθεί σε κάτι παρόμοιο τη στιγμή που θα βρεθεί στο χείλος του γκρεμού.

ΚΡΙΣΟι δύο σκηνοθέτες πειραματίζονται με την έννοια του «μαθήματος” σε διαφορετικά επίπεδα ταυτόχρονα, δημιουργώντας μια ταινία στο ύφος του σινεμά βεριτέ και της νταρντενικής σχολής. Χτίζουν μια ιστορία απλή, που περιστρέφεται γύρω από μια γυναίκα με αρχές, στην οποία ακολούθως θέτουν διλήμματα, αναγκάζοντάς την να παραγκωνίσει τους ηθικούς της φραγμούς. Το μάθημα μετάνοιας και εντιμότητας που η τελευταία επιχειρεί να διδάξει στους μαθητές της, μετατρέπεται οδυνηρά και απροσδόκητα σε μάθημα ζωής για την ίδια. Ενώ προσπαθεί να «τσιμπήσει” τον θρασύ που κλέβει το χαρτζιλίκι απ’ τις τσάντες των συμμαθητών του, θα βρεθεί αντιμέτωπη με τα ψέματα του μπεκρή και άχρηστου συζύγου της (τον υποδύεται ο Ιβάν Μπάρνεφ του εξαιρετικού «Υπηρέτησα τον Βασιλιά της Αγγλίας«), όταν ανακαλύψει πως ο τελευταίος έχει ξοδέψει τα λεφτά για τις δόσεις του δανείου (για το οποίο έχουν υποθηκεύσει το σπίτι τους) σε ανταλλακτικά για ένα παροπλισμένο τροχόσπιτο, στο οποίο αράζει για να απολαμβάνει τα …τσιγαριλίκια του!

Με την τράπεζα να απειλεί να κατασχέσει το ακίνητο μες στα επόμενα 24ωρα, με μια τετράχρονη κόρη στην αγκαλιά και απλήρωτη από την παράπλευρη απασχόλησή της (μεταφράσεις για ένα συμβολαιογραφικό γραφείο) που μεταθέτει διαρκώς την εξόφλησή της για την … επόμενη εβδομάδα (ώσπου στο τέλος να χρεοκοπήσει και ο λεβέντης εργοδότης να εξαφανιστεί), η θηλιά σφίγγει ασφυκτικά γύρω από το λαιμό της ηρωίδας που αντιμετωπίζει το δίλημμα να στραφεί για δανεικά – ρίχνοντας τα μούτρα της – στον ευκατάστατο αλλά αποξενωμένο, χήρο πατέρα της (ο οποίος ζει με την παρτσακλή του γκόμενα και δεν θυμάται ούτε το όνομα της εγγονής του) ή να έρθει αντιμέτωπη με το μένος του ντόπιου τοκογλύφου. Στη θέση που βρίσκεται, αν χρειαζόταν να συνωμοτήσουν τα πάντα για να εξελιχθούν τα πράγματα στραβά, αυτό ακριβώς και θα συμβεί!

Η κάμερα προσκολλάται στην πρωταγωνίστρια για μεγάλα διαστήματα κι ο θεατής έχει όλο το χρόνο να απορροφήσει την αγωνία της. Η Γκόσεβα ερμηνεύει την ηρωίδα ως γυναίκα που παλεύει να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης μέχρι και την ύστατη (κυριολεκτικά) στιγμή. Η κλιμάκωση της έντασης είναι αργή, βασανιστική, επισπεύδεται μονάχα στην σκηνή έξω από την τράπεζα που εξελίσσεται ως μικρό, ψυχολογικό θρίλερ παρά το νατουραλιστικό της στήσιμο. Παντελής απουσία μουσικού σκορ, που δεν απαιτείται καν για να χτιστεί σασπένς ή δραματουργικό υπόβαθρο. Εναλλακτικά, οι δημιουργοί χρησιμοποιούν επιδέξια μια μπάντα φυσικών ήχων που περιβάλλει τα πλάνα (γαβγίσματα σκυλιών, κυκλοφορία στους δρόμους, φωνές συγκεντρωμένων παιδιών που παίζουν, ήχοι βημάτων σε διαδρόμους και πλακόστρωτα), δίνοντας μια σαφή, ρεαλιστική αίσθηση του σκηνικού αλλά και της ζωής που συνεχίζεται κανονικά για όλους τους υπόλοιπους γύρω από την ηρωίδα εκτός από εκείνη. Ο θεατής δεν την παρακολουθεί απλώς, νιώθει κι αυτός τις επιλογές της να λιγοστεύουν όσο περνάει ο χρόνος, το κουράγιο, την ψυχραιμία και τη λογική της να καταρρέουν σταδιακά, μέχρι τη στιγμή που το αδιανόητο φαντάζει πλέον αναπόφευκτο! Και μπορεί το φιλμ να γίνεται ολίγον χαριστικό ως προς το φινάλε του, εντούτοις παραμένει αμείλικτο στα συμπεράσματά του. Χρειάζεται δράση και αποφασιστικότητα απέναντι σε ένα (ξεκάθαρα) εχθρικό περιβάλλον που καπηλεύεται τον φόβο και την ανάγκη για επιβίωση. Αυτό είναι το μάθημα που παραδίδει η ταινία, δίχως ίχνος φτηνού διδακτισμού.

Σκηνές όπως αυτή με την ηρωίδα να βουτάει το χέρι στα νερά ενός (αλά Φοντάνα ντι Τρέβι) συντριβανιού – μπροστά στα εμβρόντητα βλέμματα των συγκεντρωμένων – για να μαζέψει από τα πεταμένα κέρματα τα δύο λέβα των τραπεζικών εξόδων που απαιτούνται για να εξοφλήσει το υπόλοιπο του δανείου της… που είναι μικρότερο ποσό από αυτά, στέκουν από μόνες τους ως ο χειρότερος καφκικός εφιάλτης του καπιταλιστικού εκτρώματος. Πρώτα έρχεται αυτό και μετά όλα τα άλλα : η ζωή σε μια μετα-κομμουνιστική κοινωνία, η πενιχρή αμοιβή ενός δημόσιου λειτουργού όπως ο δάσκαλος, η διάβρωση του κοινωνικού ιστού (όταν αποφασίζει να μηνύσει τον τοκογλύφο για εκβιασμό, ο μπάτσος στον οποίο καταλήγει είναι ο συνεργός του τελευταίου).

Η πρωταγωνίστρια είναι ο πυλώνας της οικογενειακής εστίας – και μοιάζει να τα καταφέρνει μέχρι τη στιγμή που προδίδεται από τον αδύναμο κρίκο αυτής της σύμβασης (γιατί μια σύμβαση είναι ο γάμος). Η επιλογή της να διατηρήσει την οικογενειακή συνοχή αναλαμβάνοντας συγχρόνως εξ ολοκλήρου το βάρος να τους ξεμπερδέψει από αυτό το χάος είναι συζητήσιμη, αποκτά δε και μια εύστοχη νότα (μαύρης) ειρωνείας όταν ο άντρας της την επιπλήττει επειδή κατέφυγε σε τοκογλύφο! Είναι όμως ακόμα μεγαλύτερη η ανάγκη της να υπερασπιστεί τις επιλογές της απέναντι σε έναν πατέρα που δεν τις εγκρίνει, τη στιγμή που και η ίδια του χρεώνει την απώλεια της μητέρας της…

Η στωικότητα της ηρωίδας αποτελεί ενδεχομένως αντανάκλαση και κινηματογραφική μαρτυρία μιας βαθιά ριζωμένης, πατριαρχικής, μετα-οθωμανικής παράδοσης της γειτονικής χώρας (εμπλουτισμένης με την αφηγηματική φόρμα ενός μετα-σοβιετικού ρεαλισμού, όπου ο ήρωας αποτελεί κεφαλή της οικογενείας και στυλοβάτη της κοινωνίας κατά το μυθολογικό πρότυπο της «Μητέρας Ρωσίας”), που εδώ κινδυνεύει να οδηγηθεί στη διάλυση και την αποσύνθεση. Οι στατιστικές τείνουν αμείλικτα προς αυτή την κατεύθυνση : μετανάστευση, υπογεννητικότητα, σύγχρονα πρότυπα, εγκατάλειψη του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Η ερμηνεία της Γκόσεβα είναι (πέρα από αξιοζήλευτα πειθαρχημένη) εσκεμμένα περιχαρακωμένη (αλλά ουχί σχηματική), καθώς συμπυκνώνει ένα πολύ αυστηρό γυναικείο πρότυπο : διόλου δεν ενοχλεί το γεγονός πως δεν μαντεύεις εύκολα το συναισθηματικό τοπίο που διαμορφώνεται εντός της.

Λαοί όπως ο συγκεκριμένος, έχουν γαλουχηθεί γενιές ολόκληρες στην εσωστρέφεια, τη σιωπή και τη δυσκαμψία του άνω χείλους (δεν σκάει εύκολα το χαμόγελο), έχοντας διδαχθεί παράλληλα την απόλυτη υπακοή. Με βάση τα παραπάνω, το ερμηνευτικό μείγμα της πρωταγωνίστριας κρύβει κάτω από την επιφάνειά του όλα τα συστατικά της (εν δυνάμει) επερχόμενης έκρηξης : δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις τα σφιγμένα χείλη, τις γραμμές του προσώπου, το βλέμμα, το γνήσιο πείσμα για επιβίωση που αναδύεται για να συμπαρασύρει ακόμα κι αυτή την έμφυτη θηλυκότητα (δες την, ας πούμε, στο αμέσως προηγούμενο «Τρεις Μέρες στο Σαράγεβο«, φιλμ-ενδοσκόπηση στη γυναικεία φύση, για να καταλάβεις…).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑