Reviews Une Vie Meilleure

19 Απριλίου 2013 |

0

Une Vie Meilleure

Σκηνοθεσία: Σεντρίκ Καν

Παίζουν: Γκιγιόμ Κανέ, Λεϊλά Μπεκτί

Διάρκεια: 110′

Μεταφρασμένος τίτλος: «Μια καλύτερη ζωή»

Ο Γιαν είναι μάγειρας και η Νάντια είναι σερβιτόρα. Ο Γιαν και η Νάντια είναι ερωτευμένοι. Η Νάντια έχει ένα γιο, τον Ρεμί. Στον Ρεμί λείπει η πατρική φιγούρα, στον Γιαν λείπει μία διέξοδος για να διοχετεύσει την στοργή και τρυφερότητά του. Ο Γιαν και η Νάντια θέλουν να ενώσουν τις τύχες τους σε όλους τους τομείς. Να ανοίξουν ένα δικό τους εστιατόριο, σε μία ιδανική τοποθεσία. Να γίνουν μία οικογένεια και να φροντίσουν τον Ρεμί. Οι δύο στόχοι αναγκαστικά θα μπλέξουν μεταξύ τους. Μία πιθανή παταγώδης αποτυχία στον πρώτο είναι αναμενόμενο ότι θα επιφέρει κλυδωνισμούς και στον δεύτερο. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία, επομένως ο ενθουσιασμός, όπως και η απογοήτευση, μεταγγίζονται από το ένα στο άλλο. Ο Γιαν και η Νάντια με δυο λόγια επιθυμούν και επιζητούν μια καλύτερη ζωή. Πόσο ακριβά κοστολογείται αυτή η επιθυμία; Πάνω απ’ όλα όμως, πόσο εφικτή είναι;

Ο Σεντρίκ Καν τοποθετεί το ρομαντικό του δράμα στο πιο κεντρικό σημείο του σύγχρονου τοπίου. Η σχέση των δύο ηρώων του μοιάζει με μία μέρα ελαφρά συννεφιασμένη που δεν ξέρει κανείς αν θα καταλήξει σε λιακάδα ή σε μπόρα. Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης δηλαδή; Όχι ακριβώς, τουλάχιστον όχι τόσο σχηματικά. Ο Γάλλος σκηνοθέτης οικοδομεί μεν την ταινία του σε μία σχετικά απλή ιστορία, κατορθώνει όμως να μην γίνει υπεραπλουστευτικός. Μέσα από μία αφήγηση που κυλά με τρόπο αρμονικό, πετυχαίνει μία αβίαστη φυσικότητα και αποπνέει μία αίσθηση ταύτισης. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Γκιγιόμ Κανέ (ο πιο τυχερός άντρας του κόσμου για να μην ξεχνιόμαστε, όντας ο σύντροφος της Μαριόν Κοτιγιάρ) και Λεϊλά Μπεκτί αλληλεπιδρά, συνυπάρχει, επικοινωνεί μαζί μας. Ίσως να ακούγεται αυτονόητο, αλλά πολύ συχνά δεν είναι καθόλου. Συμπαθούμε σχεδόν αυτόματα το ζευγάρι που βλέπουμε επί οθόνης και είμαστε διατεθειμένοι να πορευτούμε μαζί του μέχρι τέλους.

Ο έρωτας τους, τα όνειρα τους, καθώς και ο κόπος και η ενέργεια που καταβάλλουν, θα φθαρούν μέσα από συνθήκες πνιγηρές και άσχημες. Το άγχος για τα χρήματα και η έλλειψή τους που φέρνει εύλογα προβλήματα. Τα δάνεια, η αποπληρωμή τους και η γραφειοκρατία που ορθώνονται ως εμπόδια ανυπέρβλητα για κάθε ονειροπόληση. Ο Καν πατάει στη σωστή στιγμή φρένο και δεν αφήνεται να κατρακυλήσει στο υπερβολικά βαρύ και ασήκωτο δράμα ή τέλος πάντων προσδίδει στο δράμα που σκιαγραφεί ανθρωπιά και τρυφερότητα. Το ρομάντζο του συνδυάζεται άνετα και επαρκώς με τον κοινωνικό του προβληματισμό. Το ένα σκέλος δεν εχθρεύεται το άλλο. Αναπνέουν κανονικά και τα δύο, αναπτύσσονται και συμβιώνουν δίχως το παραμικρό πρόβλημα.

Το σοβαρό πρόβλημα πάντως που προκύπτει είναι ότι η φυσικότητα της ταινίας σε κάποιες στιγμές αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι. Αποτρέπει, όπως είπαμε, τις καταγγελτικές κορώνες και το υπερβολικό μελόδραμα και παίρνει ένα πόντο για αυτό. Από την άλλη όμως, δεν προσφέρει μία πιο οξυδερκή και διαπεραστική ματιά σε αυτό που πραγματεύεται και χάνει τον πόντο που μόλις κέρδισε. Σα να περιμένουμε να ανέβει το volume της έντασης και αυτό να μένει αμετάβλητο. Το πρόβλημα αυτό καθίσταται πιο εμφανές, όταν η πλοκή καταφεύγει σε ένα μάλλον υπερβολική σεναριακή τροπή προκειμένου να συνεχίσει να ξεδιπλώνεται. Σε μία ταινία, όπου η «αληθινή» της χροιά είναι το κυριότερο ατού της, είναι κάπως άστοχο να βασίζεται η κορύφωσή της σε γεγονότα που δεν αποπνέουν ιδιαίτερη «αλήθεια». Όπως και να έχει και παρά αυτές τις αδυναμίες, το συνολικό πρόσημο παραμένει θετικό. Ο ιδεαλισμός του Καν μπορεί να μην μας κόβει την ανάσα αλλά σίγουρα μας αφήνει μια γλυκιά γεύση στο στόμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑