Reviews Two for the Seesaw

14 Οκτωβρίου 2017 |

0

Two for the Seesaw

Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Γουάιζ

Με τους: Ρόμπερτ Μίτσαμ, Σίρλεϋ ΜακΛέην

Ελληνικός τίτλος: Το παιχνίδι της μοναξιάς

Διάρκεια: 119’

Έτος παραγωγής: 1962

«Δύο για την τραμπάλα» η κυριολεκτική μετάφραση, για ένα φιλμ που τα διαφημιστικά του πόστερ δρουν παραπλανητικά, καθώς το ίδιο παραείναι «χρωματισμένο» με πικρή μελαγχολία για να το αιχμαλωτίζει κανείς σε τέτοιο φως και λούσο. Όσο η μοναξιά υπάρχει στην ζωή των ανθρώπων, θα συνεχίζει να παίζει το παιχνίδι της μαζί τους. Ένα παιχνίδι διαχρονικό, με αβέβαιη κάθε φορά κατάληξη. Το θεατρικό έργο του Γουίλιαμ Γκίμπσον (όχι του … «Νευρομάντη» και του sci-fi) – πρώτοι εν Ελλάδι διδάξαντες ο Χορν με την Λαμπέτη – δεν είναι δράμα με την καθαρή, ολοκληρωτική έννοια της λέξης. Και βέβαια δεν μελοδραματίζει. Απλώς γελά μα και δακρύζει. Έργο για δύο πρόσωπα, που με γλυκόπικρο, λεπτό χιούμορ, με μελαγχολία, κατανόηση και τρυφερότητα για τον πληγωμένο και μοναχικό άνθρωπο, πλάθει το συναισθηματικό βάσανο, το ερωτικό σμίξιμο και τελικά τον χωρισμό.

Ο λαϊκής καταγωγής Τζέρι Ράιαν (Ρόμπερτ Μίτσαμ), που έγινε δικηγόρος χάρη στον πεθερό του – ιδρυτή μιας νομικής φίρμας στα μεσοδυτικά, εγκαταλείπει θέση, σπιτικό και γυναίκα, αφού εκείνη φλερτάρει με άλλον και λέει ότι θέλει να τον παντρευτεί. Άνεργος και άφραγκος στη Νέα Υόρκη, γκρεμοτσακισμένος συναισθηματικά απ’ το επερχόμενο διαζύγιο, πνιγμένος από μοναξιά, τηλεφωνιέται – και τελικώς συναντιέται – με την νεαρή, επίσης μόνη, φτωχή, άνεργη αλλά και περήφανη Γκίτελ (Μόσκα) Μόσκοβιτς (Σίρλεϋ ΜακΛέην), μια εβραϊκής καταγωγής μποέμισσα χορεύτρια, στην γκαρσονιέρα της. Δύο μοναχικά πλάσματα που σμίγουν ερωτικά και γεύονται την ανθρώπινη συντροφικότητα, αλλά για λίγο, καθώς οι μακρόχρονοι δεσμοί και η αγάπη που δένει τον ήρωα με την γυναίκα του «νικούν» την σχέση τους.

Και τι δεν έχει ακουστεί για το – θεωρητικώς – miscast του Μίτσαμ στο ρόλο αυτό. Να ξεκινήσουμε, βασικά, απ’ το ότι εμένα μου μοιάζει ενσυνείδητο (ο ρόλος απλά είναι κόντρα… άλλο κόντρα, άλλο miscast) – οπότε καλέ μου αναγνώστη και σινεφίλ, εάν είσαι με τους από κει σταματάς να διαβάζεις εδώ, ειδάλλως συνεχίζεις παρακάτω. Ο Γουάιζ δήλωσε χρόνια μετά πως ήταν απ’ τις ελάχιστες φορές που δούλεψε κάπου όπου το κάστινγκ είχε …ολοκληρωθεί πριν ο ίδιος προσληφθεί (να ήταν μπηχτή για τον Μήτσαμ; Who knows, who cares). Βέβαια, επαρχιώτη δικηγόρο, πιστό στα οικογενειακά ιδεώδη, ρεπουμπλικάνο, συντηρητικό… δεν ξέρω αν έχει ξαναπαίξει ο συγκεκριμένος (ένας Γκλεν Φορντ ή ένας Πεκ θα το’ χαν ευκολότερα το πακέτο). Είχε προταθεί – λένε – αρχικά σε Τέηλορ και Νιούμαν το έργο (την Λιζ δεν θα την έβλεπα με τίποτα εδώ πέρα, αλλά το δίδυμο ΜακΛέην -Νιούμαν θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον).

Εξήντα χρόνια συμπληρώνει το έργο γραμμένο, που πρωτοανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ το ’58, με Χένρι Φόντα και Ανν Μπάνκροφτ στους αντίστοιχους ρόλους. Στα γυρίσματα ξεκίνησε και η σχέση της ΜακΛέην με τον Μίτσαμ που κράτησε σχεδόν μια τετραετία, «ταρακουνώντας» και τον γάμο του τελευταίου – δεν ξέρω πόσα ρίχτερ! Πολλά ειπώθηκαν για τη διαφορά ηλικίας τους (45 εδώ ο Μίτσαμ, 28 η ΜακΛέην) και για την έλλειψη στέρεας χημείας ανάμεσά τους. Λέχθηκε πως το … ληθαργικό παρουσιαστικό του Μίτσαμ καθιστούσε την – υποτιθέμενα – ισχυρή έλξη της ΜακΛέην για κείνον, λιγότερο αληθοφανή. Ή πως ο ίδιος θύμιζε λιγότερο εραστή και περισσότερο υπερπροστατευτικό πατέρα, που σχεδόν… αποβλάκωνε τον χαρακτήρα της ΜακΛέην! Όσο για τον ίδιο τον σκηνοθέτη, στριμωγμένο ανάμεσα στο West Side Story και στο Τhe Haunting, το συγκεκριμένο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο από τους φαν της φιλμογραφίας του.

Το «Παιχνίδι της Μοναξιάς» ανοίγει με τα μπαρόκ αστικά πλάνα που συνθλίβουν την – συνήθως επιβλητική – φιγούρα του Μίτσαμ κάτω απ’ τους γιγάντιους ουρανοξύστες του Μανχάταν και τα «τερατουργήματα» του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. H κινηματογράφηση της πόλης έχει αυτό το θαμπό (σχεδόν μετα-αποκαλυπτικό), μελαγχολικό ασπρόμαυρο (παρόμοια την φιλμάρει και ο Μάλιγκαν στο «Love With The Proper Stranger» – με Νάταλι Γουντ και Στηβ ΜακΚουήν -την επόμενη χρονιά), μια αίσθηση παγωμένης ερήμωσης που λειτουργεί σαν προέκταση της μοναξιάς του ήρωα. Αλλά και σαν απώτερος στόχος του ίδιου του σκηνοθέτη, καθώς – από κει και ύστερα – το σύνολο σχεδόν του φιλμ εξελίσσεται μέσα στα ασφυκτικά εσωτερικά των διαμερισμάτων και των κτιρίων (εκ των υστέρων, θυμίζει βόλτα κρατουμένου σε προαύλιο φυλακής πριν την επιστροφή του στο κελί της απομόνωσης).

Ο Μίτσαμ, «επαρχιώτης στην Ομόνοια» (απ’ τη Νεμπράσκα στο «Μεγάλο Μήλο»), περιπλανιέται έρμος και μοναχός στην αχανή μεγαλούπολη – στις γέφυρες, στους δρόμους, στις πλατείες, στα πάρκα, στα μουσεία, στα σινεμά, στα μπαρ (στα τελευταία μέρα μεσημέρι). Σπάνια η φιγούρα του τελευταίου χρησιμοποιήθηκε καλύτερα για να σφραγίσει έναν χαρακτήρα που κουβαλά τόση φθορά κι απογοήτευση, διοχετεύοντας το σύνολο της αποξένωσης και της μοναξιάς του στους δαίδαλους της πόλης (μόνο στο «The Friends of Eddie Coyle» – μια δεκαετία αργότερα – παρόλο που τα δυο φιλμ δεν διαθέτουν τίποτα κοινό).

Η φωτογραφία του Τεντ ΜακΚoρντ (δεν τον ξέρουν και πολλοί – οι πιο γνωστές του δουλειές ήταν το «Ανατολικά της Εδέμ» και η «Μελωδία της Ευτυχίας», άντε και μερικά b-noir), παίζει να είναι απ’ τις καλύτερες στην ιστορία του Χολιγουντιανού Σινεμά. Η απεικόνιση του Μανχάταν είναι το λιγότερο εκπληκτική. Η ειρωνεία είναι πως αυτή την εμβληματική αναπαράσταση του ψυχρού αστικού τοπίου και της βουλιαγμένης μέσα στη μοναξιά (και στο παλτό της) φιγούρας του Μίτσαμ στη σεκάνς των τίτλων έναρξης, θα τη ζήλευαν πολλά νουάρ (το ίδιο συμβαίνει και στη μέση περίπου του φιλμ, σε μια σκηνή που ο Μίτσαμ περιμένει στο σκοτάδι, έξω απ’ το διαμέρισμα της ΜακΛέην – το καδράρισμα της φιγούρας του απέναντι στα θολά, νυσταγμένα φώτα του έρημου δρόμου σχεδόν κόβει την ανάσα). Ο Γουάιζ ήταν στυλίστας σκηνοθέτης – ειδικά όταν γύριζε σε ασπρόμαυρο – κι έτσι οι δυο τους δημιουργούν εδώ ένα αισθητικό κομψοτέχνημα.

Το «Παιχνίδι της Μοναξιάς» είναι η ιστορία μιας δεύτερης ευκαιρίας. Ενός ασυνήθιστου, δύσκολου ειδυλλίου, ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες που δεν έχουν τίποτα κοινό – εκτός από τη μοναξιά τους. Είναι το «παιχνίδι» σύγκρουσης της καταπιεσμένης ηθικής με την εκκεντρικότητα (η σκηνή του post-beatnik/pre-hippie πάρτυ στο οποίο οι πρωταγωνιστές συναντώνται για πρώτη φορά, είναι εντυπωσιακή. Είναι ένα χωροχρονικό στιγμιότυπο που σπανίως αλιεύεται σε φιλμ. Καθώς η πλειοψηφία της Αμερικής εξακολουθούσε να ζει στο «μαυρόασπρο» σύμπαν του Αϊζενχάουερ, παρουσιάζεται η αιχμή του δόρατος της Νεοϋορκέζικης Σκηνής που – έχοντας πλέον αφήσει πίσω της το bebop και τον Κέρουακ – ετοιμάζεται να κουτρουβαλήσει με τα μπούνια στο Warhol Factory).

Υποβλητικοί, οξυδερκείς, αιχμηροί διάλογοι (αισθητή η παρέμβαση της σεναριογράφου Ίζομπελ Λέναρντ) – παρόλο που ο έμφυτος (κατά διαστήματα καταιγιστικός) βερμπαλισμός του θεατρικού δοκιμάζει (σε συνδυασμό με την – ίσως και αδικαιολόγητα – μεγάλη διάρκεια του φιλμ) κάπως τις αντοχές σου. Η ερμηνεία της (εξωφρενικά ταλαντούχας) ΜακΛέην σε ρόλο αρχετυπικής pixie του Γκρήνουιτς Βίλατζ επιφέρει – μοιραία – συγκρίσεις με το ρόλο της στη «Γκαρσονιέρα» (ειδικότερα η σκηνή στο κινέζικο εστιατόριο κι απ’ το σημείο και μετά που αρρωσταίνει). Αφοπλιστικά ειλικρινής και καλοκάγαθη, με ευφυή χειρισμό των Yiddish και των συνακόλουθων μανιερισμών ώστε να μην ξεπέφτει ποτέ σε καρικατούρα. Πίσω απ’ το ονειρικό, γοητευτικό της χαμόγελο, κρύβονται αποτυχημένες σχέσεις, παρατημένες φιλοδοξίες και ένα … έλκος. Η δική της στιγμή μοναξιάς είναι πιο στιλιστική αλλά εξίσου μελαγχολική, μπροστά στους καθρέφτες μιας άθλιας, εγκαταλειμμένης σοφίτας που έχει μετατραπεί σε στούντιο χορού.

Ο Τζέρι νιώθει άβολα μέσα στην κοινωνία της μεγαλούπολης, καθώς έχει μάθει να βασίζεται στην ασφάλεια που του πρόσφεραν οι άλλοι (το περιβάλλον της γυναίκας του και του ισχυρού πεθερού του) και όχι στον εαυτό του (πολύ κόντρα για Μίτσαμ ο ρόλος κι όμως, το βουβά θλιμμένο, κουρασμένο βλέμμα του σε κάνει να νιώθεις τις ρωγμές μέσα του). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην έννοια της δοτικότητας. Ο Τζέρι εκδηλώνει μια αγωνία να δώσει πράγματα, να αναλάβει την φροντίδα κάποιου, να νιώσει χρήσιμος, να ανακτήσει τη χαμένη του αυτοεκτίμηση, ενώ με μισή καρδιά παραδέχεται τη δική του ανάγκη για βοήθεια. Ενθαρρύνει την γενναιόδωρη Γκίτελ να … αξιώσει κάτι από κείνον! «Γιατί όταν δύο άνθρωποι αγαπιούνται, να χρειάζεται να αξιώσουν οτιδήποτε ο ένας απ’ τον άλλον;», αναρωτιέται εκείνη. Η Μακλέην αυτονομείται απ’ τον χαρακτήρα της Γκίτελ με αποφασιστικότητα, δημιουργεί μια λαμπερή, αυθόρμητη περσόνα, δίνει στο γέλιο και στο δάκρυ της αβίαστη ισχύ. Είναι ο πιο δυνατός χαρακτήρας απ’ τους δύο (κι εκείνος που βγάζει μεγαλύτερη ανθρωπιά).

Το φιλμ «τραμπαλίζεται» διαρκώς μεταξύ ωμού, έντιμου νατουραλισμού και εκλεπτυσμένης ντραμεντί. Οι «πιρουέτες» που οι ήρωες εκτελούν γύρω απ’ την εκδήλωση των υπαρκτών – ή μη – συναισθημάτων τους, δεν είναι ανειλικρινείς ή υποκριτικές. Συνιστούν τη ρίζα μιας αγωνιώδους αναζήτησης που στοιχειώνει όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις. Αμηχανία, δυσκολία κατανόησης του άλλου, διάθεση αλληλοβοήθειας. Απογοητευμένοι με τα συναισθήματά τους, μπαίνουν στον πειρασμό να δοκιμάσουν ακόμα και τη βία ως τρόπο έκφρασης : εκείνος την χαστουκίζει όταν θα προκαλέσει την ζήλια του και κείνη – με τη σειρά της – δείχνει πρόθυμη να τον κοπανήσει με ένα …φλιτζάνι. Η ασθένειά της – στο μέσο του φιλμ – που τους συμφιλιώνει προσωρινά, στην πραγματικότητα τους απομακρύνει περισσότερο : εκείνος αδυνατεί να διαγράψει οριστικά το παρελθόν και βλέπει με οδύνη τη νοσταλγία για το τελευταίο να εκτοπίζει – αργά αλλά σταθερά – την Γκίτελ από μέσα του.

Κι εκείνη αναμένει κάτι περισσότερο : έναν άνθρωπο που να είναι εντελώς δικός της. Ο Τζέρι κι η Γκίτελ δεν ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. Ίσως και να μην είναι τόσο θλιβερό όσο δείχνει. Μπορούν να επανενταχθούν σε ένα σύμπαν απ’ το οποίο ήλπισαν να ξεφύγουν παρέα, όμως πλέον θα είναι δική τους η απόφαση. Και θα το πράξουν έχοντας ανακαλύψει πολλά πράγματα για τον εαυτό τους στην πορεία αυτής της σύντομης σχέσης. «Με βοήθησες. Είναι η πρώτη φορά που έχω πάρει περισσότερα απ’ όσα έχω δώσει. Θέλω να πω, όποιος κι αν είναι αυτός ο τύπος, θα σου χρωστάει», του λέει η ΜακΛέην αναφερόμενη στον όποιον – μελλοντικά – εμφανιστεί στο δρόμο της. «Κι αυτή θα σου χρωστάει», απαντά ο Μίτσαμ (αναφερόμενος στην σύζυγό του, στην οποία μάλλον και επιστρέφει). «Περισσότερα απ’ όσα θα μάθει ποτέ»! Θλιβεροί οι αποχωρισμοί, παρήγοροι ωστόσο όταν συνοδεύονται απ’ τον θρίαμβο – πέρα απ’ την αγάπη – της ωριμότητας και της ενσυναίσθησης.

Εδώ, φτάνεις στο σημείο που κοντεύεις να πιστέψεις πως η ιστορία του Τζέρι και της Γκίτελ είναι όπως πρέπει να βιώνονται όλες οι… άτυχες σχέσεις. Με αριστοκρατική ειλικρίνεια! Μόνο που εδώ δεν βρισκόμαστε στο άλλο επιτυχημένο θεατρικό του Γκίμπσον, το «Θαύμα της Άννι Σάλλιβαν» (που – συμπτωματικά – την ίδια χρονιά μεταφέρει στο πανί ο Άρθουρ Πεν με Μπάνκροφτ και Πάττυ Ντιούκ). Εκεί οι ηρωίδες επιτελούσαν ένα αληθινό θαύμα, διδάσκοντας η μία στην άλλη αυτογνωσία και αυτοσεβασμό. Αν κάτι ενοχλεί στο «Παιχνίδι της Μοναξιάς» είναι ένας εγγενής (αν και συγκαλυμμένος) ανδρικός σωβινισμός, που τον ξεσκεπάζει στα μάτια του σημερινού θεατή το πέρασμα του χρόνου : ο Τζέρι βγαίνει πολύ πιο κερδισμένος απ’ την Γκίτελ. Το μόνο που απομένει σ’ εκείνη είναι ο αυτοσεβασμός (ενδεχομένως – καθώς υποπτεύεσαι πως δεν αποκλείεται να κατρακυλήσει και πάλι στην άσκοπη, μαζοχιστική της ζωή).

Σε κείνον, ωστόσο, παραμένουν η … αξιαγάπητη γυναικούλα, το ωραίο σπιτικό, η καλή δουλειά, και ένας σταθερός ρόλος στην κοινωνία. Θυμίζει, εν τέλει, την απόλυτη αρσενική φαντασίωση – τύπος με προβληματικό γάμο απολαμβάνει περιπετειούλα με νόστιμη, τσαχπίνικη κι αρκετά νεότερη ύπαρξη που του ξαναδίνει το κουράγιο να επιστρέψει στη ζωή που (ξέρει ότι) ανήκει. Κι η … θεραπεύτρια; Χάνει εκείνον που αγάπησε (τον μοναδικό ίσως) κι όμως καταλήγει να τον… ευχαριστεί που την πρόδωσε! (διόλου απίθανο οι δυο τους, τόσο διαφορετικοί ο ένας απ’ τον άλλον, να μην κατάφερναν να μείνουν για πολύ μαζί – αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα). Ενώ ο Τζέρι προσπαθεί – υποτίθεται – να γιατρέψει μια Γκίτελ συναισθηματικά … ρακένδυτη, είναι εκείνος που αντλεί τελικά τα περισσότερα και στη συνέχεια αποχωρεί. Επώδυνο το μερτικό εκείνης στον τελευταίο τους διάλογο, προσπαθώντας – για άλλη μια φορά – να τον κάνει να αισθανθεί ο ίδιος καλύτερα, αντί να φροντίσει ( ακόμα και τούτη την ύστατη ώρα) τα δικά της αισθήματα…

Το έργο είναι καμβάς για δύο. Ξεχωρίζει, ωστόσο, ως αρχετυπικό δείγμα των κινηματογραφικών sixties που με την σχολαστικότητα που επιδεικνύει στο στυλιζάρισμα, την εικόνα και την εικαστική λεπτομέρεια (ακόμα και τον ευφυή τρόπο που οι θεατρικές καταβολές των τηλεφωνικών συνομιλιών «στριμώχνονται» μέσα στα διχοτομημένα κάδρα), θα έπρεπε να απασχολήσει περισσότερο τους λάτρεις και μελετητές της συγκεκριμένης περιόδου (μη σου πω και κείνους που γύριζαν ταινίες τότε…). Για μένα, η προέλευση του θέματος – στο συγκεκριμένο – δεν είναι μειονέκτημα. Τουναντίον, αποτελεί ζωντανό παράδειγμα του πως χρησιμοποιείς κινηματογραφικά ένα θεατρικό για να του προσδώσεις την αμεσότητα και οικειότητα – ω, ναι! – που θα ήταν αδύνατον να επιτευχθεί επί σκηνής…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑