Reviews There Will Be Blood

26 Ιουνίου 2020 |

0

There Will Be Blood

Σκηνοθεσία: Πολ Τόμας Άντερσον

Παίζουν: Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, Πολ Ντέινο

Διάρκεια: 158′

Αμερική, τέλη του 19ου αιώνα. Ο Ντάνιελ Πλέινβιου, Τεξανός πρώην μεταλλωρύχος και νυν «άνθρωπος του πετρελαίου», όπως αυτοχαρακτηρίζεται, μετακομίζει σε μία μικρή πόλη της Καλιφόρνια με τον ατύπως υιοθετημένο γιο του, αφού πληροφορείται ότι στην περιοχή  υπάρχουν τεράστια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα πετρελαίου. Εκεί, παρά την αντίδραση του ιεροκήρυκα και ψευδοπροφήτη Ιλάι Σάντεϊ θα χτίσει τη δική του αυτοκρατορία. Αυτή είναι η ιστορία της ιλιγγιώδους ανόδου και της εκκωφαντικής πτώσης του.

Το «There Will Be Blood» συνιστά για τον Πολ Τόμας Άντερσον σημείο καμπής, αφού σηματοδοτεί την απομάκρυνση του ύφους του από το έως τότε καθιερωμένο μοτίβο. Είναι το πρώτο αληθινά βραδυφλεγές έργο του, όπως και τα «The Master» και «Phantom Thread», αφού εδώ παύει να χρησιμοποιεί επιθετικό μοντάζ (σημείο τομής με το σινεμά του Μάρτιν Σκορσέζε), αφήνει παράμερα τα ensemble casts του παρελθόντος (μίας καθαρά αλτμανικής κατεύθυνσης) και επιμένει σε έναν ρυθμό κλινικά σταθερό, cuts περιορισμένα στο ελάχιστο, κοντινά πλάνα στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή του και επενδύει στη δημιουργία ανοίκειου συναισθήματος στο θυμικό του κοινού. Με άλλες λέξεις, αυτή είναι η επί μακρόν προσδοκώμενη συνάντηση του Άντερσον με το σινεμά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

Οι λογοτεχνικές καταβολές του έργου αναζητούνται συχνά –και δικαίως λόγω της θεματικής εγγύτητας– στο μυθιστόρημα του Άπτον Σινκλέρ «Oil!», γραμμένο το 1927, αλλά στην ουσία ο χαρακτήρας του Πλέινβιου είναι αντικατοπτρισμός του Αμερικανού μεγιστάνα του πετρελαίου Edward L. Doheny. Η φιλμική κατασκευή του Άντερσον φαντάζει σαν άλλος «Πολίτης Κέιν» , μόνο που το σημαντικό γνώρισμα του κεντρικού χαρακτήρα είναι η ιδιότητα του κεφαλαιοκράτη και αυτό συνιστά εκδήλωση ενός νέου οικονομικού περιβάλλοντος που στο λυκαυγές του εικοστού αιώνα ετοιμαζόταν να σκεπάσει τα πάντα στον Δυτικό κόσμο.

Είναι τα ύστατα στάδια της βιομηχανικής επανάστασης, η χάραξη ενός νέου τοπίου χάρη στην ανακάλυψη του μαύρου χρυσού, η εποχή στην οποία ο σύγχρονος καπιταλισμός θεριεύει. Είναι βαθιά αμερικανική η ταινία του Άντερσον, απευθύνεται άλλωστε σε ένα έθνος που έχει πληρώσει φόρο αίματος για τον έλεγχο πετρελαϊκών πηγών ανά την οικουμένη. Βέβαια, λειτουργεί και σαν ευθεία και άμεση αναφορά στον καπιταλισμό, αφού ο Πλέινβιου μοιάζει σχεδόν να τον εφηύρε: έχοντας την εξουσία που του σερβίρει η έγγεια ιδιοκτησία και τα μέσα παραγωγής, ο αδίστακτος πρωτο-μπίζνεσμαν θα μηχανευτεί όλους τους τρόπου με τους οποίους ανέκαθεν οι κεφαλαιοκράτες προσεταιρίζονταν τις κοινωνίες.

Θα ντυθεί τα άμφια του αλλότριου ευεργέτη, θα αναπνεύσει ανάμεσά τους επιδεικνύοντας σε κάθε ευκαιρία την καλή του πρόθεση, θα φορέσει όποιο προσωπείο χρειαστεί για να επικρατήσει η βούλησή του. Η μόνη ουσιώδης αντίδραση που θα συναντήσει θα είναι από τον βοερό τσαρλατάνο, απατεώνα θιασώτη του θείου λόγου που πασχίζει να κανονίσει τα της δικής του επιχείρησης: τον ιεροκήρυκα Ιλάι, που συνεργάζεται με τον Πλέινβιου με σκοπό να κερδίσει αυτός τα περισσότερα και να τον φέρει στα μέτρα του, μην υπολογίζοντας ότι ακόμα και η δική του πανάρχαια βιομηχανία πίστης, η εκκλησία, ωχριά απέναντι στην καινοτόμο ορμή της προσωποποίησης της νεότευκτης πλουτοκρατίας, ενός ανθρώπου που παραμένει άγριο θηρίο και που δε θα σταματήσει μέχρι να πετύχει.

Ο Πλέινβιου είναι ένας δεδηλωμένος μισάνθρωπος με ένα απύθμενο πείσμα και τελικό προορισμό την λουσμένη στα πλούτη απομόνωση. Η δομή του έργου είναι συναρπαστική, μοιάζει με την εξιστόρηση ενός προαναγγελθέντος θριάμβου που υπαγορεύεται από τη μνημειώδη άνευ διαλόγου πρώτη σεκάνς, όπου η επιμονή του επιχειρηματία στη μάχη του σηματοδοτεί και το διαβατήριό του προς την επιτυχία. Ο Άντερσον θέλει εξ αρχής να βάλει τον θεατή σε θέση παρατηρητή ενός κατορθώματος που δε μπορεί να αποτραπεί με καμία δύναμη στον κόσμο, αυτό υπηρετεί και ο σταθερός ρυθμός του έργου. Το ερώτημα που  γεννάται δεν είναι αν ο πρωταγωνιστής θα καταφέρει να σταθεί στον θρόνο του πλούτου του, αλλά τι ακριβώς εξασφαλίζει για τον εαυτό του με αυτό.

Τα γκρο πλαν του Άντερσον λένε περισσότερα από τα λόγια (και η ερμηνεία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι πολύ μεγάλη για να περιγραφεί σε μερικές αράδες). Ο αντιήρωας βυθίζεται σε έναν θρίαμβο κενό νοήματος, που προέκυψε μετά από ασίγαστο και μιαρό βάσανο, σαν μία υποτιθέμενη αυταξία που αρχίζει να αποσυντίθεται μόλις κατακτηθεί. Ο Πλέινβιου πέρασε τα πάνδεινα, λέρωσε τα χέρια του πλείστες φορές, υπέφερε ψυχή τε και σώματι, και  η θέση του στο βάθρο μοιάζει τελικά ανούσιο επίτευγμα μέσα στην απέραντη ερημιά του.

Άλλωστε, η πλήρης αποδέσμευση από προσωπικές σχέσεις δε συνεπάγεται και την αδυναμία σύναψης αυτών. Ο επιχειρηματίας μισεί τους πάντες, αλλά πρωτίστως τον εαυτό του, και αυτό γιατί βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μία θλιβερή θέση. Πασχίζει να προβεί σε επιλογές που εξυπηρετούν αποκλειστικά τον σκοπό του και με τη συνείδηση και τη λογική του το επιβάλλει, αλλά αδυνατεί να απεμπολήσει τον συναισθηματικό τους αντίκτυπο. Θα προτιμήσει να μεριμνήσει για το πετρέλαιο αντί για την ευημερία του παιδιού που τον συνοδεύει, αλλά αυτό θα βρίσκεται πάντα εκεί να του θυμίζει την εκλογή του και εκείνος δε θα μπορέσει ποτέ να απαλλαγεί από την ελάχιστη ποσότητα ηθικού φορτίου που του απαγορεύει να ησυχάσει.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που σιχαίνεται την ύπαρξή του όχι επειδή δεν έχει καταφέρει να κρατήσει τους δεσμούς του με άλλους ανθρώπους, αλλά επειδή εξακολουθεί να τους χρειάζεται. Έτσι, όταν θα αντιληφθεί ότι αυτός που του παρουσιάστηκε σαν χαμένος ετεροθαλής αδερφός στην πραγματικότητα ήταν απατεώνας, δε θα τον εξουδετερώσει επειδή αισθάνεται απειλή για τα πλούτη του, αλλά επειδή του επέτρεψε να εισέλθει στον συναισθηματικό του κόσμο και έτσι να του υπενθυμίσει ότι ακόμα διαθέτει έναν τέτοιο, δεν έχει επιτευχθεί ο ακρωτηριασμός του ψυχισμού του εν ονόματι της ύλης.

Όπως και ο (θετός) γιος του,  έτσι και ο (ψεύτικος) αδερφός του αποτελούν αγκάθια στο αφήγημά του, δημιουργώντας και ένα μοτίβο του μη βιολογικού οικογενειακού δεσμού. Ωστόσο, τούτη εδώ δεν είναι μία ιστορία εξιλέωσης, αλλά μία ιστορία αδιανόητης περιπλάνησης στην επίγεια κόλαση που επιβάλλει ένας γιγαντιαίος εγωισμός.

Ένα ακόμα μοτίβο, αυτό της επίγειας κόλασης, όπως απεικονίζεται στη στέρφα γη από τον βραβευμένο με Όσκαρ για τη δουλειά του Ρόμπερτ Έλσγουιτ, μαζί με τη φωτιά που επανέρχεται συνεχώς στο προσκήνιο, αποτελεί εκδήλωση της θρησκευτικής όψης του έργου. Η Καλιφόρνια είναι για τον αντιήρωα μία διεστραμμένη Γη της Επαγγελίας, το πετρέλαιο είναι ο λόγος του Θεού και εκείνος είναι ο μόνος που τον δικαιούται.

Σε αντίθεση με τον κατ’ επάγγελμα ερμηνευτή του άφατου θεϊκού λόγου, ο οποίος αποτελεί αντικατοπτρισμό του (για τον έναν το χρήμα είναι θρησκεία, για τον άλλον η θρησκεία είναι χρήμα), ο Πλέινβιου διαθέτει κάτι απτό, ικανό να κάνει την ναρκισσιστική ηδονή του πλούτου να τον πλημμυρίσει. Και για να υπερασπιστεί τον δικό του θεό που πηγάζει από τα σπλάχνα της γης, θα πολεμήσει μέχρις εσχάτων τον χριστιανικό θεό και τον εκπρόσωπό του λαμβάνοντας μοιραία εκδίκηση για τον εξευτελισμό που υπέστη και την αναγκαία αυτογνωσία στην οποία αυτός τον υπέβαλε.

Με το σπουδαίο score του Τζόνι Γκρίνγουντ να δίνει τον τόνο, ο Πολ Τόμας Άντερσον αφηγείται μία ιστορία απληστίας, θέτοντας ανά χείρας του διαταραγμένου και δύστροπου πρωταγωνιστή του την αποδόμηση ενός κραταιού οικονομικού συστήματος. Ταυτόχρονα, όμως, παραθέτει και ένα αφάνταστα πλήρες character study, και η ερμηνεία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις αναδεικνύει κάθε μία από τις λεπτότερες αποχρώσεις του. Τέλος, είναι και μία μαεστρικά δομημένη ταινία στην οποία ο εκπεφρασμένος λόγος ωχριά μπροστά στις υπόρρητες διαστάσεις τις εικόνας. Ένας σύγχρονος «Πολίτης Κέιν» ιδωμένος μέσα από κιουμπρικικό βλέμμα. Τελικά, ένα φιλμ που ακόμα και ο μεγάλος Στάνλεϊ μάλλον θα ζήλευε.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑