Reviews The Stunt Man

13 Απριλίου 2019 |

0

The Stunt Man

Σκηνοθεσία : Ρίτσαρντ Ρας

Με τους : Πήτερ Ο’Τουλ, Στηβ Ρέιλσμπακ, Μπάρμπαρα Χέρσεϋ

Διάρκεια : 131’ (ΗΠΑ, 1980)

Ο Κάμερον (Στηβ Ρέιλσμπακ), απογοητευμένος βετεράνος του Βιετνάμ, πλευρίζεται και παρενοχλείται απ’ την αστυνομία σε μια αμερικάνικη πόλη (που δεν κατονομάζεται). Επιχειρούν να τον συλλάβουν. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει απ’ τους μπάτσους προς το κοντινό δάσος, έρχεται αντιμέτωπος (σε μια εντυπωσιακή σεκάνς) με τον οδηγό μιας Duesenberg αντίκας που αποπειράται να τον… πατήσει αλλά καταλήγει απ’ την κορυφή μιας γέφυρας στον πάτο της θάλασσας και (φυσικά) στον θάνατο!

Ο ήρωας μαθαίνει πως ο νεκρός δεν ήταν παρά ένας stuntman εν μέσω γυρίσματος κινηματογραφικής σκηνής και – προς μεγάλη του έκπληξη – του προσφέρεται καταφύγιο (που στην περίπτωσή του, ως διωκόμενου, μετατρέπεται σε άδυτο) στο σετ της συγκεκριμένης ταινίας, εάν και εφόσον δεχτεί να αντικαταστήσει τον εκλιπόντα. Ωστόσο, ενώ εμπλέκεται σε ειδύλλιο με την πρωταγωνίστρια του φιλμ (η Μπάρμπαρα Χέρσεϋ πιο όμορφη από ποτέ) και συγχρόνως προβληματίζεται για τις ολοένα και πιο επικίνδυνες (και απρόβλεπτες) σκηνές που καλείται να φέρει εις πέρας, αρχίζει να υποψιάζεται σοβαρά πως ο θάνατος του προηγούμενου stuntman δεν οφειλόταν (ακριβώς)… σε ατύχημα!

Αν και εκκινεί στο ίδιο (χονδρικά) μοτίβο που, μόλις δυο χρόνια αργότερα, θα πυροδοτούσε το ανεξέλεγκτο όργιο βίας στο Ράμπο: το πρώτο αίμα (1982), το «Στάντμαν, ο ριψοκίνδυνος δραπέτης» – μακράν η καλύτερη, για τον γράφοντα, σκηνοθετική στιγμή – του Ρίτσαρντ Ρας (δημιουργού του τριπαρισμένου Psych-Out, του αντικομφορμιστικού Getting Straight αλλά και του… απερίγραπτου Color of Night) δεν αργεί να εξελιχθεί σε σουρεαλιστικό γαϊτανάκι, που (σχεδόν) παραπέμπει στο φελινικό σύμπαν.

Τo (πληθωρικά) ακατάπαυστο, επιδραστικό μουσικό σκορ (του Dominic Frontiere) κυκλώνει την Οθόνη σαν ήχος λατέρνας (ή καρουζέλ): αρχικώς με ανάλαφρη διάθεση και στη συνέχεια εμφατικά – ως δηλωτικό παράνοιας. Η ίδια κυκλικότητα αντικατοπτρίζεται στις περιστροφές και βουτιές του ελικοπτέρου του συνεργείου και στις ξαφνικές εμφανίσεις του σκηνοθέτη Ιλάι Κρος (Πήτερ Ο’Τουλ), που «χιμάει» ή απομακρύνεται απ’ τις λήψεις καθισμένος στο μπράτσο ενός μηχανικού γερανού, ενορχηστρώνοντας και χορογραφώντας την δράση που εκτυλίσσεται γύρω του.

Υπάρχει κάτι (εξίσου)… παλαβό ή αλλοπρόσαλλο σε όσα διαδραματίζονται εκτός πλατό, με βασικό, κυρίαρχο (αλληγορικό) στοιχείο την αδυναμία του ήρωα να ξεχωρίσει πραγματικότητα και μυθοπλασία. Μολαταύτα, αντί όλο αυτό να απεικονίζεται ως προϊόν ερμητικής διαταραχής του βετεράνου Κάμερον, το φιλμ τοποθετεί τον θεατή (σε έναν θρίαμβο του υποκειμενικού βλέμματος της αφήγησης) στη θέση του ήρωα, θέτοντας επανειλημμένως σε δοκιμασία και αμφισβήτηση την δική του επαφή με την πραγματικότητα.

Όταν στριμώχνεται (στο ξεκίνημα) απ’ τους μπάτσους (δίχως προφανή αιτία που να δικαιολογεί τη στάση τους απέναντί του – μαεστρικά θα μας αποκαλυφθεί προς το τέλος το παρασκήνιο αυτής της ιστορίας), η φυγή-απόδραση του ήρωα θυμίζει ολοένα και πιο πολύ τις υπερβάσεις και ακρότητες χορογραφημένου stunt. Μέχρι τη στιγμή που «ξεφορτώνεται» τον οδηγό της Duesenberg, μπορεί και να ‘χεις ήδη αρχίσει να αναρωτιέσαι εάν (έχοντας πέσει θύμα αριστοτεχνικής εξαπάτησης) η κατάσταση του Κάμερον είναι όντως πραγματική ή βρίσκεσαι απλώς καταμεσής ενός άθλιου bmovie (film within a film) που λαμβάνει χώρα.

Και πάνω που αρχίζεις να πιστεύεις στον ίδιο, το φιλμ αλλάζει και πάλι ρότα όταν στην κατακλείδα μιας (προφανέστατα) κινηματογραφημένης μάχης σε μια παραλία… η αμμουδιά βουλιάζει στο gore, σπαρμένη διαμελισμένα πτώματα. Καθώς η κάμερα αιχμαλωτίζει την έκταση της σφαγής, το πλήθος που έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει το γύρισμα ξεσπά σε υστερικές κραυγές και ουρλιαχτά, ενώ κι ο ίδιος ο ήρωας κάνει (αγωνιώδη) έκκληση για ιατρική βοήθεια. Η υστερία μετατρέπεται αυτόματα σε γέλιο και χειροκρότημα, όταν τα «πτώματα» ζωντανεύουν αποκαλύπτοντας το περίτεχνο μακιγιάζ και τα σπέσιαλ εφέ των τραυμάτων τους.

Το ίδιο πάνω-κάτω μοτίβο επαναλαμβάνεται διαρκώς, με τα stunts (φαινομενικά) να εκτροχιάζονται σε άσχημη κατάληξη αλλά τελικά να αποδεικνύεται πως όλα είναι (μελετημένο) μέρος του setup. Στο επίκεντρο κάθε τέτοιας «εξαπάτησης» δεσπόζει η φιγούρα του Ιλάι Κρος (σκηνοθέτη που παραπέμπει σε Άντυ Γουόρχωλ), ο οποίος φέρεται στον ήρωα σαν σε προστατευόμενο αλλά και μούσα του. Σκορπώντας αδιαλείπτως τσιτάτα και γνωμικά για το «κακό του πολέμου», τον ζόφο, τη νοσηρότητα και τις παρενέργειες που σκορπίζει στην ανθρωπότητα, ο Κρος του Ο’Τουλ θυμίζει ευτελιστή και ταυτόχρονα πορνογράφο!

Εν μέσω μιας θεαματικής ταινίας δράσης (το πιστοποιούν η εξαίρετη φωτογραφία και σκηνογραφία) με φόντο τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η (σκηνοθετική) προσοχή του στρέφεται στο να απαθανατίσει τις μεγαλοπρεπείς ακολασίες ενός Βαυαρικού μπορντέλου ή στη χρήση ενός εκμαυλιστικού αρκουδένιου αγαλματίδιου. Ως εκ τούτου, δεν είμαστε ποτέ (μα ποτέ) σίγουροι εάν ο Κρος είναι ο μόνος που μπορεί να εκτιμήσει (στις πραγματικές, τραγικές της διαστάσεις) την εμπειρία του Κάμερον στο Βιετνάμ ή απλώς εκμεταλλεύεται αδίστακτα τo ευάλωτο και εύθραυστο του τελευταίου.

Κι ενώ το φιλμ σε δελεάζει (ευφυώς) με την αναμονή των (όποιων) απαντήσεων αναφορικά με τις αντιφάσεις και την αμφισημία του χαρακτήρα του Ο’Τουλ, επιλέγει (εν τέλει) να σε αφήσει με την απορία (ή την διαδικασία της δικής σου εκδοχής), καταλήγοντας εκεί απ’ όπου ξεκίνησε : στους ίδιους ατέρμονες, ομόκεντρους «κύκλους» της μουσικής του Frontiere και του έλικα του Ιλάι…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest