Reviews The Sessions

22 Φεβρουαρίου 2013 |

0

The Sessions

Σκηνοθεσία: Μπεν Λιούιν

Παίζουν: Τζον Χοκς, Έλεν Χαντ, Ουίλιαμ Μέισι

Διάρκεια: 95’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Μαθήματα ενηλικίωσης»

Ο Μαρκ Ο’ Μπράιεν γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου 1949 στη Βοστόνη και σε ηλικία 6 ετών προσεβλήθη από πολιομυελίτιδα. Πέρασε ολόκληρη τη ζωή του καθηλωμένος, έχοντας μονάχα τη δυνατότητα να κουνά ελαφρά το κεφάλι του και να χαμογελά, ενώ ακόμη και η αναπνοή του ήταν εφικτή μονάχα μέσω τεχνητής υποστήριξης. Παρόλα αυτά, ο συγκεκριμένος κύριος μάλλον κατόρθωσε πολλά περισσότερα στη ζωή του απ’ ότι πολλοί ολότελα υγιείς συνάνθρωποί του. Τι έκανε; Φοίτησε στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές και δημοσίευσε άρθρα που γράφτηκαν με το μολύβι στο στόμα. Συνέγραψε την αυτοβιογραφία του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «How I Became a Human Being: A Disabled Man’s Quest for Independence». Ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Lemonade Factory», ο οποίος εξειδικευόταν στα ποιητικά έργα ανθρώπων με κινητικές αναπηρίες. Είδε τη ζωή του να αποτυπώνεται σε ένα 35λεπτο ντοκιμαντέρ, με τον τίτλο «Breathing Lessons: The Life and Work of Mark O’Brien», το οποίο μάλιστα βραβεύτηκε και με το αντίστοιχο Όσκαρ το 1997. Συνέτριψε τα στατιστικά δεδομένα περί του προσδόκιμου ζωής για περιπτώσεις σαν τη δική του και μετά βίας δεν πρόλαβε να σβήσει πενήντα κεράκια, πεθαίνοντας στις 4 Ιουλίου 1999.

Αυτό που μπορούμε με σιγουριά να πούμε είναι πως ο Μαρκ Ο’ Μπράιεν πρόλαβε να πετύχει πολλά και αξιοθαύμαστε προτού αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Πρόλαβε μάλιστα να υλοποιήσει και μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες ανάγκες, παρά τις εκ πρώτης όψεως αξεπέραστες δυσκολίες που πήγαζαν από την κατάστασή του. Σε ηλικία 38 ετών λοιπόν, ο Ο’ Μπράιεν απευθύνεται στη Σέριλ Κόεν Γκριν, μία επαγγελματία θεραπεύτρια του σεξ, με σκοπό να βιώσει την πολυπόθητη ερωτική εμπειρία και να χάσει την παρθενιά του. Οι εμπειρίες του από αυτή την επιτυχή συνεργασία που εξελίχθηκε σε βαθιά φιλία αποτυπώθηκαν στο άρθρο του «Seeing a Sex Surrogate», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1990. Το συγκεκριμένο άρθρο ήταν αυτό που οδήγησε τον σκηνοθέτη Μπεν Λιούιν να βγει από τη ναφθαλίνη και να καθίσει εκ νέου πίσω από την κάμερα μετά από εννέα χρόνια. Η πιο πρόσφατη δουλειά του Λιούιν ήταν η τελευταία σεζόν της τηλεοπτικής σειράς «Touched by an Angel» (1994-2003), ενώ για να βρούμε την τελευταία ταινία που είχε σκηνοθετήσει πρέπει να ανατρέξουμε στο μακρινό 1994 και το «Paperback Romance». Το προσωπικό δέσιμο του Λιούιν με την ιστορία του Ο’ Μπράιεν μάλλον θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητο και ο λόγος είναι προφανής. Ο Πολωνό-Αυστραλός σκηνοθέτης προσεβλήθη ακριβώς στην ίδια ηλικία με (σαφώς ηπιότερης μορφής) πολιομυελίτιδα και έκτοτε είναι αναγκασμένος να περπατά με πατερίτσες.

Το «Sessions» έκανε πρεμιέρα στο τελευταίο Φεστιβάλ του Σάντανς, όπου κέρδισε το βραβείο κοινού για αμερικάνικη δραματική ταινία, καθώς και το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής για τη συνολική ερμηνεία ολόκληρου του καστ. Επιπλέον, έλαβε δύο υποψηφιότητες για τις πρόσφατες Χρυσές Σφαίρες, καθώς και μία για τα επερχόμενα Όσκαρ, στην κατηγορία του Β’ Γυναικείου Ρόλου, με υποψήφια την Έλεν Χαντ. Κακά τα ψέματα, η όλη ιστορία είναι σχεδόν κομμένη και ραμμένη για μία γλυκανάλατη και αφόρητα politically correct κινηματογραφική ταινία. Η εξίσωση που προκύπτει από ένα τέτοιο θέμα είναι συχνότατη και είναι πάνω κάτω η ακόλουθη: αληθινή ιστορία + κατάκοιτος ασθενής από βαρύτατη ασθένεια + επιβίωση against all odds + βαθιά «ανθρώπινες» στιγμές + γυναίκα που βοηθά σαν Μητέρα Τερέζα με εξτρά πικάντικο μπόνους ότι ειδικεύεται και στο σεξ + κωμικές σφήνες με έναν cool ιερέα που αποδέχεται το σεξ ως βασική ανάγκη = κινηματογραφική φρουτόκρεμα για θεατές που βγάζουν τα πρώτα τους δοντάκια.

Επομένως και δεδομένων όλων των παραπάνω, μόνο και μόνο το γεγονός ότι η ταινία δεν εκτρέπεται σε χειρίστου είδους μελόδραμα είναι μία αναπάντεχη και αρκετά ευχάριστη έκπληξη. Θέλετε επειδή ο σκηνοθέτης είναι ομοιοπαθής, θέλετε επειδή οι ερμηνείες του πρωταγωνιστικού τρίο είναι ως επί το πλείστον ανεπιτήδευτες, όπως και να έχει, η ταινία διατηρεί μία αξιοπρέπεια all the way και δεν κόπτεται να προκαλέσει φτηνή και εκβιαστική συγκίνηση. Τα ευρύτερα και βαθύτερα θέματα που θίγονται δεν μοιάζουν με έκθεση δημοτικού, ενώ ολόκληρη την ταινία διατρέχει μία τρυφερή ελαφρότητα που δεν προσπαθεί να σε πάρει από το χεράκι και να σε οδηγήσει στην υποχρεωτική ευαισθητοποίηση. Χωρίς λοιπόν να συναρπάζει ή να πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, το «Sessions» κυλά ευχάριστα, ακριβώς επειδή δεν φιλοδοξεί να θεωρηθεί «ύμνος στην ανθρώπινη θέληση» αλλά ένα χαμηλόφωνο τραγούδι αξιοπρέπειας. Διατηρεί το βλέμμα και το χαμόγελο ζωντανά και προχωρά όπως ξέρει και μπορεί, κάπως σαν τον πρωταγωνιστή του. Αν έλειπαν και ορισμένες στιγμές, όπου από την πολλή πρεμούρα για άνεση και ροή καταλήγει να απεικονίζεται σχεδόν ως μία ευχάριστη ιδέα να πάσχει κανείς από πολιομυελίτιδα, θα ήταν ακόμη καλύτερο. Ας μην τα θέλουμε όμως όλα δικά μας και ας θυμόμαστε αντίστοιχες πλήρως αντί-κινηματογραφικές ταινίες που συνιστούν παραδείγματα προς αποφυγή. Όπως το παντελώς άστοχο «Η θάλασσα μέσα μου» του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ.

Το τρέιλερ της ταινίας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑