Reviews The Manchurian Candidate

12 Δεκεμβρίου 2019 |

0

The Manchurian Candidate

Σκηνοθεσία: Τζον Φρανκενχάιμερ

Παίζουν: Φρανκ Σινάτρα, Λόρενς Χάρβεϊ, Άντζελα Λάνσμπερι, Τζάνετ Λι

Διάρκεια: 126′

Ο άνθρωπος από τη Μαντζουρία προσγειώθηκε στις αμερικάνικες αίθουσες στις 20 Οκτωβρίου 1962, σε μια τεταμένη και εύφλεκτη ιστορική συγκυρία: λίγες μέρες νωρίτερα είχε ξεσπάσει η «Πυραυλική κρίση της Κούβας» (14-28 Οκτωβρίου 1962), η οποία είχε φέρει τις δύο υπερδυνάμεις στο χείλος ενός πυρηνικού πολέμου, με τις τύχες της ανθρωπότητας να κρέμονται στην κυριολεξία από το πάτημα δύο κουμπιών. Το τεράστιο ειδικό βάρος που απέκτησε η ταινία και η τεράστια επίδρασή της στον αμερικάνικο συλλογικό ψυχισμό σχετίζεται, πάντως, περισσότερο με τα επερχόμενα ιστορικά γεγονότα, παρά με την κορύφωση της ψυχροπολεμικής σύγκρουσης που εκτυλισσόταν σε παρόντα χρόνο.

Περίπου ένα χρόνο αργότερα, ο JFK δολοφονείται στο Ντάλας και το The Manchurian Candidate λειτουργεί σχεδόν ως παραπληρωματικό υπόβαθρο για τις κάθε είδους συνωμοσιολογίες-θεωρίες-σπέκουλες για τα κίνητρα και εν γένει την περσόνα του Λι Χάρβεϊ Όσγουολντ. Τρόπον τινά, η ταινία απέκτησε ένα μακάβριο τόνο, αποπνέοντας μια αίσθηση πένθιμης προοικονομίας, σαν μια αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία. Αυτό το μουντό φορτίο που κουβαλούσε η ταινία επικυρώθηκε από το γεγονός της πλήρους αποσυρσής της για σχεδόν μια 25ετία.

Η ρομαντική εκδοχή που θέλει τον Φρανκ Σινάτρα, που αγόρασε τα δικαιώματα της ταινίας, να την αποσύρει από την κυκλοφορία εξαιτίας μιας υποδόριας ενοχής έρχεται πάντως σε σύγκρουση με την πιο πραγματιστική ερμηνεία που συνδέει το γεγονός με τη λυσσαλέα κόντρα του Σινάτρα και της United Artists αναφορικά με το ποσοστού του πρώτου από τις εισπράξεις της ταινίας. Χρειάστηκε να κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και να φτάσουμε στο 1987, όταν μια επιτυχημένη προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ της Νέας Υόρκης αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον του κοινού και ώθησε την United Artists να επανακτήσει τα δικαιώματά της.

Η ταινία αποτελεί μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου που συνέγραψε το 1959 ο συγγραφέας Ρίτσαρντ Κόντον, ο οποίος μάλλον εξεπλάγη όταν διαπίστωσε πως ο σκηνοθέτης Τζον Φρανκενχάιμερ και ο σεναριογράφος Τζορτζ Άξελροντ δεν αφαίρεσαν σχεδόν τίποτα από το κυνικό πνεύμα, τη δηλητηριώδη πολιτική σάτιρα και την ονειρώδη υφή της πρώτης ύλης. Επί της ουσίας, η μόνη «βέβηλη» στιγμή του βιβλίου που δεν έφτασε στο πανί ήταν η αιμομικτική σκηνή (θα φτάσουμε κι εκεί, λίγη υπομονή), η οποία πάντως δεν αφαιρέθηκε εξ ολοκλήρου, απλώς δεν απεικονίστηκε τόσο γλαφυρά. Και πάλι, όμως, ένα αμαρτωλό φιλί υπονοεί ξεκάθαρα την ερωτική επιθυμία που ταλανίζει το μυαλό μιας μακιαβελικής μάνας που ορέγεται τον γιο-υποχείριο.

Το σπουδαιότερο παράσημο που κοσμεί το πέτο της ταινίας είναι το γεγονός ότι χτίζει τόσο μεθοδικά, εμφατικά και στέρεα το σύμπαν της ώστε οι διάφορες δραματουργικές απιθανότητες προσπερνιούνται απνευστί, σχεδόν σαν να μην υφίστανται. Η πλοκή τοποθετείται στον Πόλεμο της Κορέας (1950-1953), όπου μια αμερικάνικη περίπολος πέφτει στα χέρια του εχθρού και μεταφέρεται στην κινέζικη επαρχία της Μαντζουρίας. Δύο ημέρες αργότερα, όλοι οι αιχμάλωτοι εκτός από δύο στρατιώτες βρίσκονται ως δια μαγείας πίσω στις ΗΠΑ, με τον υπολοχαγό Shaw (Λόρενς Χάρβεϊ) να λαμβάνει τα εύσημα για τη διάσωση των στρατιωτών και να παρασημοφορείται με το Μετάλλιο Ανδρείας.

Οι υπόλοιποι διασωθέντες σχεδόν μηχανιστικά ραίνουν τον ήρωα-υπολοχαγό με εγκώμια, εκθειάζοντας τις αρετές του χαρακτήρα, ενώ κατά βάθος υπονοείται πως δεν τρέφουν ακριβώς εκτίμηση για έναν άνθρωπο κάθε άλλο παρά χαρισματικό. Όλως περιέργως κανείς εξ αυτών δεν μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του τα γεγονότα της Μαντζουρίας, εκτός από τον λοχαγό Marco (Φρανκ Σινάτρα), ο οποίος βασανίζεται από εφιαλτικές εικόνες που δεν λένε να τον αποχωριστούν. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως η διαβολική και με αιμομικτικές διαθέσεις μητέρα του υπολοχαγού (φοβερή και τρομερή η Άντζελα Λάνσμπερι που βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου) παίζει σε διπλό ταμπλό, έχοντας στο τσεπάκι της τον άβουλο σύντροφό της, έναν γερουσιαστή-ανδρείκελο, ο οποίος προορίζεται για τον προεδρικό θώκο.

Το The Manchurian Candidate θα μπορούσε εύκολα να παρερμηνευθεί ως μια ταινία ακραιφνούς πατριωτικής προπαγάνδας, αν δεν δοθεί έμφαση στο υποδόριο κλίμα ιλαροτραγωδίας και δηκτικού σαρκασμού. Ο γερουσιαστής που αναφέραμε προ ολίγου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φαιδρή καρικατούρα του Τζόζεφ ΜακΚάρθι. Ο «ήρωας» του πολέμου αποδεικνύεται ένα αδειανό κέλυφος, στερημένο από βούληση και ψυχή, που εκτελεί τηλεκατευθυνόμενες προδοτικές εντολές.

Η πολιτική σκηνή της Ουάσινγκτον απεικονίζεται ως ένα ατελείωτο τσίρκο από δολοπλοκίες και μηχανορραφίες, στο οποίο τα ιδανικά και τα σύμβολα (διόλου τυχαία, η φιγούρα του Έιμπραχαμ Λίνκολν επανέρχεται ως μοτίβο και στο τέλος διακωμωδείται από τον συρφετό της τωρινής εξουσίας), ενώ την ίδια στιγμή στηλιτεύεται η χυδαία τηλεοπτικοποίηση της πολιτικής (και όχι μόνο) ζωής. Κάθε προσωπική στιγμή θαρρείς έτοιμη να σερβιριστεί από εγκάθετους λιβελογράφους σε ένα αδηφάγο και άκριτο κοινό που ανυπομονεί να καταβροχθίσει τα πάντα: τα μόνιτορ και οι κάμερες είναι οι αληθινοί masterminds ενός παιχνιδιού παραπλάνησης, εξαπάτησης, πειθούς και υπακοής.

Ο Φρανκενχάιμερ φτιάχνει ένα σκηνικό ξύπνιου εφιάλτη, όπου καθετί πελαγοδρομεί ανάμεσα στο ονειρώδες και το χειροπιαστό, χτίζοντας ένα κόσμο όπου η πραγματικότητα χάνει τη συμπαγή της μορφή. Out of focus καδραρίσματα, παράδοξες γωνίες λήψης, ξεθωριασμένα flashbacks, παραμορφωτικό βάθος πεδίου, όπου τα δρώμενα εκτυλίσσονται στο πίσω φόντο ενός προσώπου κινηματογραφημένου από απόσταση αναπνοής (μια υπόνοια αδυναμίας ελέγχου των αόρατων δυνάμεων από τα μεμονωμένα άτομα) συντείνουν σε αυτή την αίσθηση ολικού αποπροσανατολισμού.

Παράλληλα, συνεχώς υπονοείται μια αίσθηση κρυμμένης ατζέντας, στην οποία πάντα τελούμε σε θέση ισχύος σε σύγκριση με τους πλανεμένους και παραστατημένους πρωταγωνιστές. Και μέσα σε όλα αυτά, ένας αλλόκοτος διάλογος (δεν θα πούμε παραπάνω) ανάμεσα στον μόνο φορέα θετικής δράσης και γνώσης (τον ήρωα που υποδύεται ο Σινάτρα) και την σχεδόν ουρανοκατέβατη συντροφο-σύμμαχό του, έρχεται να επικυρώσει το τελικό κατακάθι: είτε είμαστε όλοι μαριονέτες είτε, απλούστατα, όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας είναι ένα άσχημο όνειρο από το οποίο δεν λέμε να ξυπνήσουμε.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια είναι η αγαπημένη σας (παραδοσιακή) χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών;
  • FB Cinedogs

  • Latest