Reviews The Man Who Would Be King

21 Ιανουαρίου 2021 |

0

The Man Who Would Be King

Σκηνοθεσία: Τζον Χιούστον

Παίζουν: Σον Κόνερι, Μάικλ Κέιν, Σαΐντ Τζάφρι, Κρίστοφερ Πλάμερ

Διάρκεια: 129’

O Τζον Χιούστον είχε βάλει σκοπό να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τη νουβέλα του Ρούντγιαρντ Κίπλινγκ ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50, έχοντας κατασταλάξει στους Κλαρκ Γκέιμπλ και Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η ραγδαία επιδείνωση της υγείας του Μπόγκι, όμως, που άφησε την τελευταία του πνοή στις αρχές του 1957, ανέστειλε το πρότζεκτ, ενώ τρία χρόνια αργότερα αποχαιρέτησε τα εγκόσμια και ο Γκέιμπλ (πεθαίνοντας, μάλιστα, αμέσως μετά το πέρας των γυρισμάτων της ταινίας The Misfits, που σκηνοθέτησε ο Χιούστον).

Τα χρόνια περνούσαν, ο Χιούστον συνέχιζε να γυρίζει ταινίες με μανιώδεις ρυθμούς, αλλά η προοπτική της συγκεκριμένης ταινίας τού είχε γίνει έμμονη ιδέα, ασχέτως αν τα πλάνα ναυαγούσαν πάντα την τελευταία στιγμή για διάφορους λόγους. Ο Χιούστον είχε πλήρη συναίσθηση πως το εύστοχο κάστινγκ των δύο κεντρικών ηρώων (που θα έπρεπε να λειτουργήσουν όχι απλώς συνδυαστικά, αλλά σχεδόν σαν να ήταν ένα) ήταν καίριας σημασίας και κατά καιρούς είχε προβάρει διάφορα (λαμπερά) δίδυμα: Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας, Ρίτσαρντ Μπέρτον και Πίτερ Ο’ Τουλ, Ρόμπερτ Ρέντφορντ και Πολ Νιούμαν.

Ο Νιούμαν, μάλιστα, παρότι βρήκε τον ρόλο εξαιρετικά γοητευτικό, ήταν αυτός που έδωσε στον Χιούστον την πιο χρήσιμη συμβουλή, παράλληλα με την αρνητική του απάντηση. Οι δύο ηθοποιοί που θα ενσάρκωναν τον Ντάνιελ Ντράβοτ και τον Πίτσι Κάρναχαν, τους δύο φλεγματικούς τυχοδιώκτες και δια βίου στρατιώτες της αγγλικής αυτοκρατορίας που αναζητούν το δικό τους βασίλειο (εντός και εκτός εισαγωγικών) στις εσχατιές της Ασίας, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο παρά Βρετανοί. Στην όψη, στην ομιλία, στους μορφασμούς, στο παράστημα και στο παρουσιαστικό, σε όλα εκείνα τα αδιόρατα στοιχεία που συναποτελούν την ανεπαίσθητη αύρα ενός ανθρώπου.

H τελική επιλογή του Χιούστον αποδείχτηκε ονειρώδης, πέρα από κάθε προσδοκία. Καθότι ο Σον Κόνερι και ο Μάικλ Κέιν ενσάρκωσαν δύο ήρωες που συμπλήρωνουν ο ένας τον άλλο με τρόπο που ξεπερνά τα όρια του ψυχικού και βιωματικού δεσμού. Ο Ντράβοτ και ο Κάρναχαν δεν είναι απλώς σύντροφοι και συνοδοιπόροι. Είναι αγγελιαφόροι και παραλήπτες του ίδιου ριζικού, γεννημένοι από κοινή μήτρα, καθ’ έξιν είρωνες ενός θεοπάλαβου κόσμου που δεν αξίζει την παραμικρή κατανόηση, αμφιβολία, μετάνοια ή πικρία. Κατ’ επάγγελμα υπηρέτες μιας αυτοκρατορίας που κατά βάθος (ή και φόρα παρτίδα, ενίοτε) χλευάζουν και οι ίδιοι, εκ πεποιθήσεως οπορτουνιστές, αλλά και ανόθευτοι ερασιτέχνες της πιο αγνής περιπέτειας. Δύο κατά βάση απάτριδες συμπολεμιστές, με μόνη πατρίδα τη φιλία και τον πλήρη χλευασμό της ασφάλειας και της αναποφασιστικότητας.

Το The Man Who Would Be King (1975) –όσο κι αν ακούγεται απλοϊκό- είναι μια ταινία που μοιάζει στον (τόσο εντός όσο και εκτός πλατό) σκηνοθέτη της: είναι γάργαρη και έξω καρδιά, διασκεδάζει με τον εαυτό της και δεν έχει καμία πρεμούρα να φανεί διδακτική ή σοβαροφανής, παίζει στα δάχτυλα τις καταστατικές συμβάσεις μίας λαχταριστής περιπέτειας, αλλά βρίσκει παράλληλα τον τρόπο να φανεί σαρδόνια και υπαινικτική. Ο Ντράβοτ και ο Κάρναχαν, λοιπόν, είναι δύο καλοκουρδισμένα γρανάζια μιας στρατιωτικής μηχανής που χάνει λάδια, οι οποίοι αποφασίζουν να αυτονομηθούν, σνομπάροντας κάθε αόριστη υπόσχεση ενός τρυφηλού και «τιμημένου» επαναπατρισμού.

Η κοσμοθεωρία τους γίνεται βροντόφωνα αντιληπτή από την πρώτη κοινή τους εμφάνιση στην οθόνη (μας έχουν συστηθεί κατά μονάς, νωρίτερα), σε μια σκηνή θαρρείς καμωμένη με μοιρογνωμόνιο και μετρονόμο – προσέξτε τις εναλλαγές του Χιούστον σε κοντινά και μεσαία πλάνα, καθώς και την εκφορά του λόγου των πρωταγωνιστών σε αντίστιξη με τα cuts της κάμερας και θα μας θυμηθείτε. O Ντράβοτ και ο Κάρναχαν δεν θα καταδεχτούν ποτέ να εκπέσουν στο επίπεδο των εν αποστρατεία παρατρεχάμενων της φαντασμένης αγγλικής αριστοκρατίας.

Δεν θα γίνουν ποτέ τα γυαλισμένα ασημικά και ο φολκλόρ διάκοσμος των ξιπασμένων σαλονιών. Στο κάτω κάτω της γραφής, είναι οι αφανείς σκαπανείς που έκαναν όλη τη βρόμικη δουλειά που συντηρεί τον ψευδαισθησιακό μύθο του αυτοκρατορικού μεγαλείου. Αναμφίβολα, αξίζουν κάτι περισσότερο, γιατί όχι ένα σκήπτρο και έναν θρόνο, άλλωστε δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους επίσημους βασιλιάδες, τους πραγματικούς μακελάρηδες της Ιστορίας.

Δυο αληθινοί χαμαιλέοντες, προικισμένοι με τη γοητεία του λαοπλάνου πέρα από την πολεμική τους αρετή, και έτοιμοι να απεκδυθούν κάθε επίσημη στολή (όπως πιστοποιεί η καρναβαλική  μεταμφίεση στην αρχή της «εκστρατείας»), που ορμούν για το άγνωστο αναζητώντας τον τυχερό εκείνο τόπο που δεν γνωρίζει ακόμη πως θα έχει το προνόμιο να κυβερνηθεί από δυο αυτόκλητους και ουρανοκατέβατους βασιλιάδες.

Ο Ντράβοτ και ο Κάρναχαν είναι δύο ηθικοί αμοραλιστές, που παραμένουν ακλόνητα αναπολογητικοί για τα ματωμένα πεπραγμένα τους, είναι όμως έτοιμοι να ζητήσουν και να χαρίσουν την ιερή συγχώρεση ο ένας στον άλλο ως τελικό κατευόδιο μιας φιλίας που χτίστηκε με αίμα, ιδρώτα και θάνατο. Εξάλλου, τίποτα δεν μπήκε στ’ αλήθεια ανάμεσά τους, ούτε ακόμη και η προσωρινή τύφλωση του ενός από την παραίσθηση του εκλεκτού που έχει επιφορτιστεί με μια κατά φαντασίαν άνωθεν αποστολή. Φυσικά, ακόμη και αυτή η φαντασίωση του πεφωτισμένου ηγέτη που θα αφήσει τη δική του κληρονομιά δεν γλιτώνει από το δρεπάνι της ειρωνείας του Χιούστον…

Το The Man Who Would Be King σαρκάζεται τον φαταουλισμό του βρετανικού (και όχι μόνο) επεκτατισμού και οικτίρει την κουλτούρα αρπαγής της αποικιοκρατικής αλαζονείας, χρησιμοποιώντας πανέξυπνα (όπως και η ομότιτλη νουβέλα του Κίπλινγκ, βέβαια) τις μυθολογικές διαστάσεις της επέλασης του Μεγάλου Αλεξάνδρου στα βάθη της Ασίας. Και συμπυκνώνει όλη του τη σαγήνη σε μια σκηνή μεγαλειώδους στωικότητας (κάπου στη μέση της ταινίας), όπου ένα τρανταχτό γέλιο ως κατευόδιο πριν τον διαφαινόμενο χαμό είναι αυτό που θα χτίσει το πέρασμα στον νέο κόσμο.

Αν το γέλιο αυτό των δύο ηρώων σας φέρει ελαφρώς στο νου την τελική σκηνή από το The Treasure of the Sierra Madre (1948), μην αντισταθείτε στην παρόρμηση μιας γενναίας αναλογίας. Η (κάθε) χρυσόσκονη είναι πάντα καταδικασμένη να χάνεται στον άνεμο. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάψουμε να τραγουδούμε. Ούτε καν προτού πέσουμε στο ατελείωτο κενό.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑