Reviews The Man Who Wasn’t There

4 Αυγούστου 2020 |

0

The Man Who Wasn’t There

Σκηνοθεσία: Τζόελ και Ήθαν Κοέν

Παίζουν: Μπίλι Μπομπ Θόρντον, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ,
Τζέιμς Γκαντολφίνι, Σκάρλετ Τζοχάνσον

Διάρκεια: 116’

O Εντ Κρέιν είναι ένας φιλοξενούμενος της ζωής. Ένας καλεσμένος που κανείς δεν μαθαίνει αν είναι της νύφης ή του γαμπρού, με καπαρωμένη θέση στο πιο απόμερο τραπέζι. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο όμως, όσο περισσότερο αποφεύγεις την ίδια τη ζωή τόσο πιο παγιδευμένος καταλήγεις στις Συμπληγάδες της. Ο Εντ Κρέιν διατρανώνει την παρουσία του παραμένοντας εκκωφαντικά απών και είναι γραφτό του να βιώσει στο έπακρο όλη την αποκρουστική και ξεκαρδιστική ειρωνεία της ζωής. Όχι φυσικά ότι του ζητήθηκε η ασήμαντη γνώμη του για όσα εξωφρενικά ήρθαν στο διάβα του, αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, μάλλον θα συνηγορούσε μονολεκτικά και δίχως ενδοιασμούς.

Ο Εντ, δεύτερος μπαρμπέρης στο κουρείο που διατηρεί ο κουνιάδος του, μοιάζει να έχει μπει σε μόνιμη σουρντίνα, κεραυνοβολημένος και άναυδος από κάτι αδιανόητο που κανείς άλλος δεν πρόλαβε να δει ή να ακούσει. Η ανάσα του έχει αντικατασταθεί από το ξεφύσημα του καπνού, καθώς ένα τσιγάρο κρέμεται συνεχώς από τα χείλη του, θαρρείς υποκατάστατο της ομιλίας, των σκέψεων και των αισθημάτων. Ο Μπίλι Μπομπ Θόρντον, βουτηγμένος σε μια απάθεια που φλερτάρει με το κώμα, είναι ο άνθρωπος που θα ξεχνούσες ότι ναυάγησες ολομόναχος μαζί του σε ένα ερημονήσι: είναι Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί.

Κι όμως, με τρόπο σχεδόν μαγικό, αυτό το σκιάχτρο που τρέφεται με νικοτίνη, καταλήγει το πρώτο βιολί σε μια ξεκούρδιστη ορχήστρα. Το βαρύ και σέρτικο voice over του Θόρντον είναι (ολότελα ταιριαστά και ακριβώς όπως θα περίμενε κανείς) απογυμνωμένο από ερμηνείες, υποθέσεις, εξηγήσεις αντιφάσεις: περιγράφει αποκλειστικά και μόνο γεγονότα και συμβάντα, μακριά από οποιαδήποτε παρεμβολή που θα μπορούσε να τους προσδώσει νόημα ή χρωματισμό. Παρόλα αυτά, αυτή η μπάσα και μονότονη φωνή, που μοιάζει περισσότερο με μουρμούρα, συμπυκνώνει και υπονοεί όλη τη διαστροφή ενός διαβολικού σχεδίου που αφορά και πλήττει τους πάντες χωρίς να έχει σχεδιαστεί από κανέναν.

Οι αδερφοί Κοέν, όπως σχεδόν σε ολόκληρη τη φιλμογραφία τους, χρησιμοποιούν ως εφαλτήριο ένα κινηματογραφικό genre, εν προκειμένω το hard-boiled noir, το οποίο ξεχαρβαλώνουν και εμπαίζουν, χωρίς ποτέ να σταματούν να το υμνούν και να το υπηρετούν πιστά. Στο The Man Who Wasn’t There, για παράδειγμα, ο σκελετός είναι όντως φτιαγμένος από τα πιο πατροπαράδοτα νουάρ υλικά (η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς είναι πιο νουάρ από ό,τι υπήρξαν ποτέ τα νουάρ): μια ιστορία μοιχείας που εξελίσσεται σε εκβιασμό και εκτροχιάζεται σε ακραίο αιματοκύλισμα, με την ειμαρμένη να γελάει στα μούτρα των ανθρώπων στήνοντας παγίδες για εγκλήματα που δεν διέπραξαν, ως ρεφάρισμα για όσα γλύτωσαν χάρη σε φαιδρά παιχνιδίσματα της τύχης.

Σε πλήρη αναστροφή όμως του νουάρ καταστατικού, ο κεντρικός ήρωας δεν τιμωρείται επειδή κοίταξε τον ήλιο κατάματα ή βρέθηκε αντιμέτωπος με καταστάσεις που τον υπερβαίνουν, αλλά επειδή ήταν αφόρητα συνηθισμένος. Οι Κοέν διατρέχουν για πολλοστή φορά με σαρκασμό την αμερικάνικη ψυχική ραχοκοκαλιά και είναι αμείλικτοι: η ατελείωτη αδράνεια του Εντ είναι μικρόβιο που μολύνει τα πάντα γύρω του, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν έχει καμία τέτοια πρόθεση ή επιθυμία.

Η ταινία εκτυλίσσεται το 1949, αφήνει προσεγμένες μπηχτές για τη suburbia μεταπολεμική κατάθλιψη (που γεννά μια βία εκτός λογικού πλαισίου, σχεδόν ουρανοκατέβατη) που θάφτηκε κάτω από τα γέλια του baby boom και –με τρόπο τόσο μοναδικό κοενικό- φτιάχνει μια οικεία γωνιά σε έναν κατά τα άλλα τρομακτικό και ανοίκειο κόσμο. Στο The Man Who Wasn’t There κυριαρχεί μια απομίμηση ζωής που μας προ(σ)καλεί να τη ζήσουμε σαν να (μην) ήμασταν εκεί.

Κι ενώ έχει ήδη δομηθεί πάνω σε έναν ήρωα που δείχνει ολότελα ξένος προς οποιαδήποτε υπόνοια επιθυμίας, αν ρίξεις μια προσεκτική ματιά, οι υπόνοιες και οι νύξεις είναι ακριβώς μπροστά στα μάτια σου, απλώς καμουφλαρισμένες. Όπως ακριβώς και η ζωή που κυλά χωρίς διαλείμματα και παύσεις, αλλά πολλές φορές μας μοιάζει με δείκτης που κόλλησε ή εικόνα που πάγωσε στην οθόνη. Με τη μόνη διαφορά πως όταν ο δείκτης ξεκολλήσει και η εικόνα επανέλθει, θα έχουν περάσει χρόνια και όχι λίγες στιγμές.

Ο Εντ και η άπιστη σύζυγός του Ντόρις (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, ενώ στον κομβικό ρόλο του εραστή συναντούμε τον αξέχαστο Τζέιμς Γκαντολφίνι) έχουν χρόνια να επιδοθούν σε σεξουαλικές συνευρέσεις, κι όμως έχουν διατηρήσει αλώβητο ένα τελετουργικό που ξεχειλίζει από σεξουαλικότητα: όσο η Ντόρις μπανιαρίζεται, ο Εντ θα της προσφέρει μια τζούρα καπνό και θα ξυρίσει τις γάμπες της, προσδίδοντας στη στιγμή εκείνη τη βαθιά επιμέλεια της ερωτικής πράξης.

Ο Εντ, που δεν αντιδρά ποτέ, βιώνει ξάφνου μια στιγμή λογικής παράκρουσης, σαν πρελούδιο ενός κλονισμού που δεν έρχεται ποτέ, λες και η διαύγεια του επιτέθηκε ξαφνικά με τη μορφή μιας παραβολής. Την ώρα που κουρεύει ένα παιδάκι, ο Εντ συνομιλεί με κάποια μυστηριώδη και ακατάληπτη αυτογνωσία, καθώς βλέπει ξαφνικά τις τρίχες στο πάτωμα ως μια στωική αντανάκλαση ενός επαναλαμβανόμενου κενού: οι τρίχες επιμένουν και υπομένουν, ξαναβγαίνουν όσο κι αν τις ξεφορτωνόμαστε σαν μην ήταν κομμάτι μας, γίνονται ένα με τη σκόνη, καταλήγουν στα σκουπίδια σαν μην σήμαιναν τίποτα απολύτως.

Φυσικά, ο απόλυτος σπαραγμός και η πιο ανελέητη ειρωνεία καθρεφτίζονται στην τεθλασμένη εμμονή που αναπτύσσει ο Εντ για την νεαρή και ομορφούλα Birdy (Σκάρλετ Τζοχάνσον). Ανίκανος να εκφράσει τον πόθο του, αυταπατάται για τις δυνατότητες της Birdy στο πιάνο και φαντασιώνεται τον εαυτό του ως μαικήνα και προστάτη ενός ανύπαρκτου ταλέντου. Κι ακριβώς σε εκείνο το σημείο καιροφυλακτεί ο πιο πικρός εμπαιγμός. Η νεαρή προτεζέ αποκαλεί τον επίδοξο προστάτη της με τον πιο αλλοπρόσαλλο και άστοχο χαρακτηρισμό που θα μπορούσε να του αποδοθεί (“You’ re an enthusiast!”) και ακριβώς τη στιγμή που προσπαθεί να του δείξει την ευγνωμοσύνη της (με τον πλέον χειροπιαστό τρόπο) πυροδοτεί μια τραγωδία που προϋπήρχε.

Σε μια ανύποπτη στιγμή, ο φαφλατάς και ακριβοθώρητος δικηγόρος που προσλαμβάνει (και πληρώνει ασκόπως) δις ο Εντ στην ταινία, τον αποκαλεί «έργο μοντέρνας τέχνης». Ακριβώς αυτό είναι ο Εντ, ένα έργο της τέχνης της ζωής, μια ενσάρκωση ενός ανθρωπότυπου που έχει ήδη ανακαλυφθεί, αλλά φοβόταν έως τώρα να ξεμυτίσει. Το πρόσωπό του ένα σμιλεμένο τοπίο από αδυναμίες, η φωνή του τίποτα άλλο από την αναγγελία της ματαιότητας, όπως πιστοποιείται και από τα στερνά του λόγια. Όλο το έργο των Κοέν, εξάλλου, είναι μια μεσσιανική ανακοίνωση. Μόνο που ο εκλεκτός δεν αναγγέλλει ποτέ τη σωτηρία, αλλά έναν νιχιλισμό που λυτρώνει από τις τόσο αχρείαστες αναλύσεις.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑