Reviews THE HELP

12 Φεβρουαρίου 2012 |

0

THE HELP

Σκηνοθεσία: Τέιτ Τέιλορ

Παίζουν: Έμα Στόουν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Σίσι Σπέισεκ, Βαϊόλα Ντέιβις, Οκτάβια Σπένσερ, Τζέσικα Τσαστέιν

Διάρκεια: 137’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Οι υπηρέτριες»

Ορισμένοι άνθρωποι βρίσκονται στο κατάλληλο μέρος την κατάλληλη στιγμή ή έστω έχουν επαφές με τον κατάλληλο άνθρωπο την κατάλληλη στιγμή. Το παραπάνω αξίωμα ισχύει και με το παραπάνω για τον Τέιτ Τέιλορ, ένα σχετικά άσημο επί της ουσίας ηθοποιό και όχι σκηνοθέτη. Ο Τέιλορ λοιπόν, είχε την τύχη να είναι παιδικός φίλος της συγγραφέα Κάθριν Στόκερ, καθώς και συντοπίτης της από το Τζάκσον του αμερικανικού νότου, την πρωτεύουσα της πολιτείας του Μισισίπι. Όταν διάβασε το μυθιστόρημά της «The Help» (ο αγγλικός τίτλος της ταινίας), αγόρασε πάραυτα τα δικαιώματα, προτού καν η Στόκερ βρει εκδότη. Το βιβλίο κατέληξε best seller και το Χόλιγουντ άρχισε να γλυκοκοιτάζει την κινηματογραφική του μεταφορά. Ο Τέιλορ άρχισε τη συγγραφή του σεναρίου, καθώς και την αγωνιώδη αναζήτηση στούντιο που θα χρηματοδοτούσε το project. Είχε θέσει ένα απαράβατο όρο, να βρίσκεται ο ίδιος στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Η DreamWorks του Στίβεν Σπίλμπεργκ τον εμπιστεύτηκε και κάπως έτσι βρέθηκε να σκηνοθετεί μία ταινία που παρέμεινε στην κορυφή του αμερικάνικου box office για 3 εβδομάδες.

Η ταινία διαθέτει ένα βασικό ατού, το οποίο εγγυάται τη δημοφιλή υποδοχή του αμερικάνικου κοινού. Την επίκληση ενός θέματος αιχμηρού, μίας διαχρονικής πληγής της αμερικάνικης κοινωνίας, χωρίς όμως επώδυνες διαπιστώσεις ή πολύπλοκες αθέατες διαδρομές. Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1962, έναν στρογγυλό αιώνα από τη Διακήρυξη της Χειραφέτησης του 1862 και 97 χρόνια από την 13η τροπολογία του τότε Συντάγματος των ΗΠΑ, οι οποίες έδιναν (τυπικό και όχι ουσιαστικό) τέλος στον θεσμό της δουλείας των αφροαμερικάνων σκλάβων. Μολαταύτα, οι έγχρωμες υπηρέτριες (μία πιο καλλωπισμένη δουλεία δηλαδή) στον αμερικάνικο νότο εξακολουθούν να χρησιμοποιούν διαφορετικές τουαλέτες από τους αφέντες, μη τυχόν και τους μεταδώσουν τη θεσπισμένη κατωτερότητα του δέρματός τους. Η αρχική σύλληψη προσφέρει μία ενδιαφέρουσα οπτική γωνία. Μία μετωπική σύγκρουση μπορεί να προκύψει και με πλάγιο και υπαινικτικό τρόπο, δεν απαιτείται να δούμε άσπρες κουκούλες της ΚΚΚ (took my baby away) και λιντσαρίσματα. Η θέαση των γεγονότων από την κλειδαρότρυπα, από το σημείο που δεν γίνεται ποτέ ορατό, δεν είναι καθόλου κακή ιδέα. Προς αυτή την κατεύθυνση συντελεί αβίαστα και το πολύ δυνατό γυναικείο καστ της ταινίας που μεταδίδει επιτυχώς αυτό το κλίμα ψιθύρου, μυστικών και ψεμάτων. Η υποτίμηση και η αδικία γίνονται με ένα τρόπο παράδοξο ακόμη πιο σαρωτικές όταν είναι τόσο αυτονόητες που καθρεφτίζονται σε ανεπαίσθητα επεισόδια της καθημερινότητας.

Το θέμα (του βιβλίου) γεννά και πλείστες άλλες σκέψεις. Πιθανώς θα ήταν χρήσιμο να αναλύσουμε το φαινόμενο της μισαλλοδοξίας, των διαχωρισμών, των διακρίσεων, όχι μόνο μέσα από το πρίσμα των δίκαιων εξεγέρσεων των αδικημένων, αλλά και μέσα από τα ψυχοπαθολογικά αίτια της αβάσιμης αίσθησης ανωτερότητας των αδικούντων. Με απλά λόγια, πώς ακριβώς καταλήγει μία αργόσχολη κυράτσα του αμερικανικού νότου να έχει μολύνει το κάθε της εγκεφαλικό κύτταρο (τέλος πάντων τα όσα έχει ενεργά) με αυτή τη βεβαιότητα υπεροχής και ανωτερότητας; Στα θετικά της ταινίας, θα πρέπει μάλλον να συνυπολογίσουμε και την αρκετά επιτυχημένη κόπια παλιού χολιγουντιανού μελοδράματος που μεταδίδει μία συμπαθητική ρετρό χροιά. Τα κάδρα, τα χρώματα, τα κοντινά πλάνα, η φωτογραφία, τα κουστούμια, οι ερμηνείες φέρνουν στο νου χολιγουντιανό μελόδραμα του ’50, περίπου ως σινεφίλ αναφορά.

Τα άλυτα προβλήματα της ταινίας ξεκινούν από την ολότελα άνευρη σκηνοθετική της προσέγγιση και απλώνονται σε όλο τον σκελετό της. Γραμμικότερη της γραμμικής, με ακαδημαϊκή τυπολατρία, με απουσία πρωτοτυπίας και καλώς εννοούμενου ρίσκου, καταλήγει να αναπαραγάγει μασημένα κλισέ τόσο σε δραματουργικό όσο και σε νοηματοδοτικό επίπεδο. Καταφεύγει δίχως φειδώ στην ευκολία του γλυκανάλατου για να μας προειδοποιήσει ότι όλα αυτά είναι μακρινά και ευτυχώς πέρασαν ανεπιστρεπτί και τώρα είμαστε μία πολιτισμένη κοινωνίας. Το πεδίο συγκρούσεων είναι εν τέλει βαρετό και μονοδιάστατο, αφήνοντας μία νότα προβλέψιμης τροπής και μηδενικής ανάλυσης. Προσωπικά, αρνούμαι να συγκινηθώ με το μήνυμα πως ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες, μπορεί να επικρατήσει η αγνή αγάπη για τον συνάνθρωπο. Πρώτον, γιατί ενδέχεται να μην επικρατήσει τελικά, ακριβώς λόγω αυτών των συνθηκών. Δεύτερον, γιατί ακόμη και να επικρατήσει, δεν μπορεί να καταστεί το κινηματογραφικό μας ζητούμενο.

Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τύπος της Θεσσαλονίκης».




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest