The Fixer

Σκηνοθεσία : Τζων Φρανκενχάιμερ

Με τους : Άλαν Μπέητς, Ντερκ Μπόγκαρντ, Ελίζαμπεθ Χάρτμαν, Ίαν Χολμ, Ντέιβιντ Γουόρνερ

Μεταφρασμένος τίτλος : Ο άνθρωπος από το Κίεβο

Διάρκεια : 132’ (Μ. Βρετανία, 1968)

«Δεν είμαι σιωνιστής, ούτε σοσιαλιστής. Δε με ενδιαφέρει ούτε η πολιτική, ούτε η θρησκεία», αναφωνεί ο «απολιτίκ» Γιάκοβ Μποκ (Άλαν Μπέητς), ο (εβραίος από το πογκρόμ που μετακομίζει στο Κίεβο) πρωταγωνιστής ετούτου του πολιτικού δράματος (που βασίζεται στη νουβέλα «Ο Μάστορας» του αμερικανο-εβραίου Μπέρναρντ Μάλαμουντ : συγγραφέας του «The Natural» ο τελευταίος – που έγινε ταινία το ’84 απ’ τον Μπάρι Λέβινσον με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ – και με μάλλον μικρό σε έκταση έργο, που ωστόσο υπήρξε αρκετό για να τον κατατάξει δίπλα σε όμαιμους ομότεχνους, όπως οι Σωλ Μπέλοου και Φίλιπ Ροθ). Για να περιγράψεις ένα άλογο, δεν εξηγείς τι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ. Όποιος χρειάζεται την περιγραφή ενός αλόγου, είναι στραβός!

Ο ήρωας αλλάζει το επίθετό του για να ακούγεται περισσότερο ρώσικο και σύντομα προσλαμβάνεται από ένα μέλος των «Μαύρων Εκατονταρχιών» (ενός υπερ-εθνικιστικού κινήματος αφοσιωμένων υποστηρικτών του Οίκου των Ρομανώφ, που αντιμαχόταν οποιαδήποτε υποχώρηση από την απολυταρχία , καλλιεργούσε ακραία ρωσοκεντρικά δόγματα, ξενοφοβία, αντισημιτισμό και παρακινούσε σε πογκρόμ). Όσο πιο βαθιά κρύβεται κανείς, τόσο πιο πολύ είναι αναγκασμένος να τρέχει. Είναι σαν την πείνα.

Ένας φίλος του τον παροτρύνει : «εάν η δουλειά είναι τόσο υποσχόμενη, αγόρασε πλαστά χαρτιά και φίλα τον Σταυρό!». Η κόρη του εργοδότη του τον κάνει να αισθάνεται άβολα. Προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους, διαφορετικές τάξεις. Με μια Ρωσίδα (ποιος να το φανταζόταν)! Αν της έλεγε πως είναι Εβραίος, η ίδια θα έβγαζε κραυγή κυνηγημένου ζώου. Για να ερωτοτροπείς στο σπίτι μιας «goy» (αλλόθρησκης), σε μια απ’ τις πλέον αντισημιτικές πόλεις, πρέπει να είσαι στ’ αλήθεια τρελός.

Όλα, ωστόσο, πηγάζουν απ’ τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τα οποία ο τελευταίος δεν δύναται να αποποιηθεί ακόμα και με τη δική του συναίνεση. Η μυστική αστυνομία του Τσάρου τον βουτά και τον μπαγλαρώνει με βάση ένα τυφλό και απόλυτα διαστρεβλωμένο κατηγορητήριο που εκτείνεται από την απλή παραβίαση του νόμου περί κατοίκησης σε περιοχή που απαγορεύεται για τους Εβραίους (εκτός κι αν έχουν προσφέρει εξαιρετικές υπηρεσίες στο Στέμμα – κάτι στο οποίο ξεκάθαρα δεν ανήκει η περίπτωσή του) μέχρι την συμμετοχή σε διάφορες «επαναστατικές» οργανώσεις κι από κει ως την διάπραξη ενός απίθανου εγκλήματος : του τελετουργικού φόνου ενός παιδιού.

Η παράνοια και η δεισιδαιμονία βασιλεύουν : το «afikoman» (o άζυμος άρτος που τρώγεται το Πάσχα) μετατρέπεται σε εργαλείο μαγείας, τα βιβλία του Σπινόζα σε ευαγγέλιο μέγα (επαναστατικού) κατηχητή (μήπως επειδή κι ο ίδιος ήταν Εβραίος και δίδαξε ότι όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι πρέπει να μεριμνούν για την ελευθερία των άλλων;), τα βάζα μαρμελάδας στο δωμάτιο του Μποκ σε μπουκαλάκια με αίμα του νεκρού! Ο ήρωας πασχίζει να κερδίσει μια αξιοπρέπεια που απειλείται από τον εξευτελισμό που υπομένει για να ομολογήσει την ενοχή του. Η υπόθεση λαμβάνει απίθανες διαστάσεις και δημοσιότητα και θέτει σε κίνδυνο το κύρος της Κυβέρνησης.

Το φιλμ ναυαγεί εξαιτίας του καστ, της σκηνοθεσίας και των … καλών του προθέσεων (o ίδιος ο Φρανκενχάιμερ δήλωνε για τούτο … «περήφανος περισσότερο απ’ οτιδήποτε είχε κάνει ως τότε» – αν σκεφτείς, βέβαια, ότι στο «ως τότε» συμπεριλαμβάνονται ταινίες όπως το «The Train», το «Seven Days In May», το στιλιστικά δυστοπικό «Seconds» και το θαυμαστά ιδιόμορφο «The Manchurian Candidate», τον λες απλά καλό δημοσιοσχετίστα για τις ανάγκες του συγκεκριμένου). Το «The Fixer» είναι ένα εξουθενωτικά παραφουσκωμένο (και υπερβολικό σε διάρκεια), ιδεολογικά εξαντλητικό και βερμπαλιστικά πομπώδες κινηματογραφικό τέχνασμα, που – καίτοι «κοινωνικά ευαίσθητο» – σπαταλά απρόσεκτα το μεγαλύτερο μέρος του ταλέντου των εμπλεκομένων σε αυτό και καταχράται (σχεδόν σαδιστικά) την υπομονή και – ενίοτε – τη νοημοσύνη των θεατών του.

Εν ολίγοις, ο Φρανκενχάιμερ ευθύνεται στο μεγαλύτερο βαθμό για ότι πάει στραβά σε τούτο. Η κάμερά του πλημμυρίζει την οθόνη με κάμποσο απ’ το αισθητικό κιτς των ‘60s (γρήγορο cut απ’ τα υπερβολικά κοντινά σε μεσαία πλάνα), ο βηματισμός του μοιάζει σκόπιμα υποτονικός, και ο αδέξιος χειρισμός των ηθοποιών απογοητεύει (κυρίως όταν κανείς θυμάται, για παράδειγμα, την Άντζελα Λάνσμπουρι στο «The Manchurian Candidate» και την Άβα Γκάρντνερ στο «Seven Days In May»). Το σενάριο του … black-listed Ντάλτον ΤράμποRoman Holiday», «Σπάρτακος» και το αμετανόητα ανατρεπτικό, αντιπολεμικό «Ο Τζόνι πήρε τ’ όπλο του» – ανάμεσα σε άλλα) συνιστά ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση, καθώς επιλέγει την οδό της ηθικολογικής ρητορείας και του διδακτισμού αντί για πραγματικούς διαλόγους. Αποτέλεσμα ένα πομπώδες μάθημα ιστορίας περί του τι – υποτίθεται – συνιστά απάνθρωπη συμπεριφορά ανθρώπου προς άνθρωπο, που (ατυχώς) περιορίζει και (αμήχανα) εγκλωβίζει τις όποιες ουμανιστικές του διαστάσεις στους στενούς δαίδαλους της στάσης των ρώσων Χριστιανών απέναντι στους Εβραίους.

Τα προβλήματα αφθονούν και στο αφηγηματικό σκέλος του σεναρίου, συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος πως οι κοινωνικοπολιτικές ρίζες αυτής της ανελέητης, αδυσώπητης σκληρότητας που παρουσιάζει το φιλμ – όπως στην περίπτωση της αιματηρής απεικόνισης ενός πογκρόμ – ουδέποτε καθίστανται σαφείς. Μεταξύ άλλων κενών και αντιφάσεων, δεν επιχειρείται καν να εξηγηθεί το γιατί οι ρωσικές αρχές δεν πυροβολούν – πολύ απλά – τον πεισματάρη ήρωα πισώπλατα, καθώς ο τελευταίος …«προσπαθεί να δραπετεύσει». Πόσο μάλλον, απ’ τη στιγμή που δεν διστάζουν – στο ελάχιστο – να εκτελέσουν τον συνήγορό του. Άσε που πρέπει να λάβουμε – θεωρητικώς – τοις μετρητοίς τη δήλωση του ήρωα ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να έχει δολοφονήσει κανέναν αφού κάτι τέτοιο θα παρέβαινε τις διδαχές της θρησκείας του, την ίδια στιγμή που – μοιραία – συνειδητοποιούμε πως (με παρόμοια λογική) το ίδιο επιχείρημα-δικαιολογία θα μπορούσε να επικαλεστεί κι οποιοσδήποτε απ’ τους «κακούς» Χριστιανούς εμφανίζονται στο φιλμ.

Χειρότερα ακόμη, σκηνοθέτης και σεναριογράφος δείχνουν να μην εμπιστεύονται τον θεατή ότι θα κατανοήσει τα κίνητρα των χαρακτήρων μέσα από τις χειρονομίες των ηθοποιών ή τις εκφράσεις του προσώπου τους. Έτσι, ως αντιστάθμισμα για τα πολλά κενά και φάλτσα της αφήγησης, το «The Fixer» μας τροφοδοτεί σταθερά με μια σειρά από επεξηγηματικούς μονολόγους και ρητορείες, μέσω των οποίων (υποτίθεται) αντιλαμβανόμαστε – κι από λίγο, κάθε φορά – τι συμβαίνει στο μυαλό των χαρακτήρων. Οι περισσότεροι παραδίδονται απ’ τον ίδιο τον Μπέητς, καθώς το όλο εγχείρημα θυμίζει επιδεικτική «βιτρίνα» που έχει στηθεί για κείνον σε μια περίοδο που βρισκόταν στο peak της δημοτικότητάς του (ερχόμενος από ερμηνείες σε φιλμ όπως ο «Ζορμπάς» του Κακογιάννη, το «Georgy Girl» του Ναριτζάνο και το «Μακριά απ’ το αγριεμένο πλήθος» του Σλέσινγκερ).

Ντυμένος ή ξεβράκωτος (και παρά την υποψηφιότητα για Όσκαρ που τσίμπησε με τούτο), θυμίζει άρτια καλλιεργημένο… Άγγλο! Σύμφωνοι, το σενάριο τον θέλει εγγράμματο και εντρυφώντα στα κείμενα του Σπινόζα, που κατέχει απταίστως και την ρωσικήν (την οποία έμαθε από βιβλία προφοράς), τίποτα όμως απ’ όλα αυτά δεν εξηγεί πως ετούτος ο – ομιλών τα γίντις – εβραίος χωρικός καταλήγει να ακούγεται σαν κάποιον που έχει λάβει μαθήματα ορθοφωνίας και απαγγελίας στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου. Οι μορφασμοί και τα επιφωνήματα, απλά αποξενώνουν περαιτέρω τον ηθοποιό από τον ρόλο.

Οι υπόλοιπες ερμηνείες διαθέτουν (ενοχλητική) υπερβολή (δεν περιμένεις, βέβαια, κάτι λιγότερο από καλλιτέχνες όπως ο Ίαν Χολμ (σε ρόλο κατήγορου) ή ο Χιου Γκρίφιθ (σε ρόλο ευκατάστατου αντισημίτη), που – σχεδόν – «καταπίνουν» τις σκηνές στις οποίες εμφανίζονται) ή αιφνιδιάζουν ως (αναπάντεχα) ανέμπνευστες και τετριμμένες, όπως στην περίπτωση της – υποψήφιας και για Όσκαρ με κείνον τον αλησμόνητο «Τυφλό Άγγελο» (A Patch of Blue, 1965), δίπλα σε Πουατιέ και Σέλλεϋ Γουίντερς – Ελίζαμπεθ Χάρτμαν, που υποδύεται την … ασελγούσα κόρη του Γκρίφιθ. Μόνη (φωτεινή) εξαίρεση σε τούτο το όργιο miscasting ο Ντερκ Μπόγκαρντ, που στο ρόλο του απογοητευμένου (και εν πολλοίς παραιτημένου) συνηγόρου του ήρωα δημιουργεί έναν εντυπωτικό, δραματουργικά κυρίαρχο χαρακτήρα, που αποφεύγει επιδέξια όλες τις κακοτοπιές της αυτοπαρωδίας.

Στο φιλμ των Φρανκενχάιμερ-Τράμπο, ο ήρωας απεικονίζεται – εξομοιωτικά και διόλου συγκαλυμμένα ή διακριτικά – ως άλλος Χριστός (ο τελευταίος Εβραίος στο βασίλειο του Δαυίδ και ταυτόχρονα ο πρώτος Χριστιανός) που, εξαιτίας της αφοσίωσης του στην Αλήθεια, βασανίζεται, ξυλοφορτώνεται και υφίσταται βιασμούς (σωματικούς και ψυχολογικούς) από τους εκπροσώπους μιας βάρβαρης (Χριστιανικής) κοινωνίας. Περισσότερο κι από μια εσφαλμένη αντίληψη περί αποδόσεως δικαιοσύνης (ή ακόμα και – εκούσια – αδικία), η μεταχείριση τούτου του αθώου άντρα από τις αντισημιτικές αρχές της τσαρικής Ρωσίας θέτει (ψευτο)διλήμματα του τύπου : «πως γίνεται να μισούν οι Χριστιανοί την… εβραϊκή τους πλευρά, αφού όλη τους η ύπαρξη είναι εβραϊκή (και ταυτόχρονα χριστιανική)»; Ή διαπιστώσεις του στυλ : «όποιος μισεί τους Εβραίους ή οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον, μισεί τον Ιησού. Αν είσαι αντισημίτης, τότε είσαι κατά του Χριστού».

Είναι, λοιπόν, το «The Fixer» αντιχριστιανικό φιλμ; Το δίχως άλλο. Δεν υπάρχει σαφέστερη απόδειξη από τη σεκάνς στην οποία ένας αξιοθρήνητος ορθόδοξος ιερέας σχεδόν λιποθυμά αντικρίζοντας τον κρατούμενο Γιάκοβ με πλήρη … εβραϊκή περιβολή και ρεγκάλια! Απ’ την άλλη, εάν κανείς ανατρέξει πέρα από την «μυωπική» θεώρηση των δημιουργών πάνω στο ζήτημα της προκατάληψης, το «The Fixer» σου επιβεβαιώνει – απλά – πως οι άνθρωποι μπορούν κάλλιστα να γίνουν Μάρτυρες των σκοπών και των πιστεύω τους ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων (εάν υπάρχουν) και πως οι δράστες των πιο φρικιαστικών ωμοτήτων μπορούν να προέρχονται από οποιαδήποτε… «φιλειρηνική» Πίστη! Πλάκα – πλάκα, τούτο δω θα έκανε ωραίο δίδυμο (back to back για θέαση) με τα «Πάθη του Χριστού» του Γκίμπσον (που έχει κατηγορηθεί και για αντισημιτικό).

Και τα δύο ασχολούνται με την θρησκευτική μισαλλοδοξία, που δεν είναι παρά μορφή άσκησης κοινωνικοπολιτικού ελέγχου, δίνοντας παράλληλα έμφαση στην λεπτομερή, (περι)γραφική απεικόνιση της φρίκης και του πόνου που βιώνεται στα χέρια ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικό θρησκευτικό τόξο. Το «The Fixer» έχει κι ένα σημαντικό μήνυμα, που αξίζει να θυμάται κανείς : είμαστε όλοι πολιτικά όντα. Ασχέτως εάν ακολουθούμε την πολιτική (τους πολιτικούς …αχρείαστο να πω ότι δεν πρέπει) ή όχι, ασχέτως εάν προσερχόμαστε στις κάλπες ή όχι, ότι κάνουμε – ή δεν κάνουμε – αποτελεί πολιτική πράξη. Και έχει συνέπειες. Δεν υπάρχει απολιτικός άνθρωπος. «Καμία ελευθερία χωρίς μάχη», έλεγε ο Σπινόζα. Δεν δύνασαι να παραμένεις απαθής, αφήνοντας τους άλλους να σε καταστρέφουν. Αν το κράτος συμπεριφέρεται απαίσια στους ανθρώπους, κατέστρεψε το κράτος. Είναι το μικρότερο κακό…

Λυπηρό, επομένως, να διαπιστώνεις πως παρά τις (προφανώς καλές) προθέσεις των δημιουργών και την ιστορική αξία που διαθέτει (αφού βασίζεται και σε πραγματικό περιστατικό), το «The Fixer» αποτυγχάνει (σε ορισμένα σημεία μάλιστα, παταγωδώς). Γιατί είναι – σχεδόν – σίγουρο πως κάτι δεν πάει καλά όταν στη διάρκεια ενός φιλμ παρακαλάς – συχνά πυκνά – να ομολογήσει ο ήρωας για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, έτσι ώστε να τελειώσει – επιτέλους – και το δικό σου μαρτύριο ως θεατή!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑