Reviews The Exorcist

10 Απριλίου 2020 |

0

The Exorcist

Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Φρίντκιν

Παίζουν: Μαξ φον Σίντοφ, Τζέισον Μίλερ, Έλεν Μπέρνστιν, Λίντα Μπλερ

Διάρκεια: 122′

Έτος παραγωγής: 1973

Το Κακό δεν κατοικεί σε κάποια σκοτεινή άβυσσο ούτε ενσαρκώνεται σε δαιμονικές φιγούρες. Δεν στήνει ενέδρες σε ομιχλώδη σοκάκια καθώς επιστρέφουμε αμέριμνοι σπίτι ούτε ξορκίζεται με πατενταρισμένες συνταγές. Το Κακό είναι αλληλένδετο με τον φόβο που το συνοδεύει. Ο διαχρονικός και εγγενής ανθρώπινος τρόμος απέναντι στο Κακό συντονίζεται με έναν εσωτερικό παλμό που χτυπά παράλληλα με τις καρδιές μας.

Αυτό που στην ουσία τρέμουμε είναι η πιθανότητα να διαθέτουμε φιλόξενους υποδοχείς, έτοιμους να καλωσορίσουν το κάθε τι αμαρτωλό και ανατριχιαστικό. Διότι κανένας εχθρός δεν είναι πιο νοσηρός από την κόλαση που κρύβει ο κάθε άνθρωπος στην ψυχή του. Άπαξ και το Κακό χτίσει μια φιλόξενη φωλιά μέσα μας, ο μόνος τρόπος να αμυνθούμε είναι να ξεπαστρέψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η ιστορία που ξεδιπλώνεται στο μυθικό The Exorcist του Γουίλιαμ Φρίντκιν είναι πασίγνωστη, ελάχιστοι όμως θυμούνται ότι στα εναρκτήρια πλάνα της μας ταξιδεύει μακριά από το κυρίως πεδίο δράσης. Κάπου στη Μέση Ανατολή, σε ένα τοπίο απογυμνωμένο από την ανθρώπινη παρουσία, ο Father Merrin (ο δωρικός και αρχοντικός Μαξ φον Σίντοφ) αντικρίζει ένα εύρημα που του προκαλεί τρόμο: ένα άγαλμα που παραπέμπει σε μια οδυνηρή υπενθύμιση μιας προαιώνιας και παντοτινής κακόβουλης δύναμης, η οποία γεννήθηκε μαζί με τον κόσμο, τον άνθρωπο και τη σύλληψη του θεού και θα βαδίζει στο πλευρό μας μέχρι το τέλος του χρόνου και ακόμη παραπέρα.

Ο Father Merrin σαστίζει, γουρλώνει τα μάτια, χάσκει εμβρόντητος. Ξαφνικά, και για λίγα μεγαλειώδη δευτερόλεπτα, μια απροσδιόριστη απειλή κατακλύζει τα πάντα. Το αδιαπέραστο βλέμμα των ντόπιων, τα γρυλίσματα δυο σκύλων που αλληλοσπαράζονται, ο θόρυβος από τις αξίνες και τα μηχανήματα που συγχωνεύεται με το φρενήρες καρδιοχτύπι του πρωταγωνιστή, ο φλεγόμενος ουρανός, τα πάντα συντείνουν σε μια ξαφνική επέλαση ενός ακατανόητου πανικού και ενός ανίκητου αντιπάλου.

Η εκπληκτική σεκάνς κορυφώνεται με ένα ασύλληπτης εσωτερικής δύναμης κάδρο όπου ο Father Merrin στέκεται απέναντι στον πυλώνα του Κακού, τρεμάμενος, εύθραυστος, ετοιμόρροπος. Ανάμεσά τους μεσολαβεί ένας γκρεμός και προς το παρόν το Κακό είναι που στέκει αγέρωχο μπροστά στο απελπισμένο Καλό. Το μήνυμα έχει δοθεί ευθύς εξαρχής: ο άνθρωπος είναι αντιμέτωπος με το κτήνος που έχει φτιάξει ο ίδιος και κάθε τρεις και λίγο ξεθάβει άθελά του.

O Eξορκιστής (1973) έγινε η πρώτη horror movie στην ιστορία του κινηματογράφου που βρέθηκε προτεινόμενη για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αποσπώντας συνολικά 10 οσκαρικές υποψφιότητες και κερδίζοντας 2 αγαλματίδια, στις κατηγορίες του Ήχου και του Διασκευασμένου Σεναρίου. Το σενάριο της ταινίας είχε γραφτεί από τον Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι, συγγραφέα του ομότιτλου βιβλίου, που είχε εκδοθεί 2 χρόνια νωρίτερα από την ταινία.

Το μυθιστόρημα του Mπλάτι αντλεί έμπευση από μια αληθινή ιστορία εξορκισμού, η οποία διαδραματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Ο εξορκισμός εκείνος τελέστηκε σε ένα αγόρι με το ψευδώνυμο Ronald Doe, του οποίου το αληθινό ονοματεπώνυμο δεν αποκαλύφθηκε ποτέ, με μεταγενέστερες έρευνες να καταλήγουν στο συμπέρασμα πως η «δαιμονική» συμπεριφορά του παιδιού ήταν πλήρως ερμηνεύσιμη με αμιγώς επιστημονικά κριτήρια.

Από την αρχαία Μεσοποταμία στη φιλήσυχη Τζορτζτάουν των ΗΠΑ και ο Φρίντκιν δεν αργεί να φανερώσει (όσο κι αν το horror περιτύλιγμα αιχμαλωτίζει το μάτι) την αληθινή ρίζα του Κακού: την έλλειψη πίστης, την αδυναμία του ανθρώπου να σταθεί με γενναιότητα απέναντι στο Κακό που ενυπάρχει στον κόσμο του, την αμφιβολία και την ταραχή απέναντι στον φόβο, όπως καθρεφτίζεται στο πρόσωπο του Father Carras (ο εύθραυστος και εύπλαστος Τζέισον Μίλερ), ο οποίος κουβαλά και ένα αβάσταχτο φορτίο ενοχών για τον θάνατο της μητέρας του.

Ο Φρίντκιν δημιουργεί κατά ριπάς σκηνές ανθολογίας, όπως το αιωρούμενο κορμί του δαιμονισμένου κοριτσιού, την αναστροφή του κεφαλιού, το κατέβασμα στις σκάλες (σε μια από τις πιο εμπνευσμένες στιγμές τρόμου στην ιστορία του σινεμά), αλλά κυρίως την άφιξη του Father Merrin στο σπιτικό του τρόμου, όπου η σκόνη του φόβου θαρρείς μπλέκεται με τον αέρα και λερώνει τη νύχτα.

Η αληθινή όμως μαστοριά της ταινίας έγκειται σε όλες τις φαινομενικά αθέατες λεπτομέρειες, στις αντιθέσεις, στους υπαινιγμούς, στα αδιόρατα σχόλια και φυσικά στη μεγαλειώδη μάχη που μαίνεται, η οποία είναι πρωτίστως εσωτερικής φύσης. Ο Father Carras, που δειλιάζει και δίνει στο Κακό το πάνω χέρι, επιστρέφει για να νικήσει το σκοτάδι που έχει αρχίσει να καταπίνει την ψυχή του.

Αντί επιλόγου, ένα ενδιαφέρον τρίβια. Σε μια σκηνή της ταινίας, όταν ο ελληνικής καταγωγής Father Carras επισκέπτεται τη μητέρα του, ακούγεται ένας ραδιοφωνικός σταθμός της ελληνικής Διασποράς. Τα τραγούδια που φιγουράρουν στην εν λόγω σκηνή (πέρα από καναδυό απολαυστικές διαφημίσεις για κάποιον χώρο εκδηλώσεων στην Αστόρια και για ένα φαρμακείο στο Μπρούκλιν) είναι το Ιστορία μου, αμαρτία μου από τη Ρίτα Σακελλαρίου, καθώς και το Παραμυθάκι μου, ερμηνευμένο από τον Γιάννη Καλατζή, σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Η γηραία κυρία που υποδύεται τη μητέρα του Father Karras ήταν η Βασιλική Μαλλιαρού, Ελληνίδα μετανάστρια από την Αθήνα, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την υποκριτική. Απλούστατα, ο Φρίντκιν την είχε ξετρυπώσει σε ένα ελληνικό εστιατόριο της Νέας Υόρκης και την έπεισε να εμφανιστεί στην ταινία του, την πρεμιέρα της οποίας δεν πρόλαβε δυστυχώς, καθώς απεβίωσε νωρίτερα την ίδια χρονιά, σε ηλικία 89 ετών.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑