Reviews The Cranes Are Flying

11 Μαρτίου 2018 |

0

The Cranes Are Flying

Σκηνοθεσία : Μιχαήλ Καλατόζοφ

Με τους : Αλεξέϊ Μπατάλοφ, Τατιάνα Σαμοΐλοβα

Ελληνικός τίτλος : Όταν Πετούν οι Γερανοί

Διάρκεια : 95’

Έτος Παραγωγής : 1957

Χώρα Παραγωγής : Σοβιετική Ένωση

Μόσχα, 1941. Ο πόλεμος ξεσπά. Οι Γερμανοί εισβάλλουν, κηρύσσεται γενική επιστράτευση. Η Βερόνικα (Τατιάνα Σαμοϊλοβα) και ο αγαπημένος της Μπόρις (Αλεξέι Μπατάλοφ), περνούν κάποιες στιγμές ευτυχίας. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους πετούν οι γερανοί. Παρά την πίεση των δικών του (και της Βερόνικα), ο Μπόρις κατατάσσεται και φεύγει για το μέτωπο. Η κοπέλα χάνει τα ίχνη του και πέφτει σε κατάθλιψη. Σε έναν τρομερό βομβαρδισμό, εκείνη χάνει τους δικούς της και καταφεύγει στην οικογένεια του Μπόρις. Ο αδερφός του την βιάζει και παντρεύονται. Εκείνη είναι εσωτερικά συντετριμμένη. Τα γερμανικά στρατεύματα προχωρούν, η οικογένεια μετακινείται στην Σιβηρία όπου η ηρωίδα περνά δύσκολες μέρες. Ο Μπόρις σκοτώνεται στο μέτωπο, εκείνη το αγνοεί…

Η ταινία που αποκρυστάλλωσε το «λιώσιμο των πάγων» στη Ρωσία, μετά το 20ο Συνέδριο. Στην Δύση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και τεράστια κοσμοσυρροή στις αίθουσες. Για πρώτη φορά στο σοβιετικό σινεμά, ο πόλεμος εξετάζεται από την πλευρά του ατόμου, που υφίσταται τα δεινά του. Ο Καλατόζοφ και ο θαυμάσιος διευθυντής φωτογραφίας Σεργκέι Ουρουσέφσκι πλάθουν έξοχες, λυρικές εικόνες, μέσα από δεξιοτεχνικές λήψεις που αναδεικνύουν τον βαθύ ρομαντισμό του έργου.

Η Σαμοϊλοβα, κορίτσι με ελαφίσια χάρη, ενσαρκώνει με τραγική ευαισθησία την ηρωίδα και κερδίζει τα δάκρυα εκατομμυρίων θεατών. Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες για ένα ελεγειακό, αντιπολεμικό δράμα που αντανακλά αρτιότερα από κάθε άλλη σοβιετική ταινία το (προσωρινό) τέλος της σταλινικής εποχής στις τέχνες και τα γράμματα (στα τελευταία χρόνια του Στάλιν και του σταλινισμού, το σοβιετικό σινεμά είχε πραγματικά εξαφανιστεί και η αναγέννηση του τελευταίου – μετά το θάνατο του «Πατερούλη» το ’53 – σηματοδοτείται από τούτο εδώ το φιλμ).

Εικόνες εκθαμβωτικού λυρισμού συνοδεύουν μια από τις ωραιότερες (και τραγικότερες) ιστορίες αγάπης που, ωστόσο, αψηφά όλα τα κλισέ του είδους : ο πειραματισμός με την κάμερα (που ήταν ταμπού στη σταλινική περίοδο) αναδύεται και πάλι. Αληθινός σταρ της ταινίας αναδεικνύεται ο φακός του Ουρουσέφσκι – τα συγκλονιστικά πλάνα με την βοήθεια γερανού ή τη χρήση κινητής κάμερας μεταφέρουν την αίσθηση ενός κόσμου που έχει χάσει τα στηρίγματά του ή οποιοδήποτε σταθερό σημείο αναφοράς (ηθικό, πολιτικό).

Ο Ουρουσέφσκι θα δημιουργήσει αργότερα με τον Καλατόζοφ το I am Cuba (1964). Αν όμως εκείνο φαντάζει σε κάποιους υπερβολικά μπαρόκ, το Όταν Πετούν οι Γερανοί δεν χρησιμοποιεί οπτικά εφέ για εντυπωσιασμό. Αντί να εξυμνεί τις ένδοξες νίκες του Κόκκινου Στρατού επικεντρώνεται στις σκοτεινότερες στιγμές του πολέμου, όταν η ικανότατη γερμανική μηχανή κατατρόπωνε εύκολα τον πλημμελώς οργανωμένο και φτωχά εξοπλισμένο (πλην ηρωικό) ρωσικό στρατό. Στο μέτωπο κυριαρχεί η απόγνωση και η αίσθηση του επικείμενου θανάτου. Ωστόσο, οι σοβιετικοί θεατές αγάπησαν αυτή την ψυχολογική σπουδή και ανατομία των πολεμικών εμπειριών τους (υπήρξε πραγματική αποκάλυψη για αυτούς).

Πιθανώς είχαν κουραστεί από την προπαγάνδα και γνώριζαν καλά πως στην πραγματικότητα ο πόλεμος είχε αναδείξει λίγους ήρωες. Να σημειωθεί πως ήταν και η πρώτη ψυχροπολεμική σοβιετική ταινία που προβλήθηκε ευρέως στις ΗΠΑ. Η Σοβιετική Ένωση έχασε περίπου το 10% του προπολεμικού πληθυσμού της στη διάρκεια του πολέμου. Για χρόνια, το σοβιετικό σινεμά παρουσίαζε αυτή την τραυματική απώλεια μέσα από πολύ αυστηρές γραμμές, κάνοντας χρήση εξωραϊστικών πατριωτικών κλισέ που παρουσίαζαν – εν πολλοίς – τη σύνεση της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας, καθώς και την αναγκαιότητα και ιερότητα της εν λόγω θυσίας του ρωσικού λαού.

Η αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που συνόδευσε κάθε προσπάθεια ειλικρινούς ή έντιμης απεικόνισης των όσων διαδραματίστηκαν στον πόλεμο μέχρι και τον θάνατο του Στάλιν, είχε παραλύσει το σινεμά. Η διαδικασία της δημιουργίας και κυκλοφορίας ταινιών παρεμποδιζόταν από το φόβο και την αυθαίρετη γραφειοκρατική παρέμβαση. Όμως το «λιώσιμο των πάγων» που ακολούθησε το θάνατο του Στάλιν στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Ρωσίας, επέφερε και το πολυπόθητο άνοιγμα της ματιάς των σκηνοθετών, οι οποίοι πλέον δεν θα διστάσουν να βάλουν κάτω από το μικροσκόπιο της κάμεράς τους τις ιδιωτικές ζωές απλών, καθημερινών ανθρώπων με τρόπο που να αγκαλιάζει την αμφιθυμία και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Το Όταν Πετούν οι Γερανοί αποτελεί ταινία-ορόσημο και το πρώτο, αδιαφιλονίκητο αριστούργημα του μετα-σταλινικού σινεμά. Η θέασή του συνιστά εμπειρία ακόμα και για τον σύγχρονο θεατή, που έτσι αντιλαμβάνεται καλύτερα την αίσθηση που αποκόμισε το κοινό της πρώτης του προβολής : αυτή ενός δροσερού, φρέσκου αγέρα που κατακλύζει ένα μουχλιασμένο σπιτικό. Ξεχωρίζει για την άρνησή του να καταδικάσει την – έτσι κι αλλιώς – ακούσια «απιστία» της Βερόνικα στον Μπόρις, ενώ ο τελευταίος βρίσκεται στο μέτωπο.

Στο πρόσωπο της Σαμοϊλοβα αποκαλύπτεται μια σαγηνευτική κινηματογραφική περσόνα : εκφραστική, ερωτική, δυναμική. Η Βερόνικα απέχει έτη φωτός από την παραδοσιακή ηρωίδα του πολεμικού δράματος (όχι μόνο για τα σοβιετικά πρότυπα) και η Σαμοϊλοβα προσδίδει στο χαρακτήρα αμέτρητη συμπάθεια, μέχρι και την οριστική, γλυκόπικρη «αποθέωσή» της στην συγκινητική, τελευταία σεκάνς.

Ο Γεωργιανός Καλατόζοφ ξεκίνησε να σκηνοθετεί την εποχή του βωβού. Πέρασε κάμποσα χρόνια στο Λος Άντζελες στη διάρκεια του πολέμου – ως μέλος διπλωματικής αποστολής – και μοιάζει να επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από το χολιγουντιανό σινεμά. Στο Όταν Πετούν οι Γερανοί, ο χειρισμός της μελοδραματικής φόρμας είναι τόσο πολυσύνθετος που παραπέμπει σε Φρανκ Μπόρζατζ και Κίνγκ Βίντορ ή μοιάζει αντάξιος ενός Βινσέντε Μινέλι, καθώς ανακαλύπτει – χωρίς να φοβάται τις υπερβολές – δυνητικούς οπτικούς συσχετισμούς με τα γεγονότα που διαδραματίζονται και τις συναισθηματικές καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωες, ενώ το ευφυές μοντάζ διακρίνεται για τα αλλεπάλληλα, εκφραστικά κοντράστ. Το έλεγε, άλλωστε, κι ο ίδιος ο Ουρουσέφσκι (λέξεις που συνθέτουν την φιλοσοφία του): «η κάμερα μπορεί να εκφράσει αυτό που ο ηθοποιός είναι αδύνατον να απεικονίσει – τις ενδότερες αισθήσεις του, τον εσωτερικό του κόσμο. Ο κάμεραμαν οφείλει να ερμηνεύει κι αυτός μαζί με τους ηθοποιούς.”




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑