Reviews The Collector

17 Απριλίου 2019 |

0

The Collector

Σκηνοθεσία : Γουίλιαμ Γουάιλερ

Με τους : Τέρενς Σταμπ, Σαμάνθα Έγκαρ

Διάρκεια : 119’ (ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο, 1965)

Σκηνοθέτης με επιτυχημένη θητεία στη διασκευή κλασικής λογοτεχνίας για το πανί (όπως, για παράδειγμα, το Wuthering Heights του ‘39 και το The Heiress του ‘49), ο Γουίλιαμ Γουάιλερ – προς το τέλος της καριέρας του – αποφασίζει να διοχετεύσει τη συμπυκνωμένη εμπειρία του βετεράνου στην κινηματογραφική μεταφορά του Συλλέκτη, του Τζων Φώουλς. O λόγος : τα εκκωφαντικά ψυχαναλυτικά ζητήματα που αναδεικνύει η ιστορία του τελευταίου.

Για να τον γυρίσει, άλλωστε, απέρριψε την Μελωδία της Ευτυχίας, γοητευμένος από την σύγκλιση του θέματος με το Ψυχώ του Χίτσκοκ και τον Ηδονοβλεψία του Πάουελ. Ήρωας ψυχαναγκαστικός και εμμονικός που οδηγείται σε ακραίες συμπεριφορές, ο Φρέντι Κλεγκ του Τέρενς Σταμπ κερδίζει ένα σουηπστέϊκ και – απελευθερωμένος οικονομικά – ρίχνεται στο κατόπι του ψυχωτικού αντικειμένου του πόθου του, μιας Λονδρέζας φοιτήτριας της σχολής Καλών Τεχνών ονόματι Μιράντα Γκρέϋ (Σαμάνθα Έγκαρ).

Την απαγάγει και την κρατά αιχμάλωτη σε μια ειδικά διαμορφωμένη, απομονωμένη αγροικία. Η συγκεκριμένη δεν είναι παρά μια ακόμη προσθήκη στην εντυπωσιακά σχολαστική συλλογή του από …πεταλούδες (είναι κι αυτή όμορφη, ντελικάτη και βρίσκεται εκεί παρά τη θέλησή της). Αργότερα θα παρατηρήσει πως εκείνος ευθύνεται για «τόσο πολύ θάνατο» (αναφερόμενη στο χλωροφόρμιο που χρησιμοποιεί – όπως και με την ίδια – για να τις θανατώνει).

Η ατμόσφαιρα του Γουάιλερ διαθέτει μια (δεξιοτεχνικά) υπόγεια, σχεδόν υπνωτική γοητεία, λειτουργεί ωστόσο αντισταθμιστικά για τον θεατή ως προς την βαρύτητα της ψυχωτικής περίπτωσης του ήρωα και του ψυχολογικού θρίλερ που επιθυμεί (και οφείλει) να δημιουργήσει. Ο Συλλέκτης φαντάζει περισσότερο ντελικάτος και άτολμος, παρά ενοχλητικός και άβολος. Είναι όμως φιλμ-κλειδί για την κατανόηση των sixties : η σύγχρονη, απελευθερωμένη – κι ανοιχτή στο σεξ – γυναίκα, η καταρτισμένη, αστή κι ευκατάστατη δρα ως ανασταλτικός παράγων και απογοητεύει τον καταπιεσμένο και κοινωνικά αδέξιο ήρωα, που αποφασίζει να παρακάμψει την παραδοσιακή ιεροτελεστία του φλερτ και να την απαγάγει.

Ο Σταμπ εξομολογήθηκε αργότερα την έκπληξή του για τον ρόλο (πίστευε πως ένας Άντονι Πέρκινς ή ένας Τζων Χαρτ θα ταίριαζαν καλύτερα). Ο ίδιος θεωρούσε πως εκείνος της Μιράντα πήγαινε γάντι στην καλύτερη βρετανίδα ηθοποιό της εποχής, την Τζούλι Κρίστι. Απ’ την άλλη η Columbia ασκούσε πιέσεις προς την πλευρά της νεοφερμένης στα πράγματα, Σαμάνθα Έγκαρ. Η ιδέα δεν συγκινούσε ιδιαίτερα τον Γουάιλερ.

Και τότε μαθαίνει πως Σταμπ και Έγκαρ μοιράζονται κάποιο κοινό «παρελθόν» : συμφοιτητές στην ίδια δραματική, με πιθανές …βλέψεις του πρώτου για την δεύτερη, που εκείνη τορπίλισε εν τη γενέσει τους (κοινώς, του ‘ριξε ξεγυρισμένη χυλόπιτα). Που θα βρεις καλύτερο δίδυμο να σου βγάλει την σεξουαλική αμηχανία και σύγχυση στο πανί; Πράσινο φως. Ξεκινούν τα γυρίσματα, ο Γουάιλερ δυσανασχετεί μαζί της και την απολύει.

Η προοριζόμενη για αντικαταστάτρια Νάταλι Γουντ δεσμεύεται με συμβόλαιο για άλλη ταινία. Την ξαναπροσλαμβάνει και της κοτσάρει από δίπλα δάσκαλο υποκριτικής (πράγμα αντίθετο προς το modus operandi του ως σκηνοθέτη). Η άλλη οδηγία ήταν προς τον Σταμπ – να παραμένει «εντός του ρόλου» καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, εντός κι εκτός πλατό («δεν θέλω να έχεις καμία επαφή μαζί της», του έλεγε), γεγονός που εκνεύριζε αφάνταστα την Έγκαρ καθώς εισέπραττε καθημερινά την ψυχρή συμπεριφορά του συμπρωταγωνιστή της («αν τα καταφέρουμε, θα τσιμπήσουμε μια σπουδαία ερμηνεία από πλευράς της», συμπλήρωνε στον αποσβολωμένο Σταμπ). Ο Συλλέκτης αρχικά ήταν να γυριστεί ασπρόμαυρος, ωστόσο ο Γουάιλερ διαπίστωσε πως το έγχρωμο φιλμ τόνιζε εντυπωσιακά τους κοκκινωπούς βοστρύχους και την γαλακτώδη επιδερμίδα της πρωταγωνίστριάς του. Τελικά η ερμηνεία της δικαίωσε την επιλογή της (το βραβείο στις Κάννες, μια Χρυσή Σφαίρα και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ το πιστοποιούν).

Κλειστοφοβική (δραματουργικά) απεικόνιση μια επιβληθείσας (εξ ου και προβληματικής) συνύπαρξης δεσμοφύλακα και δεσμώτη, που χτίζει διαρκώς πάνω στην μεταξύ τους κλιμακούμενη ένταση, αποτυπώνοντας παράλληλα τις ταξικές τους διαφορές και καταλήγοντας σε μια ρεαλιστική καταγραφή-εξερεύνηση του μετασχηματιζόμενου κοινωνικού οικοδομήματος της Αγγλίας των swingin’ sixties. Απ’ τη μια, ο καταπιεσμένος εκπρόσωπος της εργατικής τάξης.

Κι απ’ την άλλη, ένα θήραμα με ευφυία που επανειλημμένως τον αναστατώνει, τον αφοπλίζει – μετατοπίζοντας και εναλλάσσοντας διαρκώς το «πάνω χέρι» αναμεταξύ τους. Η Μιράντα διαθέτει το πλεονέκτημα της ελιτίστικης παιδείας, της προνομιακής ανατροφής και της φυσικής ομορφιάς, στοιχεία που συνιστούν «ύβρη» για τον Φρέντι με τις ταπεινές καταβολές. Νιώθει απόγνωση με την αδυναμία του να κατανοήσει τον μποέμικο τρόπο ζωής της και όσα αποτελούν για κείνην πράγματα οικεία (τον Φύλακα στη Σίκαλη, τα έργα του Πικάσο) και προσβάλλεται απ’ την σεξουαλική ελευθερία που την διακατέχει.

Το φιλμ αποδίδει την διανοουμενίστικη συμπεριφορά και την υπεροπτική της στάση απέναντι στο σεξ στην ταξική της προέλευση. Εκπρόσωπος μιας ανερχόμενης γενιάς που απολαμβάνει το boom της εποχής. Αφετηρία και των δύο, η ίδια επαρχιακή πόλη. Αποκαλύπτεται πως όλα αυτά τα χρόνια ο Φρέντι παρακολουθεί – διακριτικά – την πορεία της. Εκείνη κερδίζει υποτροφία για ένα φημισμένο κολέγιο και μετακομίζει στο Λονδίνο.

Κι ενώ ο κόσμος της διευρύνεται σε εμπειρίες και αναφορές, ο δικός του συμπιέζεται αφόρητα, εγκλωβισμένος στον πρόδηλο επαρχιωτισμό και τις συντηρητικές καταβολές του. Και παρά την οικονομική άνεση που αποκτά, συνεχίζει να στερείται τις χαρές της ζωής, προνόμιο που το φιλμ υπαινίσσεται πως συνδέεται αξιωματικά με το κοινωνικό στάτους της Μιράντα. Έτσι, το εξελισσόμενο δράμα μεταφέρεται στο πεδίο μιας αλληγορίας για το χάσμα που αναπτύσσεται ανάμεσα στην παραδοσιακή εργατική και μια ταχύτατα ανελισσόμενη μεσαία τάξη.

Αλλοίμονο, όμως. Ο ήρωας είναι ξεκάθαρα ψυχωτικός (και με προβληματικό παρελθόν). Αδυνατεί να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Ζει σε έναν κόσμο φαντασιώσεων, ασυνείδητα επηρεασμένος από τα λαϊκά τηλεοπτικά προγράμματα και τον κινηματογράφο. Πιστεύει πως θα χτίσει ένα παράλληλο σύμπαν για κείνον και την Μιράντα, στο οποίο θα ζήσουν ευτυχισμένοι. Όσο ελπίζει πως θα την κάνει να τον ερωτευτεί, το ζήτημα της αιχμαλωσίας της δεν τον απασχολεί. Καταλήγει ακόμα και να διαχωρίζει τους ανθρώπους σε όσους αξίζει ή δεν αξίζει να …«συλλέγει» κανείς. Νιώθει περηφάνια για το απόκτημά του. Δεν αντιλαμβάνεται πως το τίμημα του να συλλέγεις είναι και να αφαιρείς – ταυτόχρονα – ζωή. Το ίδιο πράττει με τη Μιράντα.

Αρχικά την «θανατώνει» αποσπώντας την απ’ τον κοινωνικό της περίγυρο κι απ’ τη ζωή της και στο τέλος την εγκαταλείπει – κυριολεκτικά – να πεθάνει, στερώντας της ακόμα κι αυτό το φως του ήλιου. Για τον ίδιο, η «σύλληψή» της δεν διαφέρει σε τίποτα από κείνη οποιουδήποτε άλλου είδους. Σταθερό μοτίβο και στις τρεις πιο διάσημες νουβέλες του Φώουλς είναι η θέαση του κόσμου σαν να πρόκειται για μια διπλή πραγματικότητα.

Στον «Μάγο» (The Magus, 1965), στέκεις αμήχανος μπρος στην εναλλαγή φανταστικών και πραγματικών καταστάσεων που λαμβάνουν χώρα σε ένα ελληνικό νησί. Στην «Ερωμένη του Γάλλου Υπολοχαγού» (1969), η ηρωίδα χτίζει ένα δικό της σύμπαν και οδηγεί τον εαυτό της «έξω» απ’ αυτό, επιλέγοντας το ρόλο της μοιραίας γυναίκας (femme fatale) ξέχωρα απ’ τις συμβάσεις και το ιστορικό γίγνεσθαι.

Στον «Συλλέκτη» (1963), παρουσιάζεται η πάλη μιας νέας γυναίκας – που χτίζει τη δική της πραγματικότητα μέσα απ’ τις αναμνήσεις της και το ημερολόγιο που κρατάει κρυφά – να αντιμετωπίσει μια βιαίως επιβληθείσα απομόνωση, βρίσκοντας καταφύγιο και διέξοδο (τις ατέλειωτες ώρες της φυλακής της) στο μοναδικό πράγμα που την «απελευθερώνει» : την τέχνη (το γράψιμο και την ζωγραφική). Είναι ο κόσμος που την εκφράζει. Ο κόσμος στον οποίο δεσπόζει επιβλητικά η παρουσία του μέντορά της (και άλλων αγαπημένων προσώπων). Κι έτσι, μέσα από μια πλειάδα αυτοαναφορικών πήγαινε-έλα, η ίδια θα διαβεί το μονοπάτι της δικής της αυτογνωσίας.

Στον αντίποδα, το κίνητρο (η αναζήτηση μιας – έστω και στρεβλής – εκδοχής συντροφικότητας και ευτυχίας), η γνώση του τραυματικού του παρελθόντος, η προσήλωση στον προσωπικό του κώδικα αξιών και ο ανεξάντλητος θαυμασμός του για τη Μιράντα, κάνουν τον θεατή να βλέπει ορισμένες φορές – κρυφά έστω – τον Φρέντι με συμπάθεια. Φευ. Λίγο πριν το τέλος και ενώ η απροσδόκητα τραγική εξέλιξη είναι καθ’ οδόν, συνειδητοποιεί με τρόμο από τι υλικό είναι φτιαγμένος στα αλήθεια ο «Συλλέκτης». Η καινούργια μέρα θα τον βρει στο κυνήγι της αναζήτησης του επόμενου θύματος…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest