Reviews The Breakfast Club

19 Ιανουαρίου 2021 |

0

The Breakfast Club

Σκηνοθεσία: Τζον Χιουζ

Παίζουν: Τζαντ Νέλσον, Εμίλιο Εστέβεζ, Μόλι Ρίνγκγουολντ, Άντονι Μάικλ Χολ, Άλι Σίλι, Πολ Γκλίσον

Διάρκεια: 97’

Love’s strange, so real in the dark
Think of the tender things that we were working on
Slow change may pull us apart
When the light gets into your heart, baby

Don’t you forget about me
Don’t, don’t, don’t, don’t
Don’t you forget about me

Η νοσταλγία συνήθως εξαπολύει αντάρτικες επιθέσεις. Χωρίς προειδοποίηση, διαλέγοντας πάντα αυτή τον χρόνο και τον τόπο της μάχης. Φυσικά, πρόκειται για έναν αντίπαλο ανίκητο, καθώς διαθέτει το πιο ισχυρό όπλο: την επιθυμία του αντιπάλου να παραδοθεί ολοκληρωτικά. Η περιστασιακή υποχώρηση απέναντι στη νοσταλγία είναι σαν ένας μικρός και αχρείαστος θάνατος που σου κερνά ένα σφηνάκι ολοζώντανης ονειροπόλησης για αντάλλαγμα. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, μας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως για το χτύπημα της νοσταλγίας. Ήδη από τους εναρκτήριους τίτλους στην οθόνη και τους στίχους του Don’t You Forget About Me των Simple Minds.

Ο σπασίκλας. Ο αθλητής. Η παράξενη. Η πριγκίπισσα. Ο αλήτης. Πέντε σημαδούρες του σχολικού ανθρωπολογικού χάρτη, εκπρόσωποι των διαφορετικών φυλών που μοιράζονται τον ζωτικό χώρο της μαθητικής ζούγκλας. Είναι Σάββατο πρωί και οι πέντε ήρωές μας αντί να χουχουλιάζουν στα κρεβάτια τους, βρίσκονται στο σχολείο με τα κοκόρια. Είναι και οι πέντε τους τιμωρημένοι, όχι όμως για κάποια συλλογική αταξία, αλλά ο καθένας ξεχωριστά, για κάποιο μεμονωμένο ατόπημα.

Κανείς από τους πέντε δεν γνωρίζει για ποιον λόγο έχει σήμερα παρέα σε αυτό το σαββατιάτικο καψόνι, γεγονός που εξάπτει την περιέργεια του ενός για τον άλλο. Οι πέντε συμμαθητές, αλλά κάθε άλλο παρά φίλοι, είναι λοιπόν υποχρεωμένοι να συνυπάρξουν για μπόλικες ώρες. Ακόμη χειρότερα, ίσως να αναγκαστούν μέχρι και να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, καταλύοντας τους απαράβατους άγραφους νόμους της μηδενικής κοινωνικής κινητικότητας ανάμεσα στα σχολικά «στρώματα».

Ο Τζον Χιουζ είχε ήδη στο ενεργητικό του τα σεναριογραφικά γαλόνια από το τεράστιο σουξέ του National Lampoon’s Vacation (1983, σε σκηνοθεσία Χάρολντ Ράμις) όταν ξεκίνησε να δουλεύει πυρετωδώς το σενάριο της πρώτης του σκηνοθετικής απόπειρας. Ενόσω όμως εκκρεμούσαν ζητήματα τόσο με το τελικό στάδιο της χρηματοδότησης όσο και με το κάστινγκ, ο Χιουζ σκάρωσε ακόμη ένα σενάριο στα πεταχτά, το οποίο εντέλει βρήκε τον δρόμο προς τη μεγάλη οθόνη γρηγορότερα από την ταινία που είχε ήδη στα σκαριά.

Το Sixteen Candles (1984), που έλαβε θετικές κριτικές χωρίς να αγγίξει τα όρια της αποθέωσης, λειτούργησε ως ευεργετική πρόβα τζενεράλε για τον Χιουζ, από την οποία αποκόμισε διπλό όφελος. Αρχικά, απέβαλε κάθε κατάλοιπο σλάπστικ μανιερισμού και κατά δεύτερον άδραξε την ευκαιρία να καπαρώσει δύο ακατέργαστους θησαυρούς για το μεγάλο του πρότζεκτ: τη Μόλι Γκρίνγουολντ (αναστεναγμός) και τον Άντονι Μάικλ Χολ.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο The Breakfast Club, μια ταινία-επιτομή τόσο των κινηματογραφικών 80s όσο και του εφηβικού angst στην εποχή της μούχλας και ναφθαλίνης που είχε σκεπάσει τη συντηρητικών ηθών ρηγκανική Αμερική. Ο Χιουζ, παρεκκλίνοντας από την παραδοσιακή πατέντα των high-school movies, αφενός παραδίδει μια ταινία γενεαλογίας, αφετέρου υφαίνει έναν νεανικό ύμνο ακαταμάχητης διαχρονικότητας.

Τέκνο της baby boom γενιάς και έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι ως έφηβος την πνιγηρή τάξη και ασφάλεια της suburbia ευδαιμονίας, ο Χιουζ επιδεικνύει απλόχερη γενναιοδωρία, την οποία και θα εισπράξει στο πολλαπλάσιο από τους πρωταγωνιστές του. Αντί να αναλωθεί σε ένα προσωπικό ταξίδι αναπόλησης, απεγκλωβίζει την ψυχή της ταινίας από την εξιδανίκευση των βιωμάτων και ακροάζεται τον εσωτερικό παλμό ενός έφηβου των 80s.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, χάρη στο πανέξυπνο εύρημα της εκτός προγράμματος τιμωρίας, το σχολείο μεταμορφώνεται σταδιακά από επίσημος χώρος εγκλεισμού και σωφρονισμού σε τόπο απελευθέρωσης και ενηλικίωσης, ακριβώς διότι περνά –χωρίς καν το έχουν επιδιώξει οι ίδιοι- στα χέρια των μαθητών. Από καταναγκαστικό δεύτερο σπίτι τους, στο οποίο περνούν ένα μεγάλο μέρος της έφηβης ζωής τους χωρίς να το επιθυμούν, το σχολείο μετατρέπεται σε αληθινό σπίτι, σε ψυχολογικό καταφύγιο και χώρο ιερής εξομολόγησης.

Η επαναστατικότητα στο Breakfast Club, σε μια ευφυή αντιστροφή της παρακαταθήκης αρχετυπικών ταινιών του είδους, όπως το Rebel Without a Cause, αλλάζει φορά και επιθυμητό προορισμό. Η αληθινή ρήξη με το κατεστημένο στο Breakfast Club αποτυπώνεται στην επανοικειοποίηση του δικαιώματος των εφήβων να έρθουν σε επαφή με τον ίδιο τους τον εαυτό, να ξεσκονίσουν το μυαλό τους και να ορίσουν οι ίδιοι τις συντεταγμένες της πορείας τους. Ο Χιουζ χαρίζει στην Brat Pack της ταινίας του το μέγιστο προνόμιο αυτό-πραγμάτωσης: την εσωτερική επικοινωνία και την αυτοκριτική.

Eξάλλου, κάθε απόπειρα επαφής με τον αλλοτριωμένο και εξουσιαστικό ενήλικο κόσμο είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη, όπως μαρτυρά και η υπέροχη σκηνή με την «απόδραση» του Τζαντ Νέλσον από την επιτήρηση του κομπλεξικού και αυταρχικού επιβλέποντος καθηγητή, η οποία κλείνει ευθέως το μάτι στο Alien. Οι ενήλικες, είτε πρόκειται για γονείς είτε για καθηγητές, είναι «εξωγήινοι» (με «καρδιές που γερνάνε») που φέρονται στα παιδιά τους με εκδικητικό εγωισμό, σχεδόν σαν να τους κατηγορούν για τη δική τους χαμένη νιότη.

Το Breakfast Club, πέρα από όλα τα παραπάνω, στοχεύει ακριβώς στην καρδιά της νεανικής αντιφατικότητας και κυκλοθυμίας. Ο χαμηλόφωνος σπαραγμός διαδέχεται τη βίαιη έκρηξη, οι ανούσιες παρεξηγήσεις και οι αναίτιες προσβολές συμπορεύονται με την ανόθευτη φιλία, τη συμπαράσταση και την κατανόηση, η επιθετικότητα και ο ανταγωνισμός κρύβουν εκ γεννετής μέσα τους ένα ερωτικό σκίρτημα που παλεύει να βρει τα πατήματά του.

Ο σπασίκλας, ο αθλητής, η πριγκίπισσα, η παράξενη και ο αλήτης θα ανακαλύψουν σταδιακά ότι οι ταμπέλες που τους αποδόθηκαν είναι προσχηματικές και ανεπαρκείς, αλλά και ότι οι ίδιοι (παρα)βολεύτηκαν με αυτές τις προκαθορισμένες ταυτότητες, χωρίς να μπουν ποτέ στον κόπο να τις αμφισβητήσουν. Θα κατορθώσουν άραγε να τις αποτινάξουν; Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει, μπορούμε μονάχα να ελπίζουμε: Will you stand above me? Look my way? Never love me? Rain keeps falling, rain keeps falling down, down, down. Will you recognize me? Call my name or walk on by? Rain keeps falling, rain keeps falling down, down, down, down




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑