Reviews A Tale of Love and Darkness

8 Απριλίου 2017 |

0

A Tale of Love and Darkness

Σκηνοθεσία: Νάταλι Πόρτμαν

Με τους: Νάταλι Πόρτμαν, Γκιλάντ Καχάνα, Αμίρ Τέσλερ

Διάρκεια: 95’

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα χωριό που εγκαταλείφθηκε απ’ όλους τους κατοίκους του. Ακόμη και οι αρουραίοι έφυγαν. Στεκόταν εγκαταλειμμένο και σιωπηλό, χρόνο με το χρόνο. Η βροχή «σφυροκοπούσε» τους δρόμους, ξεπλένοντας οποιοδήποτε ανθρώπινο ίχνος. Όταν η βροχή σταμάτησε, πουλιά μαζεύτηκαν πάνω απ’ το χωριό. Υπήρχαν τόσα πολλά, που σχεδόν κρύφτηκε ο ουρανός. Όλη τη μέρα, ήταν σα νύχτα. Αλλά τότε, από ένα μικρό σπίτι, ένα μικρό αγόρι άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο μόνος που έμεινε πίσω…

(Επ)αρκούν άραγε οι καλές προθέσεις για να πατήσεις πάνω σε ένα αυτοβιογραφικό υλικό και να σκαλίσεις την Ψυχή του; Για κείνους που αγαπούν τη γραφή (και τη γλώσσα) του Άμος Οζ, η «Ιστορία Αγάπης και Σκότους» φωτίζει τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος οδηγήθηκε στο γράψιμο, αναδεικνύοντας – πάνω απ’ όλα – τη σχέση με την αφοσιωμένη (και πολύπαθη) μητέρα του, Φάνια Κλάουσνερ. Απολύτως κατανοητό που ο Οζ αισθάνθηκε την ανάγκη να αποτίσει στο χαρτί φόρο τιμής, στη μνήμη της τελευταίας ˙ όχι εξίσου σαφές το γιατί η Νάταλι Πόρτμαν ένιωσε τέτοια έλξη για εκείνην, σε σημείο να σπαταλήσει χρόνια ολόκληρα για να μετατρέψει τα μελαγχολικά απομνημονεύματα της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα σε σεναριακό-σκηνοθετικό ντεμπούτο, κρατώντας το ρόλο της «μακάριας» Φάνια για τον εαυτό της.

Το πιθανότερο είναι πως την άγγιξε βαθιά η δουλειά του συγγραφέα και θέλησε να μοιραστεί τούτη την (συναισθηματική) εμπειρία και με άλλους, όμως η κινηματογραφική της προσέγγιση δεν κατορθώνει να μεταφέρει στο πανί την Οικουμενικότητα που μετέτρεψε το έργο του Οζ σε διεθνές (εκδοτικό και αναγνωστικό) φαινόμενο. Κι έτσι, (επί της ουσίας) βασίζεται στην απήχηση του δικού της Ονόματος (ως πρωτοκλασάτης σταρ) για να προσελκύσει το ενδιαφέρον (πέραν των – στενών ή ευρύτερων – ορίων του εβραϊκού κόσμου) για το εγχείρημά της.

Το κοινό συχνά πιστεύει πως γνωρίζει έναν ηθοποιό από τους ρόλους που ερμηνεύει, λες κι οι τελευταίοι αποκαλύπτουν το εσωτερικό του καλλιτέχνη. Ενίοτε συμβαίνει, αν και η Πόρτμαν παραμένει ιδιαιτέρως μυστηριώδης ως προς αυτό τον τομέα: σαφές απότοκο της ευελιξίας της, απ’ τη θεατρική ενσάρκωση (που την ανέδειξε) της Άννας Φρανκ μέχρι το απροσπέλαστο, αινιγματικό «κέρινο ομοίωμα» της βασίλισσας Πάντμε Αμιντάλα με το οποίο επιχειρήθηκε η μεγαλύτερη-διεθνώς-έκθεσή της. Εδώ, σε ένα έργο βασισμένο σε αυτοβιογραφικό υλικό άλλου, διαβλέπουμε την πλέον προσωπική της δουλειά: το πορτραίτο του συγγραφέα ως νεαρού αγοριού (και μια ιστορία ιδωμένη μέσα από τα μάτια του τελευταίου, μακάρι μόνο να συνιστούσε και μια πιο εμπνευσμένη διαχείριση του υποκειμενικού βλέμματος) που ντουμπλάρεται κι απ’ όλα όσα αντανακλούν τις επιρροές που την διαμορφώνουν ως σκηνοθέτη.

Όπως ο Οζ, έτσι κι η Πόρτμαν γεννήθηκε στο Ισραήλ, περιτριγυρισμένη από τις οικογενειακές ιστορίες του παρελθόντος των εμιγκρέδων γονιών της και με τούτο το – γυρισμένο εξ ολοκλήρου στα εβραϊκά – φιλμ, αποδεικνύει το πως τέτοιου είδους στοιχεία καθορίζουν την καλλιτεχνική ταυτότητα κάποιου και συγκεκριμένα του Οζ, αν και – κάλλιστα – μπορούμε να υποπτευθούμε την σύνδεση και της ίδιας με αυτό το υλικό. Σαν παιδί, ο Άμος (τον υποδύεται ο μικρός Αμίρ Τέσλερ) δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τον εαυτό του να γίνεται συγγραφέας ˙ αυτό το λειτούργημα το ασκούσε ο – υπερβολικά σοβαρός – πατέρας του (τον ερμηνεύει-στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση-ο γνωστός ισραηλινός τραγουδοποιός, Γκιλάντ Καχάνα). «Δεν είμαι ευαίσθητος», επιμένει ο Άμος, ισχυριζόμενος πως είναι περισσότερο φτιαγμένος για τη δουλειά του αγρότη. Μερικές φορές, ωστόσο, δεν είναι στο χέρι μας να αποφασίζουμε κάποια πράγματα για τον εαυτό μας. Στην τέχνη, ορισμένα συναισθήματα σε πνίγουν, αναζητώντας διέξοδο (και αποκαλύπτοντας την ανάγκη) να εκφραστούν.

Η μητέρα του Οζ αυτοκτόνησε σε ηλικία 38 ετών. Η τραγωδία αυτή αλλάζει για πάντα την ζωή του. Εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία και την λόγια κοινότητα, προσχωρεί σε αγωνιστικό κιμπούτς (αγροτική κολεκτίβα), αλλάζει όνομα. Παντρεύεται, κάνει παιδιά, γίνεται συγγραφέας και ενεργό μέλος της πολιτικής ζωής του Ισραήλ. Η Φάνια Κλάουσνερ μεγάλωσε σε μια Πολωνική πόλη που σήμερα ανήκει στην Ουκρανία. Τα παιδικά της χρόνια ήταν φτιαγμένα με λέξεις όπως πολυέλαιοι, υπηρέτες, μυστήριο, ρομαντική μελαγχολία.

Καθώς ο αντισημιτισμός εξαπλωνόταν στην Ευρώπη, εκείνη ονειρευόταν το Ισραήλ σαν Γη της Επαγγελίας, κατοικημένη από ποιητές, εργάτες, επαναστάτες, γεννημένους για τους αγρούς και τα πεδία της μάχης, αλλά επίσης συναισθηματικούς και λόγιους. Μετά τη φυγή της ίδιας και της οικογένειάς της για την Παλαιστίνη, πίσω στο πολωνικό δάσος Σοσένκι, εκεί όπου εκείνη και οι αδελφές της λάτρευαν κάποτε να μαζεύουν μανιτάρια και μούρα… και να κοιμούνται σε υπνόσακους στην όχθη του ποταμού κάτω από τ’ αστέρια, Γερμανοί, Λιθουανοί και Ουκρανοί άνοιξαν πυρ με οπλοπολυβόλα και σκότωσαν 23.000 Εβραίους μέσα σε δύο μέρες. Σκότωσαν σχεδόν όποιον ήξερε ποτέ η μητέρα του…

Μπορεί ο Άμος να είναι ο κεντρικός χαρακτήρας του φιλμ, ωστόσο το ενδιαφέρον εστιάζεται γύρω από τους γονείς του τελευταίου. Ο γάμος τους είναι παράξενος, δίχως αγάπη, το είδος εκείνο στο οποίο η Φάνια δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τον εαυτό της. Ρομαντική, μεγαλωμένη σε ένα προνομιακό περιβάλλον, πιστεύοντας πως η ζωή της θα μοιάζει μια μέρα με τους τόνους λογοτεχνίας που καταβρόχθιζε, καταλήγει να παντρευτεί έναν δευτεροκλασάτο συγγραφέα. Μέσα από σύντομα, φανταστικά ιντερλούδια, βλέπουμε τον ιδανικό σύντροφο που θα επιθυμούσε η ίδια: ένα όμορφο, καλοφτιαγμένο παλληκάρι, τον …«σκαπανέα» (the pioneer), που δεν θα μπορούσε να ‘ναι περισσότερο διαφορετικός από κείνον που παντρεύτηκε.

Άλλες φορές, η ίδια ψυχαγωγεί τον μικρό Άμος με ιστορίες από την ζωή στην παλιά πατρίδα (που θυμίζουν… «ξόμπλι» από χρυσοποίκιλτο κέντημα) ή και μ’ άλλες που δεν συνιστούν παρά αποκύημα της φαντασίας της – και που η κατάληξή τους είναι πάντα τραγική, γεμάτη ανείπωτη θλίψη που την σκεπάζει το βάρος των λανθασμένων επιλογών. Η Πόρτμαν δραματοποιεί αυτές τις ιστορίες, εισάγοντάς τες στην – πιο άμεση – ανασύσταση της παιδικής ηλικίας του Οζ, την εποχή που η Ιερουσαλήμ βρισκόταν ακόμη υπό βρετανική κυριαρχία, παρουσιάζοντας τη βία και τις συγκρούσεις που ακολούθησαν την ανεξαρτητοποίησή της, θέτοντας τις βάσεις για την αναταραχή που εξακολουθεί να πλήττει την περιοχή μέχρι και σήμερα. Όλοι ήθελαν να πιστεύουν πως το εβραϊκό κράτος στεκόταν ακριβώς μπροστά στην… Πύλη. Κι η Φάνια Κλάουσνερ πίστευε πως δεν υπάρχει τέτοια Πύλη, πάρα μόνο… Άβυσσος.

Η αλήθεια είναι πως συνέβησαν πολλά-στο πέρασμα του χρόνου-στην (καταρρακωμένη από τους πολέμους) πόλη. Καταστράφηκε, ανοικοδομήθηκε, ξανά καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε. Ο ένας μετά τον άλλον, οι διάφοροι κατακτητές βασίλευαν για λίγο καιρό, άφηναν πίσω τους μερικούς τοίχους, μερικούς πύργους, μερικές ρωγμές στις πέτρες, και μετά εξαφανίζονταν, όπως η πρωινή ομίχλη στις πλαγιές των λόφων. Κατά τον Οζ, είναι …«μια μαύρη χήρα, που καταβροχθίζει τους εραστές που βρίσκονται ακόμη μέσα της». Ιερουσαλήμ, 1945-υπό βρετανική διοίκηση: απαγορεύσεις κυκλοφορίας, εξεγέρσεις, σιγουριά δεν υπάρχει για τίποτα. Ένα νέο πογκρόμ ή μια προδοσία των Βρετανών μπορεί να συμβεί από στιγμή σε στιγμή. Φήμες πως ο Μπεν Γκουριόν έχει συμφωνήσει με τον βασιλιά Αμπντάλα να πουλήσει την πόλη, έτσι ώστε να μπορέσει να κρατήσει τα κιμπούτς του. Δεν τον νοιάζει αν θα τους σφάξουν ή θα τους κάψουν όλους.

Πώς, λοιπόν, τα παιδιά των εβραίων θα πολεμήσουν για μια τέτοια… συνωμοσία; Το Νοέμβρη του 1947, στη λίμνη Σαξές -κοντά στη Νέα Υόρκη-ο ΟΗΕ ψηφίζει πάνω στην υιοθέτηση της πρότασης της UNSCOP να δημιουργηθούν δύο κράτη, εκτός βρετανικής κυριαρχίας, ένα εβραϊκό και ένα αραβικό. Διαφωνούν το ισλαμικό μπλοκ και η Βρετανία. Θέλουν ένα αραβικό κράτος υπό βρετανική προστασία, όπως η Αίγυπτος, η Ιορδανία και το Ιράκ. Η «Λίμνη της Επιτυχίας» (Success Lake) είναι το αντίθετο της… «Θάλασσας των Δακρύων», που συμβόλιζε την τύχη του εβραϊκού λαού κατά τον ποιητή Μπιάλικ. Το ψήφισμα εγκρίνει την πρόταση. Και μαζί του, ανοίγει και οι ασκός του Αιόλου. Ο πόλεμος διεισδύει στα σπίτια. Η ζωή μετατρέπεται σε μερίδες φαγητού, σε αμμόσακους, σε πένθος…

Το υπόγειο διαμέρισμα της οικογένειας του ήρωα μετατρέπεται σε καταφύγιο απ’ τους βομβαρδισμούς για τους ενοίκους των από πάνω διαμερισμάτων. Όταν μια φίλη της μητέρας του σκοτώνεται (από ελεύθερο σκοπευτή), όταν η πραγματική τραγωδία προσγειώνεται δίπλα (και μέσα) στις σελίδες των μυθιστορημάτων της τελευταίας, ο πόνος δεν θα χει τίποτα το ρομαντικό. Όταν οι Βρετανοί αποχωρήσουν και τα σύμφωνα ανακωχής με τις γειτονικές χώρες σταδιακά υπογραφούν, όταν η … (απίθανη) Πράσινη Γραμμή της δημιουργίας του νέου, ανεξάρτητου κράτους χαραχθεί γύρω από το Ισραήλ, μαζί της θα σβήσουν και χιλιάδες χρόνια εβραϊκής λαχτάρας για μια πατρίδα δική τους. Ίσως η μητέρα του να ήταν από κείνους που αισθάνθηκαν την απώλεια αυτού του πάθους, αυτού του ονείρου, γιατί ξαφνικά… σταματάει να διηγείται τις ιστορίες της. Ένας τρομερός φόβος για το μέλλον, μια αόριστη απειλή αρχίζει να παίρνει μορφή στα μάτια του μικρού ήρωα. Οι ημικρανίες της τελευταίας παραχωρούν τη θέση τους στην αϋπνία. «Τιμωρεί τον εαυτό της, μόνο και μόνο για να με τιμωρήσει», του λέει ο πατέρας του.

Στις ζωές των ανθρώπων και στις ζωές των εθνών, οι χειρότερες συγκρούσεις ξεσπούν μεταξύ δύο κυνηγημένων λαών. Μόνο στη φαντασία μπορούν να ενωθούν με αλληλεγγύη και να αγωνιστούν μαζί ενάντια στον αδίστακτο, κοινό τους δυνάστη. Στην πραγματικότητα, δύο παιδιά με τον ίδιο βάναυσο πατέρα δεν θα είναι απαραίτητα και σύμμαχοι. Συχνά το ένα βλέπει στο άλλο το απειλητικό πρόσωπο του πατέρα τους. Η Ευρώπη κακομεταχειρίστηκε τους Άραβες, ταπεινώνοντάς τους με την αποικιοκρατία κι ήταν η ίδια που κατεδίωξε και εκμηδένισε τους Εβραίους … Όμως, οι Άραβες έβλεπαν τους Εβραίους ως ένα αλαζονικό νέο παρακλάδι της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και εκμετάλλευσης κι οι τελευταίοι, επίσης, δεν θεωρούσαν τους πρώτους αδέλφια στις όποιες αντιξοότητες, αλλά ως αντισημίτες, μεταμφιεσμένους σε… Ναζί.

Ενώ το ιστορικό πλαίσιο λειτουργεί περισσότερο ως φόντο για να ξεδιπλωθεί η οικογενειακή ιστορία, η ανεκδοτολογική ματιά στο παρελθόν του Ισραήλ παρουσιάζει το δικό της ενδιαφέρον. Συχνά-πυκνά, οι ταινίες του είδους (ένθεν και ένθεν) επικεντρώνονται στη σύγκρουση μεταξύ των δύο πολιτισμών (εβραϊκού και αραβικού) και όχι στην αληθινή ζωή όπως αυτή βιώνεται ˙ στην αγωνία, δηλαδή, της αναζήτησης μιας καθημερινότητας ανάμεσα σε πυροβολισμούς και εκρήξεις. Ως ιστορία ενηλικίωσης, το φιλμ δεν διαθέτει την ζωντάνια της λεπτομέρειας και την σπίθα του αριστουργηματικού «Intimate Grammar» (Hadikduk HaPnimi, 2010) του Νιρ Μπέργκμαν (βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Νταβίντ Γκρόσμαν) καθώς επιλέγει μια πιο ζοφερή απεικόνιση της ζωής στην Ιερουσαλήμ, η (σχεδόν) μονοχρωματική παλέτα της οποίας ωθείται προς το βαρύ, θλιβερό μπλε (ή μπλε-γκρίζο) άκρο του φωτογραφικού φάσματος.

Σε αντίθεση με το φιλμ του Μπέργκμαν, όπου υπάρχει η ευφυής αλληγορία ενός – επίσης μικρού – πρωταγωνιστή που μοιάζει να προσκρούει πάνω σε ένα προ-εφηβικό «τείχος» και από τότε σταματά να μεγαλώνει, στην ταινία της Πόρτμαν δεν υπάρχει εξήγηση για το ηλικιακό αμετάβλητο του ήρωα. Για περισσότερο απ’ το ήμισυ μιας δεκαετίας, ερμηνεύεται απ’ τον – διαθέτοντα μεγάλα, εντυπωσιακά μάτια, αλλά και κάπως… ξύλινο – Τέσλερ, πιθανότητα για λόγους «συνέχειας». Ακολούθως, κάνοντας άλμα- σχεδόν – δεκαετίας από τη στιγμή που εκείνος φεύγει για να ενταχθεί στο κιμπούτς, τον παρουσιάζει ως νεαρό άντρα εκπληκτικής ομοιότητας με το μικρό αγόρι.

Απ’ την άλλη, η συμπεριφορά και η διάθεση του χαρακτήρα της Πόρτμαν αλλάζουν ριζικά στην εξέλιξη του έργου. Στη διάρκεια των τελευταίων ετών βλέπουμε τη ζωντάνια, την ενάργεια και τη λάμψη της να ξεθωριάζουν μέσα στη μοναξιά και την απελπισία, λες κι οι στάχτες που σιγοκαίνε μέσα της αργούν βασανιστικά να σβήσουν. Δίχως στοργή από τον άντρα της και εισπράττοντας ξεκάθαρη εχθρότητα από την πεθερά της, η Φάνια βλέπει τον Άμος ως μοναδικό (πλέον) λόγο για να ζει. Πλημμυρίζει με την αγάπη της το παιδί, κουλουριάζεται δίπλα του στο κρεβάτι διηγούμενη τις ιστορίες της (ή μάλλον, δίνοντάς του κατευθύνσεις που θα του χρησιμεύσουν αργότερα όταν ο ίδιος αρχίσει να επινοεί τις δικές του). Αν επιλέξει ποτέ να πει ψέματα για κάποιον, τον παροτρύνει να θυμηθεί να υπάρξει γενναιόδωρος.

Ο Οζ μοιάζει να ακολουθεί τούτη τη συμβουλή κατά κράτος (κουβαλώντας την στην καρδιά του) στον ευλαβικό τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει πολύ αργότερα την Φάνια, όντας ο ίδιος σε τέτοια προχωρημένη ηλικία που θα μπορούσε να είναι πατέρας της. Κι ενώ τα δεινά της τελευταίας – κάλλιστα – θα μπορούσαν να τον έχουν οδηγήσει στην ψυχανάλυση, σε τούτη (τουλάχιστον) την αφήγηση αποτελούν πηγή έμπνευσης για τον ίδιο (προφανώς και για την Πόρτμαν, που ήταν τόσο αποφασισμένη να την ερμηνεύσει).

Αν ο στοχασμός του Οζ πάνω στην υπόσταση, την εξέλιξη της οντότητας και την πορεία του Ισραήλ βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του συγγραφικού του έργου με τρόπο συναρπαστικό, το φιλμ της Πόρτμαν δεν πασχίζει αναλόγως για να τον αναδείξει. Συναντά τον ήρωα να αναμοχλεύει (ως ηλικιωμένος αφηγητής) το θυελλώδες παρελθόν των προσφύγων (από την Ευρώπη) γονιών του και τον προβληματικό τους γάμο, προϊόν αμοιβαίων υποχωρήσεων και κοινωνικού συμβιβασμού. Ο μικρός Άμος μεγαλώνει σε ένα στενό, ψυχρό διαμέρισμα, περιτριγυρισμένος από βιβλία σε δεκάδες γλώσσες και συγγενείς που μιλούν άλλες τόσες. Η μητρική φιγούρα (που ερμηνεύεται συγκρατημένα από την σκηνοθέτρια) – εκείνη μιας βαριεστημένης νοικοκυράς, οι ελπίδες της οποίας για μια καινούργια ζωή στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ ουδέποτε ευδοκίμησαν – είναι αυτή που θα στιγματίσει το αφηγηματικό του ταλέντο.

Η ίδια είναι και η πηγή για τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες που ξεπροβάλλουν στο συγγραφικό του έργο. Εκείνη, που δεν στηρίχτηκε σε κανένα βήμα απ’ τον απόμακρο άντρα της, τον απορροφημένο απ’ τη δουλειά και τις ατομικές του επιδιώξεις. Όταν ο τελευταίος ανακοινώνει με περηφάνια στη γυναίκα του την ένταξή του στην εθνική φρουρά, η υποτονική της αντίδραση μαρτυρά πολλά για την κρίση εθνικής ταυτότητας που μαστίζει τους πολίτες του Ισραήλ μέχρι και σήμερα.

Δυστυχώς, αυτές οι σκηνές έρχονται σε δεύτερη μοίρα συγκρινόμενες με τις σεκάνς της παιδικής ζωής του Οζ (τα παιχνίδια και τις δύσκολες συνευρέσεις με τους συνομήλικους ή το «θάψιμο» με την οικογένειά του στα υπόγεια, στη διάρκεια του Πολέμου των Έξι Ημερών). Κι ενώ τούτα τα γεγονότα απελευθερώνουν την ορμητική και «ποιητική» φύση των αναμνήσεων του Οζ, εν τούτοις ποτέ δεν συγχωνεύονται (και δεν συντονίζονται σκηνοθετικά) σε ένα συναρπαστικό ταξίδι που να αποκτά συνοχή και ομοιομορφία. Η βαριά αφήγηση δεν κερδίζει πόντους από το σφυρηλατημένο αλλά ανέμπνευστο …«γκρίζο» που κουβαλούν οι σκηνές. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο – που δεν κατορθώνει να αναδείξει η μέτρια σκηνοθετική προσέγγιση της Πόρτμαν – είναι η μετάβαση (και ο τρόπος που αυτή συντελέστηκε) από τον ιδεαλισμό των γονιών του Οζ στην δική του, πραγματιστική αντίληψη για το μέλλον της χώρας.

Ένα σύντομο μπόλιασμα με αρχειακό υλικό από την περίοδο του πολέμου και μια φευγαλέα λήψη-στο κλείσιμο-του ίδιου του Οζ, δεν αρκούν για να οδηγήσουν τον θεατή πέρα απ’ το μονοπάτι μιας ευθύγραμμης ανάγνωσης της ιστορίας. Στο μεγαλύτερο μέρος, το φιλμ πάσχει από αδυναμία να μετατρέψει το δύσκολο και ζοφερό του θέμα σε κινηματογραφική φόρμουλα. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες στιγμές, στις οποίες η Πόρτμαν δείχνει να διαθέτει σκηνοθετική ικανότητα – ένα μυστηριώδες σετ εναρκτήριων πλάνων που εκπέμπουν (και σηματοδοτούν) λυρική νοσταλγία και η (προτελευταία) εικόνα ενός κιμπούτς στο ηλιοβασίλεμα, μαρτυρούν ένα ζυγιασμένο βλέμμα πίσω απ’ την κάμερα. Όμως, καθώς η ιδεαλιστική θεώρηση της (ισραηλίτικης) ζωής που ενσταλάζει στα κατάβαθα της μητέρας του Οζ έρχεται στο προσκήνιο και αποκρυσταλλώνεται, η απλή σκηνοθετική διεκπεραίωση δεν επαρκεί. Εδώ χρειάζεται Κινηματογραφικό Όραμα…

Τo να θυμάσαι, είναι σαν να προσπαθείς να ανοικοδομήσεις ένα κτίριο με πέτρες από τα χαλάσματά του. Κι οι πέτρες έχουν μνήμη. Γη-άνθρωπος-αίμα-κόκκινο-σιωπή. Η ετυμολογική σύνδεση των λέξεων. Η εβραϊκή λέξη για την ατεκνία σχετίζεται με τη λέξη για το σκοτάδι, κι εκείνη-με τη σειρά της-έχει σχέση με το «ξεχνάω». Έλλειψη μνήμης. Έλλειψη παιδιών. Έλλειψη φωτός. Τι θαύμα αυτός ο (σαν μικρό κουνουπίδι) ανθρώπινος εγκέφαλος να μπορεί να συγκρατεί τον ουρανό και τη γη, τον ήλιο κι όλα τ’ αστέρια, τις ιδέες του Πλάτωνα, τη μουσική του Μπετόβεν και τα έργα του Τσέχωφ. Όλους τους δεινόσαυρους και τις φάλαινες, τις ελπίδες και τα πάθη, τα λάθη και τις φαντασιώσεις και ότι αυτά σημαίνουν. Μπορείς να βρεις την κόλαση και τον παράδεισο σε κάθε δωμάτιο. Ένα μικρό κακό και οι άνθρωποι εξαπολύουν την κόλαση ο ένας στον άλλο. Λίγη συμπόνια, λίγη γενναιοδωρία και οι άνθρωποι βρίσκουν τον παράδεισο ο ένας στον άλλο.

Αναμνήσεις : ο νοικάρης αξιωματικός – πίσω στην Πολωνία – που έλεγε τη μάνα του ήρωα «Τσιγκάνκα» (δηλ. Τσιγγάνα) και της υποσχόταν πως θα την περίμενε να μεγαλώσει για να την παντρευτεί. Και που μια μέρα…. αυτοκτόνησε, δίχως να γνωρίζει πως εκείνη τον παρακολουθεί κρυφά. Κανείς δεν ξέρει τίποτα, για κανέναν. Ούτε καν για τον άνθρωπο που παντρεύεται. Ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό. Κι αν μερικές φορές φανταστεί ότι ξέρει κάτι, τότε είναι ακόμη χειρότερα. Είναι καλύτερα να ζεις χωρίς να ξέρεις τίποτα, παρά να ζεις ένα λάθος. «Περισσότερο απ’ οτιδήποτε, αγαπώ την αθωότητά σου», λέει στον μικρό Άμος η μητέρα του, προβλέποντας πως η τελευταία δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ. «Νομίζω πως θα μεγαλώσεις και θα γίνεις ένας άντρας ανοικτός κι ενθουσιώδης-όπως ο πατέρας σου- αλλά κι ένας άνθρωπος ήσυχος, κλειστός και γεμάτος… όπως ένα χωριό στην έρημο».

Η Φάνια Κλάουσνερ μεγάλωσε σε έναν αιθέριο πολιτισμό ομιχλώδους ομορφιάς, τα φτερά του οποίου τσακίστηκαν πάνω στην καυτή έρημο της Ιερουσαλήμ. Η – πάλαι ποτέ – ρομαντική μαθήτρια της πολωνικής εξοχής βρέθηκε αντιμέτωπη με τον καύσωνα, την ανέχεια και τη βία, τις ημικρανίες και τις ουρές των συσσιτίων. Η υπόσχεση της παιδικής της ηλικίας ποδοπατήθηκε και γελοιοποιήθηκε από τη μονοτονία της ίδιας της ζωής. Κι όταν η ζωή δεν εκπληρώνει τις υποσχέσεις της νιότης, τότε ο άνθρωπος αρχινά να οραματίζεται τον Θάνατο. Ως έναν προστατευτικό, καταπραϋντικό Εραστή. Η εκδοχή του γιού στην ιστορία της μάνας θα είχε τελείως διαφορετικό τέλος – αν ήταν στο χέρι του. Αλλά, βλέπεις, ήταν η δική της ιστορία.

Λίγα χρόνια μετά το θάνατό της, ο ήρωας αφήνει πίσω τον πατέρα του και την Ιερουσαλήμ, αλλάζει το όνομά του και προσχωρεί οικειοθελώς στο κιμπούτς, πραγματοποιώντας το όνειρο Εκείνης : … «γάλα και μέλι κάνουν την έρημο να ανθίζει». Σκαπανεύς! Μαθαίνει μόνος του να οδηγεί τρακτέρ, να τοποθετεί αρδευτικούς σωλήνες, να βρίσκει στόχο μ’ ένα Τσέχικο τουφέκι. Δεν κατορθώνει, όμως, να αλλάξει αυτό που – βαθιά μέσα του – εξακολουθεί να είναι ο ίδιος. Ακόμα κι αν το δέρμα του είναι ηλιοκαμένο, το εσωτερικό του παραμένει … λευκό. Κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις ένα Όνειρο ζωντανό, άρρηκτο, αισιόδοξο. Ένα Όνειρο που έχει εκπληρωθεί, σε απογοητεύει. Η απογοήτευση, άλλωστε, είναι στη Φύση των Ονείρων…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest