Synecdoche, New York

Σκηνοθεσία: Τσάρλι Κάουφμαν

Παίζουν: Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, Σαμάνθα Μόρτον, Έμιλι Γουότσον, Νταιάν Γουίστ, Κάθριν Κίνερ, Τομ Νούναν

Διάρκεια: 124’

Η Συνεκδοχή λέει πάρα πολλά και τα λέει με τέτοια τρομακτική σαφήνεια που δεν χρειάζεται διερμηνείς. Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου κάπου εκεί μέσα (“everyone is everyone“), και αναμφίβολα θα τον αναγνωρίσεις αν κοιτάξεις προσεκτικά, δεν έχεις ανάγκη από χάρτες και κλειδιά. Το μυστήριο είναι η ίδια η ζωή μας, η ύπαρξη. Το ανερμήνευτο του κόσμου κι η αντανάκλασή του στην ανθρώπινη συνείδηση που προσπαθεί να το τακτοποιήσει, να το κατανοήσει και τελικά να το ξεπεράσει βρίσκοντας νόημα εκεί που δεν υπάρχει παρά απουσία νοήματος.

Θέλει μεγάλα κότσια για να διαλέξεις να τα πεις αυτά, με την πρώτη σου κιόλας σκηνοθετική απόπειρα. Τέτοια καλλιτεχνική φιλοδοξία ( ευθέως ανάλογη με του κεντρικού ήρωα που θέλει να δώσει στο θέατρό του, τις διαστάσεις της πραγματικής ζωής, το ίδιο, χαοτικό, μέγεθος!) μοιάζει εκ πρώτης όψεως αλαζονική. Και είναι! Αλλά ποιος είπε ότι η τέχνη οφείλει να είναι μετριοπαθής και να γνωρίζει όρια;

synecdoche 2

Εδώ, το πρώτο πολιτισμικό σοκ, σου το προκαλεί η ωμή ειλικρίνεια με την οποία αναπαριστώνται (χωρίς φκιασίδια και ωραιοποιήσεις), αρκετές υπαρξιστικές διαπιστώσεις για το ανώφελο της ανθρώπινης κατάστασης. Βλέπεις στα μάτια αυτού του τόσο μεγάλου ηθοποιού, του Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν, την αγωνιώδη προσπάθεια του καλλιτέχνη, όχι μόνο να αποσαφηνίσει, να καταλάβει, να αποφανθεί για το Παράλογο αλλά και να το ομορφύνει, να το κάνει φως, και νιώθεις να σε συντρίβει όλο το βάρος του κόσμου. Η αποτυχία του, είναι η δική σου αποτυχία, είναι η αποτυχία του λογοκρατικού μοντέλου που σφυρηλάτησε τον δυτικό πολιτισμό. Σπάνια έχει αποτυπωθεί σε φιλμ σχολαστικότερη κριτική, της ανθρώπινης ατέλειας.

Η σκηνή είναι ο κόσμος που εγείρεται πάνω στα εύθραυστα θεμέλια ενός πλασματικού ορθολογισμού. Εδώ, δεν πρόκειται για το δράμα του ανθρώπου αλλά για το δράμα της ίδιας της σκέψης. Πώς να αποτυπώσεις την αλήθεια αυτού που δεν μπορείς να συλλάβεις; Πώς να μιλήσεις για τη ζωή, όταν η ίδια η ζωή μοιάζει τόσο ερμητική, ακατανόητη, σκοτεινή; Πώς να δώσει απαντήσεις η τέχνη όταν δεν ξέρει ακριβώς σε τι να απαντήσει; Η αποτυχία του σκεπτόμενου όντος έρχεται μεταγενέστερα. Αποτυγχάνουμε γιατί γεννηθήκαμε να ρωτάμε σε έναν κόσμο που σιωπά.

Synecdoche 3

Ο ποιητής της Συνεκδοχής σπαράζει μαζί με τους ήρωες του, «ματώνει» πλάι τους, αφού τελικά και αυτοί και εμείς σαν θεατές και ο ίδιος που μας συμπλέκει στη διαδικασία της παρακολούθησης, δεν κοιτάμε τελικά παρά σε έναν καθρέφτη το ίδιο το δράμα της ζωής μας. Ο ένας σύμβολο του άλλου, αέναα, σημαίνον και σημαινόμενο ενωμένα αξεδιάλυτα σε έναν κόσμο αντικατοπτρισμών και αντανακλάσεων που προεκτείνονται ως το άπειρο. Μέσα σ’ αυτό το χαοτικό σύμπαν που μάταια αναζητάμε το πρωτότυπο, την αρχή των πραγμάτων, σε θολές πνευματικές αφαιρέσεις όπως η “ψυχή”, η “αλήθεια” και η “ελευθερία”, η τέχνη με όλη την αδυναμία της να παράσχει οριστικές απαντήσεις και την λυτρωτική κάθαρση, μοιάζει η μόνη διέξοδος, η μόνη χειροπιαστή πραγματικότητα.

Γι’ αυτό και ο Κέιντεν, ως σύμβολο, ενσαρκώνει το οικουμενικό αδιέξοδο. Είναι ταυτόχρονα δημιουργός και ηθοποιός. Σκηνοθέτης και σκηνοθετημένος. Φτιάχνει τη ζωή του και η ζωή του φτιάχνει εκείνον. Θέλει να τής δώσει διαστάσεις, να την προεκτείνει, να την νοηματοδοτήσει και αποτυγχάνει παταγωδώς και ως καθοδηγητής και ως καθοδηγούμενος. Από τον θάνατο δεν μπορεί να γλιτώσει, οι “σκηνοθετικές οδηγίες” του λένε ξεκάθαρα πως πρέπει να πεθάνει, όπως όλοι, αλλά δεν το ανέχεται. Πριν φύγει, πριν ολοκληρώσει το ρόλο του, θέλει να αφήσει κάτι πίσω, να γίνει για λίγο θεός, κάτι που όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν, λίγο ως πολύ, είτε κάνοντας ένα παιδί είτε γράφοντας ένα βιβλίο.

Η ιδέα του θανάτου του κόβει τα πόδια, η προσωπική αποτυχία τον εξαντλεί αλλά η ελπίδα της αιωνιότητας τον αναστηλώνει και η προοπτική μιας ολοκλήρωσης μέσω της δημιουργίας τον γοητεύει. Θέλει να νιώσει πως κάτι βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του, σ’ αυτό τον κόσμο που όλα δραπετεύουν μέσα από τα χέρια μας. Κι αν δεν μπορεί να επιβληθεί στη ζωή που διαρκώς τον προσπερνάει, ας επιβληθεί στην τέχνη. Στο δημιούργημά του. Αλλά κι αυτό θα του ξεγλιστρήσει, οι ρόλοι θα αρχίσουν να αποκτούν αυτονομία, οι συνειδήσεις θα εξεγερθούν, η “ελεύθερη βούληση” θα έρθει να αποτελειώσει την καταστροφή που ξεκίνησε η αδυναμία του να αποφασίσει, τι ακριβώς θα πραγματεύεται το έργο του.

Synecdoche 4

Ο Θεός και ο άνθρωπος. Οι δύο όψεις της ήττας. Από τη μία το πλάνο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, δεν αποκτά συνοχή, δεν κατευθύνεται πουθενά και από την άλλη η ανικανότητα να πεις ό,τι ο Θεός άφησε επίτηδες ανείπωτο, κατά τη γνωστή ρήση. Ο άνθρωπος είναι ήδη μια τραγική οντότητα, αλλά ο “καλλιτεχνίζων” άνθρωπος είναι μια ακόμα μεγαλύτερη δυστυχία επί της γης. Το δημιουργικό αδιέξοδο του κεντρικού του ήρωα (σε μια ταινία όπου και ο πιο, φαινομενικά, ασήμαντος ρόλος έχει ιδιαίτερη δυναμική και κρίσιμη σημασία για την τελική απόδοση της γενικής εικόνας, όπως και στη ζωή), δεν είναι παρά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του υπαρξιακού αδιεξόδου. Στο πρόσωπο του Κέιντεν ενσαρκώνεται η ίδια η μεταφυσική αναζήτηση του Θεού. Αποδεχτήκαμε ότι τίποτα δεν έχει σκοπό, αλλά αποφασίσαμε να δώσουμε εμείς σκοπό στον κόσμο.

Με αυτή τη λογική, η Συνεκδοχή είναι ίσως η πιο μοντέρνα ταινία που μάς έδωσε ο αμερικανικός κινηματογράφος την τελευταία δεκαετία. Μια απερίφραστη απόρριψη του -δήθεν ευρισκόμενου στα πράγματα- νοήματος που αντί να μάς καλοπιάσει, παρουσιάζοντας την ανθρώπινη πραγματικότητα δομημένη πάνω στη σχέση αίτιου-αιτιατού (η αριστοτελική αιτιοκρατία βρίσκει το κινηματογραφικό αντίστοιχο της στο κλασσικό χολιγουντιανό μοντέλο αφήγησης που το κάθε πλάνο προκύπτει σαν λογικό αποτέλεσμα του προηγούμενου), προτιμά να μας βυθίσει στο σύγχρονο (και εσωτερικό) χάος που αποκάλυψε η ψυχανάλυση, ο ιρασιοναλισμός και η μοντέρνα τέχνη. Η παρωχημένη, ιδεαλιστική εικόνα του κόσμου σαν αυτορυθμιζόμενου συστήματος αντιθέσεων που διαλεκτικά οδηγούν στο συνεκτικό, το συμπαγές, το “Καλό”, αποδομείται εδώ τόσο νοηματικά όσο και στυλιστικά, με το υποσυνείδητο του κεντρικού ήρωα να αναλαμβάνει την παρουσίαση των γεγονότων μέσα από τις αντινομίες μιας ατέρμονης παλινδρόμησης μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αλήθειας και ψευδαίσθησης, εναργούς συνειδητότητας και ονείρου.

Οι ηθοποιοί επιστρατεύονται, καλούνται να εξορύξουν μέσα από τα τρίσβαθα της ψυχής τους μια, ποιος ξέρει πόσο οδυνηρή, αλήθεια, να δώσουν τον εαυτό τους, αφτιασίδωτο, ωμό, πραγματικό μέχρι το μεδούλι και καταλήγουν να παίρνουν σκηνοθετικές οδηγίες για το τι σκέφτονται και τι νιώθουν. Μόνο ο συγγραφέας ξέρει ποιοι είναι. Μόνο αυτός μπορεί να τους φέρει σε επαφή με την εσώτερη, απρόσιτη στους ίδιους, αλήθεια. Θα φτάσει στο σημείο να δίνει οδηγίες στον εαυτό του μέχρι να παραχωρήσει ακόμα και την ίδια τη θέση του ταλαιπωρημένου Εγώ του σε κάποιον άλλο. Κουρασμένος να διευθύνει και να καθοδηγεί, απολιθωμένος, άδειος από συναισθήματα και ιδέες θα ζητήσει να γίνει άλλος για να συνεχίσει να ζει.

Synecdoche 6

Η δυστυχία του σκηνοθέτη γίνεται η δυστυχία του θεατή, και οι δυο ενωμένοι στον αιώνιο χορό της πικρής παραίτησης. Αλλά ο δημιουργός, έτσι όπως παρουσιάζεται στη Συνεκδοχή, δεν γίνεται αντικείμενο χλεύης για την αθεράπευτη ματαιοδοξία του, που είναι τελικά η ματαιοδοξία του ανθρώπου γενικά, γιατί ποιος δεν αισθάνεται πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης της ζωής του; Όσο περισσότερο υποφέρει, όσο πιο πολύ συντρίβεται από την επίγνωση της ματαιότητας, τόσο πιο ηρωικός μοιάζει. Γιατί επιμένει, μέχρι το τέλος, και αδιάφορος προς το ίδιο το γεγονός της επικείμενης και αναπόφευκτης πτώσης, να λέει “τώρα το βρήκα”, “τώρα ξέρω πως γίνεται”, εννοώντας την τέχνη ή μήπως τελικά την ίδια τη ζωή; Everything has been figured out, except how to live, έλεγε ο Σαρτρ. Απόηχοι της υπαρξιστικής φιλοσοφίας στοιχειώνουν τη Συνεκδοχή από άκρη ως άκρη.

Synecdoche 7

Βλέπεις, η Συνεκδοχή σκοπεύει στη συμφιλίωση με την ιδέα της φθοράς και του θανάτου, με την αποδοχή της μικρότητας σου και του διπλανού σου, που θα τον νιώσεις τελικά στην αλήθεια του μόνο όταν δεις μέσα του, τον εαυτό σου. Και οποιαδήποτε ταινία επιστρατεύει τόσο ταλέντο (πέρα από το αδιαμφισβήτητο του Κάουφμαν, αυτό των εκπληκτικών ηθοποιών του- εκτός από τον σπαρακτικό Χόφμαν, οι εξαιρετικές Σαμάνθα Μόρτον, Έμιλι Γουότσον, Νταιάν Γουίστ, Κάθριν Κίνερ, ο ανατριχιαστικός Τομ Νούναν σαν “υπερεγώ” του Κέιντεν, όλο το καστ παραδίδει μαθήματα υποκριτικής – που σταλάζουν αίμα και θέρμη στους «ψυχρούς», εγκεφαλικούς μαιάνδρους αυτού του τόσο περίπλοκου σεναρίου) για να σε φέρει πρόσωπο με πρόσωπο, με τη φθαρτή υπόσταση σου. Χωρίς εξιδανικεύσεις, ιδεαλιστικά δεκανίκια και εκβιαστική αισιοδοξία, αξίζει τουλάχιστον τον θαυμασμό σου. Αν όχι και την αγάπη σου.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑