Sunset Boulevard

Σκηνοθεσία: Μπίλι Γουάιλντερ

Παίζουν: Γκλόρια Σουάνσον, Γουίλιαμ Χόλντεν, Έριχ φον Στροχάιμ

Διάρκεια: 110′

Το Sunset Boulevard είναι ένα ατελείωτο κυνήγι φαντασμάτων, σε έναν κόσμο φτιαγμένο για να υπηρετεί ψευδαισθήσεις μεγαλείου και τσακισμένα όνειρα. Βυθισμένη σε μια συνθήκη δειλινού και απομάγευσης, η ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ γραπώνει το τώρα πάνω στον βηματισμό και, αντί να το μοστράρει φόρα παρτίδα, το μεταμφιέζει σε αντίλαλο μιας ξεθωριασμένης ανάμνησης. Σαν έναν μακρινό απόηχο μιας έκρηξης που δεν έχει ακόμη ακουστεί.

Στο Sunset Boulevard η καταγραφή της Ιστορίας (εν προκειμένω του σινεμά γενικότερα και του Χόλιγουντ ειδικότερα) είναι γεμάτη αγκυλώσεις και διακλαδώσεις, παραμορφωτικούς καθρέφτες και ναρκοπέδια. Και το βασικότερο όλων, η απομυθοποίηση είναι μια διαδικασία ατέρμονη και ζωντανή, που δεν περιορίζεται στον αρχικό μύθο. Κανείς δεν είναι στο απυρόβλητο και τα πάντα επαναπροσδιορίζονται ξανά και ξανά ωσότου έχουν πια εξαϋλωθεί στη δίνη του χρόνου, που σκορπά τα πάντα χωρίς μετάνοιες και δισταγμούς.

Σε μια εναρκτήρια σκηνή αρχετυπικού νουάρ φαταλισμού (με ειρωνεία κοφτερή σαν λεπίδι και ένα υποβρύχιο πλάνο σπάνιας ομορφιάς), βλέπουμε ένα πτώμα να επιπλέει σε μια πισίνα, περικυκλωμένο από το γνωστό πολύβουο πλήθος από αστυνομικούς και ρεπόρτερ. Ο νεκρός παίρνει τον λόγο, ξεδιπλώνοντας ένα flashback που αναπλάθει βήμα προς βήμα την αναπόδραστη μοίρα που τον έφερε μπρούμυτα στο νερό.

Το ριζικό του ήταν γραμμένη με ολόμαυρη μελάνη, αλλά κατά βάθος δεν ήταν τόσο πλανεμένος όσο παριστάνει. Όταν ο Τζο Γκίλις (Γουίλιαμ Χόλντεν), ένας εμφανίσιμος νεαρός σεναριογράφος του Χόλιγουντ που βαδίζει από τη μια επαγγελματική φαλκονέρα στην επόμενη, τρύπωσε σε αυτή την έπαυλη για να ξεφύγει από τους δανειστές του, σίγουρα ψυχανεμίστηκε ότι ξεκινά μια ιστορία από εκείνες που σπανίως τελειώνουν με ηλιοβασίλεμα.

Η πολυτελής αυτή έπαυλη, κρυμμένη και αόρατη παρότι σε κοινή θέα, είναι ένα μαυσωλείο περασμένων μεγαλείων. Ένας τόπος σχεδόν επινοημένος, σαν μια εσοχή στην πραγματικότητα, όπου ο χρόνος παγώνει και το ένδοξο παρελθόν θριαμβεύει ξανά και ξανά, σε μια λούπα θλίψης και αμηχανίας. Η Νόρμα Ντέσμοντ (Γκλόρια Σουάνσον), αλλοτινό υπέρλαμπρο αστέρι της εποχής του βωβού κινηματογράφου, έχει πλέον βρεθεί στα αζήτητα. Μπερδεύοντας τη ναφθαλίνη για αστερόσκονη, η Νόρμα φαντασιώνεται ένα come back που θα στρέψει και πάλι όλους τους προβολείς πάνω της. Τα χειροκροτήματα ακόμη βουίζουν στο κεφάλι της, τα φλας ακόμη αστράφτουν στα μάτια της, τα κόκκινα χαλιά απλώνονται μπροστά στα πόδια της.

Η πλήρης απαγκίστρωση της Νόρμα από την πραγματικότητα αποτυπώνεται εύγλωττα στο σενάριο που έχει στα σκαριά για τη μεγάλη της επιστροφή στα κινηματογραφικά δρώμενα: μια γερασμένη σταρ του παρελθόντος που ονειρεύεται να ενσαρκώσει τη βιβλική Σαλώμη, ένα μυθικό σύμβολο νεανικής λαγνείας και αποπλάνησης. Η Νόρμα, λοιπόν, προσλαμβάνει τον Τζο ως script editor, προκειμένου να κάνει τα απαραίτητα μερεμέτια στο σενάριό της, στην πραγματικότητά όμως μισθώνει και τις ερωτικές-συναισθηματικές του υπηρεσίες, ασχέτως αν ο ίδιος ψεύδεται συστηματικά στον εαυτό του, προβάλλοντας θεατρινίστικες αντιστάσεις.

Ο αληθινός καταλύτης, όμως, στην ιστορία της Νόρμα και του Τζο είναι ο Μαξ, μια κομβική κορυφή σε ένα σκαληνό τρίγωνο ηθελημένης εξαπάτησης και εκούσιας παραπλάνησης. Ο Έριχ φον Στροχάιμ, μια από τις πιο συναρπαστικές, μυστηριώδεις και πολυσύνθετες φιγούρες σε ολόκληρη τη χολιγουντιανή ιστορία, είναι αυτός που προσδίδει την αληθινή νότα σπαραγμού και ανατριχίλας σε αυτό το παλκοσένικο ξεθωριασμένης λάμψης και απατηλών ονείρων.

Ο Μαξ του φον Στροχάιμ είναι ο κρίσιμος συνδετικός κρίκος που φτιάχνει μια άτυπη γέφυρα ανάμεσα στους οιστριονικούς θεατρινισμούς της Νόρμα και την οριστική διολίσθηση προς την τρέλα, στο μοιραίο φινάλε. Ο Μαξ, άλλοτε σύζυγος της Νόρμα και σκηνοθέτης ξεχασμένων σουξέ από τα glory days της πάλαι ποτέ σταρ, δεν λειτουργεί απλώς ως μαρτυρία και επιβεβαίωση των μυθικών διαστάσεων της Νόρμα, αλλά και ως μια ενσάρκωση της ανθρωποφάγου βαρβαρότητας του αδίστακτου κόσμου του θεάματος. Η λατρεία του Μαξ για τη Νόρμα είναι τόσο καθολική και αδιαπραγμάτευτη, που ο ίδιος αποδέχεται τον ρόλο του μπάτλερ-σοφέρ μόνο και μόνο για να βρίσκεται στο πλευρό της.

Η δουλοπρεπής αφοσίωση του Μαξ, που υπομένει σωρηδόν εξευτελισμούς και υποτιμήσεις παντός τύπου, είναι μια δακρύβρεχτη απόδειξη της πλέον ανιδιοτελούς αγάπης. Ο Μαξ γνωρίζει πολύ καλά πως είναι το τελευταίο σύνορο ανάμεσα στον γκρεμό της αυτογνωσίας με τον οποίο φλερτάρει η Νόρμα και η δική του αναξιοπρεπής αφοσίωση είναι το καύσιμο που επιτρέπει σε μια εύθραυστη ψευδαίσθηση μεγαλείου να συνεχίσει κακήν-κακώς να τσουλάει. Στην πραγματικότητα, η αυτοταπείνωση Μαξ τού επιτρέπει να αναλάβει εκ νέου τον ρόλο του σκηνοθέτη μιας υπέρλαμπρης σταρ, σε μια πιο ευτελή μορφή και δίχως μνεία στο ζενερίκ μιας ταινίας βγαλμένης από τη θλίψη της ζωής και του χρόνου.

Ο Μαξ συντηρεί το γκροτέσκο παραμύθι της Νόρμα, πλαστογραφόντας γράμματα θαυμαστών, απαντώντας σε τηλέφωνα σκηνοθετών που δεν έγιναν ποτέ, εξαϋλώνοντας την πρότερη ταυτότητά του. «Αυτό ήταν το δωμάτιο του συζύγου», θα αναφέρει στον νιόφερτο εραστή, προτιμώντας να θάψει τον εαυτό του, παρά τις οφθαλμαπάτες της Νόρμα. «Υπήρχαν τρεις υποσχόμενοι σκηνοθέτες εκείνη την εποχή, ο Σεσίλ ντε Μιλ, ο Γκρίφιθ και ο Μαξ φον Μέγιερλινγκ», θα συμπληρώσει, κάνοντας μνεία στη χρυσή εποχή του βωβού κινηματογράφου, και αν αντικαταστήσει κανείς το επινοημένο όνομα του Μαξ με το αληθινό του φον Στροχάιμ, θα διαισθανθεί ένα ρίγος δέους να τον διαπερνά. Το Sunset Boulevard δεν αναπλάθει, αποδομεί ή δοξάζει μια συγκλονιστική εποχή, αλλά ζει σε ένα μόνιμο μεταίχμιο ανάμεσα σε μνημειώδεις αλλαγές, σε ένα κενό που δεν διαθέτει δίχτυ ασφαλείας.

Eίναι πραγματικά αμέτρητες οι ταινίες που έχουν ξεψαχνίσει τα σωθικά του ίδιου του σινεμά, αλλά καμία δεν έχει αγγίξει την πολυπλοκότητα των νοημάτων, αλλά και το βάθος του σαρκασμού, που επιτυγχάνει το Sunset Boulevard, το οποίο μοιάζει να πρωταγωνιστεί το ίδιο σε μια ακόμη μεγαλύτερη κλίμακας ταινία που εξελίσσεται ερήμην του. Αρχικά, σε ένα μνημειώδες κλείσιμο του ματιού, σε μια ιδιωτική προβολή που πραγματοποιείται στην έπαυλη της Νόρμα, η ταινία που προβάλλεται είναι το Queen Kelly (1929), στην οποία πρωταγωνιστεί η ίδια η Γκλόρια Σουάνσον και την οποία σκηνοθετεί ο ίδιος ο φον Στροχάιμ!

Μάλιστα, η συγκεκριμένη ταινία ήταν αυτή που σήμανε το τέλος της σκηνοθετικής καριέρας του φον Στροχάιμ, ο οποίος συνήθιζε να επιβάλλει μια τυραννική τελειομανία στο πλατό, τσακωνόταν με παραγωγούς και πρωταγωνιστές (εν προκειμένω και με τη Σουάνσον!), ενώ έβγαινε κατά συρροή εκτός αρχικού προϋπολογισμού. Έκτοτε, ο φον Στροχάιμ ακολούθησε σπουδαία καριέρα ηθοποιού, ενσαρκώνοντας δαιδαλώδεις και ενίοτε σκοτεινές φιγούρες, ενώ σε μια ακόμη θαυμαστή ειρωνεία του Γουάιλντερ, η Σουάνσον διέγραψε μάλλον τελείως αντίθετη πορεία από την ηρωίδα που υποδύεται: πραγματοποίησε επιτυχή μετάβαση στις ομιλούσες ταινίες, εξακολούθησε να προσελκύει τα φώτα της δημοσιότητας ακόμη και μετά την απόσυρσή της από το σινεμά, ενώ υπήρξε επιτυχημένη και εξαιρετικά χειραφετημένη business woman.

Από εκεί και έπειτα, η λίστα με τις αδιανόητες παραπομπές του Sunset Boulevard σε αληθινά πρόσωπα, πραγματικές καταστάσεις, ορατούς και αθέατους μύθους του Χόλιγουντ, είναι πραγματικά εντυπωσιακή και ατελείωτη. Τα ονόματα που ξεστομίζονται κατά ριπάς είναι συχνότατα αληθινά (όπως του θρυλικού παραγωγού Ντάριλ Ζάνουκ). Όταν η Νόρμα επισκέπτεται στον Σεσίλ ντε Μιλ, όχι απλώς συναντά τον πραγματικό σκηνοθέτη που υποδύεται τον εαυτό του, αλλά η συνάντησή του γίνεται εν μέσω γυρισμάτων της ταινίας που όντως σκηνοθετούσε εκείνη την εποχή ο ντε Μιλ (Σαμψών και Δαλιδά, 1949)! Τα «κέρινα ομοιώματα», όπως τα αποκαλεί υποτιμητικά ο νεαρός φαντασμένος σεναριογράφος, με τα οποία παίζει μπριτζ η Νόρμα, είναι διάσημοι αστέρες του βωβού σινεμά, μεταξύ των οποίων δεσπόζει η φιγούρα του μυθικού Μπάστερ Κίτον!

Κι όμως, αν ρίξει κανείς μια προσεκτικότερη ματιά, θα αντιληφθεί μια υπόνοια φάρσας που σιγοκαίει μέσα στον πυρήνα αυτού του επικήδειου για μια εποχή δόξας που άφησε πίσω της απέθαντα κινούμενα αγάλματα. Διότι ο Μπίλι Γουάιλντερ, μέσα από συνεχείς πλάγιες νύξεις και ανεπαίσθητες (αλλά δηλητηριώδεις) υπόνοιες, διατυπώνει μια οδυνηρή και διόλου ρόδινη πραγματικότητα για το εδώ και τώρα της κινηματογραφικής βιομηχανίας των early 50s. Το Χόλιγουντ, εκείνη την εποχή, βρίσκεται αντιμέτωπο με το ξέσπασμα της μακαρθικής υστερίας, με την επέλαση της τηλεόρασης, με συντεχνιακές συγκρούσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις που πλήττουν την παντοδυναμία του.

Αναλογιστείτε πως η Νόρμα μπορεί να είναι μια ξεφτισμένη σταρ που αυταπατάται ότι οι μεγάλοι σκηνοθέτες κάνουν ουρά έξω από την έπαυλή της σαν άλλοι μνηστήρες που λιγουρεύονται να καπαρώσουν το come back που οραματίζεται, αυτό όμως δεν αναιρεί ότι –αν το επιθυμούσε– θα μπορούσε κάλλιστα να χρηματοδοτήσει η ίδια την επιστροφή της. Το Χόλιγουντ απεικονίζεται με ασθενικά χρώματα, κάθιδρο και λαχανιασμένο, ξέπνοο και απαισιόδοξο.

Ο Τζο Γκίλις είναι στα πρόθυρα της απόλυτης επαγγελματικής κατάρρευσης και τρέμει στην ιδέα της επιστροφής σε μια επαρχιακή πόλη και τη δουλειά γραφείου που θα τον περιμένει εκεί για μια ολόκληρη ζωή. Παραγωγοί βρίσκονται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, wannabe στάρλετ που κυνήγησαν το ψεύτικο όνειρο της φήμης αρκούνται σε δευτεροτρίτα πόστα εργασίας, γυρίσματα μεγαλεπήβολων παραγωγών μοιάζουν με υπερωκεάνια που ναυάγησαν σε ξέρες.

Την ίδια στιγμή, η ξεθωριασμένη αίγλη του παρελθόντος εξακολουθεί να επιβιώνει έστω και μέσα από μικρές και αθόρυβες εκλάμψεις. Όπως το γεγονός ότι ακόμη και όλοι εκείνοι που συμπεριφέρονται στη Νόρμα με συγκαταβατική καλοσύνη δεν παύουν να θυμούνται απ’ έξω και ανακατωτά όλους τους τίτλους των ταινιών όπου είχε αφήσει το στίγμα της. Ξάφνου, μια μελαγχολική και στενάχωρη σύγκριση πλανιέται στον αέρα, αφαιρώντας κάθε υπόνοια χλιδής και στρας όχι από το νεκρό παρελθόν αλλά από το αβέβαιο και χλιαρό παρόν.

Καθοδόν προς ένα μεγαλειώδες φινάλε που αποδίδει ετεροχρονισμένο σεβασμό και κλίνει το γόνυ μπροστά σε μια εποχή κοσμογονικής εκτόξευσης και τελεολογικής συντριβής. Μια μεγαλοπρεπής έξοδος, με λόγια που αποτυπώνουν τη μυθολογική καταγωγή και τη θεϊκή δύναμη του σινεμά. «Δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Μονάχα εμείς, οι κάμερες και το υπέροχο κοινό, στο σκοτάδι της αίθουσας». Ναι, κατά βάθος, όλοι λαχταρούμε για ένα στερνό κοντινό πλάνο λατρείας και εκτίμησης, προτού πέσουν οι αναπόφευκτοι τίτλοι τέλους.

 




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑