Reviews Still Walking (Aruitemo aruitemo)

6 Ιανουαρίου 2020 |

0

Still Walking (Aruitemo aruitemo)

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-έντα

Με τους: Χιρόσι Άμπε, Γιούι Νατσουκάβα, Κίριν Κίκι, Γιόσιο Χαράντα

115’ (Ιαπωνία, 2008)

Ο Ριότα (Χιρόσι Άμπε) είναι ένας άνεργος συντηρητής έργων τέχνης, παντρεμένος με μια χήρα και πατριός του μικρού της γιου, που δεν εισέπραξε ποτέ την (πλήρη) αποδοχή των γονιών του, αφού ο πατέρας του είχε πάντα (φανερή) αδυναμία στον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Τζουνπέι, που πνίγηκε – χρόνια πριν – στην προσπάθειά του να σώσει κάποιο αγόρι. Ο ήρωας επισκέπτεται (συνοδευόμενος για πρώτη φορά από την σύζυγο και τον θετό του γιο) το πατρικό του για την ετήσια οικογενειακή μάζωξη (κάτι σαν άτυπο μνημόσυνο), που περιλαμβάνει και μια επίσκεψη στον τάφο του Τζουνπέι. Παρούσα (για το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας) είναι και η αδελφή του Ριότα (με τον άντρα της και τα παιδιά τους), ενώ τους επισκέπτεται για λίγο και ο (ενήλικος πλέον) νεαρός που ο εκλιπών έσωσε προτού πνιγεί.

Κι ενώ οι οικογενειακές σχέσεις παραμένουν (διακριτικά) ευπρεπείς και συγκρατημένες στην επιφάνεια, η υπόγεια πικρία, δυσαρέσκεια και απογοήτευση που εκδηλώνονται στην πορεία κάνουν τον ήρωα να νιώθει πως συμμετέχει σε μια (κανονική) αγγαρεία ή – ακόμη χειρότερα – σ’ ένα μαρτύριο (αν όχι βασανιστήριο), μια σκέτη δοκιμασία: ο (δύστροπος) συνταξιούχος γιατρός-πατέρας δεν αποδέχεται τον επαγγελματικό του παροπλισμό και την ιδέα πως (πλέον) δεν τον χρειάζονται, ούτε έχει συμβιβαστεί με την απώλεια του αγαπημένου του γιου, ενώ η μητέρα του διατηρεί ενδοιασμούς για τον δικό του γάμο με την χήρα.

H προβληματική των τεταμένων (ή και στραγγισμένων) οικογενειακών δεσμών και του χάσματος των γενεών, αλλά και οι στατικές (σε μεγάλο βαθμό) συνθέσεις των κάδρων, ευθύνονται (κατά κύριο λόγο) για τον παραλληλισμό του σινεμά του Κόρε-έντα με εκείνο του Γιασουχίρο Όζου: η πλοκή και το σκηνικό στο Still Walking λειτουργούν ως παραλλαγή (ή αναθεωρημένη εκδοχή) του Tokyo Story (Tôkyô monogatari, 1953), μόνο που (αντίστροφα) αυτή τη φορά είναι τα τέκνα εκείνα τα οποία πραγματοποιούν το ταξίδι απ’ την πόλη στην επαρχία για να επισκεφτούν τους γονείς. Ωστόσο, δεν πρόκειται για συνειδητό homage – περισσότερο λειτουργεί ως συνέχεια μιας θεματικής που έχει ήδη φιλτραριστεί μέσα απ’ την μέχρι τότε δουλειά του σκηνοθέτη και της κομψής, εκλεπτυσμένης αισθητικής προσέγγισης που ο ίδιος υιοθέτησε απ’ το βαθιά συγκινητικό After Life (Wandafuru raifu, 1998) και ύστερα.

Και πράγματι, αφουγκράζεται κανείς απόηχους του τελευταίου στο Still Walking, ιδίως στην προσπάθεια του Κόρε-έντα να αναβιώσει και να αιχμαλωτίσει εκ νέου την ανάμνηση του παρελθόντος: άρχισε να ασχολείται με το συγκεκριμένο φιλμ μετά τον θάνατο της μητέρας του, απουσία που είχε ως αποτέλεσμα μια βαθιά θλίψη, οπότε το Still Walking επιχειρεί μια δεύτερη επίσκεψη (και επανεξέταση) στα ανοιχτά τραύματα του (πρόσφατου) παρελθόντος, μέσα απ’ την αναπαράσταση μιας οικογενειακής συγκέντρωσης που εκτυλίσσεται σε διάστημα 24 ωρών, αλλά κι έναν ανοιχτό διάλογο με το (οδυνηρό) αίσθημα της απώλειας, αφού οι χαρακτήρες-μέλη της οικογένειας παλεύουν να συμφιλιωθούν με έναν τραγικό θάνατο που συνέβη πριν δεκαπέντε χρόνια, όπως τα τέκνα στο Nobody Knows (Dare mo shiranai, 2004) αναγκάζονται να αποδεχτούν το γεγονός ότι η μητέρα τους τα εγκατέλειψε για πάντα.

Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, ο Κόρε-έντα προσεγγίζει το λεπτοδουλεμένο σενάριο και το υπέροχο καστ με το βλέμμα (και τα ώτα) επιδέξιου ντοκιμαντερίστα: η κάμερά του διατηρεί απόσταση τέτοια που ο θεατής αισθάνεται να κρυφακούει τα μέλη της οικογένειας, οι λεπτές ισορροπίες μεταξύ απόψεων και (παράπλευρων) αιχμηρών υπαινιγμών φλερτάρουν (δίχως την παραμικρή επιτήδευση) με το άβολο και αμήχανο, ενώ κάθε παγίδα μελοδραματισμού αποφεύγεται αβίαστα.

Ο Κόρε-έντα δεν είναι χειριστικός auteur, παρόλα αυτά η μαεστρία με την οποία αποκαλύπτει πλευρές, όψεις και εκδοχές των χαρακτήρων (αλλά και του οικογενειακού ιστορικού) συχνά παρακινεί τον θεατή να συμπαθήσει και να ταυτιστεί. Οι γονείς του ήρωα αρχικώς παρουσιάζονται ζεστοί και καλοπροαίρετοι, σε σημείο που ο θεατής δυσκολεύεται να αντιληφθεί την απροθυμία του ιδίου να τους επισκέπτεται συχνότερα της μιας φοράς το χρόνο ή την επίμονη παρότρυνση στη γυναίκα του να αρνηθεί την (αναπόφευκτη) πρόσκληση να διανυκτερεύσουν εκεί.

Φευ, οι λόγοι της δυσφορίας του δεν αργούν να αποκαλυφθούν – ένας πατέρας που θρηνεί (αμείωτα) για το γιο που έχασε αντί να αγκαλιάζει με θέρμη αυτόν που του απέμεινε και μια μάνα γεμάτη επιφυλάξεις για την γυναίκα που παντρεύτηκε, δίχως επιπλέον να αποδέχεται πλήρως τον πρόγονό του ως (ισότιμο κι αδιαπραγμάτευτο) μέλος της οικογενείας. Ωστόσο, το (φαρμακερό) αποκορύφωμα της (υπόγειας) σκληρότητάς τους, δεν είναι άλλο από τον Ξένο που ο αποθανών γιός έσωσε πριν (ο ίδιος τελικά) πνιγεί: έναν προσηνή, υπέρβαρο νεαρό (που προσπαθεί αλλά αποτυγχάνει να βρει δουλειά στο χώρο της διαφήμισης και των μίντια), τον οποίο καλούν κάθε χρόνο (την επέτειο του θλιβερού συμβάντος) στο σπίτι τους για να του προκαλούν ενοχές που είναι… ζωντανός! Στην διαδρομή από την πόλη προς το πατρικό η σύζυγος του Ριότα τον επικρίνει για το αραιό των επισκέψεών του, ενώ στον γυρισμό παραδέχεται πως την επόμενη φορά μάλλον θα ήταν προτιμότερο να μην διανυκτερεύσουν εκεί.

Κι ενώ το φιλμ οφείλει (σε μεγάλο βαθμό) το λιτό και διακριτικό συναισθηματικό του βάθος στα ανείπωτα και τις σιωπές, η πιο συγκινητική του στιγμή παραμένει το καταληκτικό voice-over του ήρωα. Κάμποσα χρόνια μετά την επίσκεψη της οποίας υπήρξαμε μάρτυρες, ο ψυχρός (σχεδόν αποστασιοποιημένος) τρόπος που συνοψίζει τη σχέση με τους γονείς του στα στερνά τους υποδηλώνει πως είχαν ήδη εξελιχθεί σε χαμένη υπόθεση για τον ίδιο (όπως, πιθανότατα, και εκείνος γι΄αυτούς) και πως ανάλογες «οικογενειακές» περιστάσεις-συνευρέσεις δεν ξεπέρασαν ποτέ την έννοια (και την αίσθηση) του υποχρεωτικού και της (απλής) ιεροτελεστίας (που συνεχίζεται με την φροντίδα του τάφου του εκλιπόντος αδελφού). To Still Walking μπορεί να ακολουθεί τον φορμαλισμό του Όζου, όμως η έμφαση του Κόρε-έντα στη στάση, την συμπεριφορά και την (κοχλάζουσα) πικρία των γηραιότερων μελών συνεισφέρει την δική του, ξεχωριστή αντίληψη και ερμηνεία για το χάσμα των γενεών στο (κινηματογραφικό) οικογενειακό τραπέζι…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑