Reviews Snow Angels

3 Απριλίου 2019 |

0

Snow Angels

Σκηνοθεσία : Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν

Με τους : Κέιτ Μπέκινσεϊλ, Σαμ Ρόκγουελ, Μάικλ Ανγκαράνο, Ολίβια Θίρλμπυ, Γκρίφιν Νταν, Έιμυ Σεντάρις

Διάρκεια : 107’ (ΗΠΑ, 2007)

Η Άννυ (Κέιτ Μπέκινσεϊλ), που ξοδεύει τις μέρες της ως σερβιτόρα σε μικρό, επαρχιακό ρεστοράν, πασχίζει όσο μπορεί να συμμαζέψει (εκ νέου) την ζωή της για χάρη της μικρής της κορούλας. Το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης κάποτε, παλεύει πλέον με τα απομεινάρια μιας ολέθριας σχέσης με τον αυτοκαταστροφικό, εν διαστάσει σύζυγο Γκλεν (Σαμ Ρόκγουελ), έναν ασταθή, όψιμα θρησκόληπτο, προβληματικό τύπο που δεν δείχνει διατεθειμένος να την αφήσει σε ησυχία. Στο ίδιο ρεστοράν δουλεύει περιστασιακά κι ο έφηβος Άρθουρ (Μάικλ Ανγκαράνο), στον οποίο η Άννυ έκανε baby-sitting όταν ήταν μικρός.

Ο αμήχανος, συνεσταλμένος Άρθουρ θα εμπλακεί ερωτικά με νεοφερμένη συνομήλικη απ’ το σχολείο, τη Λίλα (Ολίβια Θίρλμπυ), παρόλο που ο ίδιος έχει συναισθήματα για την μεγαλύτερή του Άννυ τα οποία τον αφήνουν μπερδεμένο να κάθεται απλώς και να παρατηρεί την (αγωνιώδη) αδυναμία της τελευταίας να ξεφύγει από τον Γκλεν. Η επικείμενη τραγωδία που σκεπάζει με το σκοτεινό της πέπλο άπαντες (σχεδόν) στην πόλη, θα αλλάξει τις ζωές των ηρώων αμετάκλητα…

Προβοκατόρικη και ταλαντούχα συνάμα φωνή της γενιάς του o Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν, δημιουργός που (μάλλον) δεν σου επιτρέπει να τον τυποποιήσεις και κατατάξεις εύκολα (απ’ το συγκινητικό indie δράμα All the Real Girls στο απογειωμένο, χολιγουντιανό Pineapple Express κι απ’ το σκοτεινό, αντιηρωικό Joe μέχρι την revital Νύχτα με τις Μάσκες). Έργο -κλειδί, ωστόσο, της φιλμογραφίας του κι ένα απ’ τα καλύτερα (αν όχι το καλύτερο, για τον γράφοντα τουλάχιστον) παραμένουν οι …άβολοι «Λευκοί Άγγελοι» (είχαν προβληθεί και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης).

Διασκευάζοντας τη νουβέλα του Στιούαρτ Ο’Ναν, ο Γκριν αποδεικνύει την ικανότητά του όχι μόνο ως σκηνοθέτης αλλά και ως σεναριογράφος – αφού το script του είναι ένα απ’ τα μεστότερα και αρτιότερα που θα συναντήσεις τα τελευταία χρόνια. Και με τρόπο (έξυπνο, συγκινητικό, ενοχλητικό) που ελάχιστα σύγχρονα αμερικάνικα φιλμ μπορούν να προσεγγίσουν. Αν μη τι άλλο, σε πείθει ότι είναι το ίδιο απρόβλεπτος (τηρουμένων των αναλογιών) όσο εκείνος ο Πήτερ Μπογκντάνοβιτς, πίσω στα seventies. To γράψιμό του διαθέτει ποιητική στόφα, το καδράρισμα και οι συνθέσεις των πλάνων του ανείπωτη ομορφιά, εντούτοις το σπουδαιότερο απ’ όλα μοιάζει να είναι η ικανότητά του να εκμαιεύει εξαιρετικές ερμηνείες απ’ τους ηθοποιούς του.

Δες, για παράδειγμα, τι επιτυγχάνει όχι μόνο με τους πρωταγωνιστές του, αλλά και τους δεύτερους χαρακτήρες στους οποίους εμφανίζονται (πολλάκις) σπαταλημένες περιπτώσεις του παρελθόντος (Γκρίφιν Νταν, Νίκι Κατ, Έιμι Σεντάρις). Πάνω απ’ όλα όμως, τούτο δω είναι ένα φιλμ που βασικά ανήκει στην ίδια την Μπέκινσεϊλ (και με το οποίο ρεφάρει μια δεκαετία σχεδόν κακών ρόλων και εμφανίσεων που προηγήθηκε).

Όπως η Ζόι Ντεσανέλ (στο All the Real Girls), έτσι κι η Μπέκινσεϊλ εδώ παραδίδει μια τραγική (βουβά σπαραχτική) όσο και αιθέρια (σχεδόν εξαϋλωμένη) ερμηνεία. Αιχμαλωτισμένη στον ψυχρό, καθηλωτικό φακό του (διευθυντή φωτογραφίας) Τιμ Ορ, φαντάζει στοιχειωμένο πλάσμα – και το ευφυές βλέμμα της σκηνοθεσίας σκύβει με συμπάθεια πάνω απ’ την μυστηριακή σαγήνη που την περιβάλλει.

Όσο κι αν απουσιάζει εδώ η εκκεντρικότητα των προγενέστερων έργων του Γκριν (George Washington, Undertow), το συγκεκριμένο παραμένει σημαίνον κεφάλαιο της φιλμογραφίας του. Σε χέρια λιγότερο ικανού, μια ιστορία (μοναξιάς, αποξένωσης, προβληματικών σχέσεων-αποκλίσεων, μοιχείας, εγκλήματος, ψυχικής σύγκλισης και εφηβικού σκιρτήματος) σαν αυτή που παρακολουθείς στους «Λευκούς Αγγέλους» εύκολα θα κατρακυλούσε σε αμήχανο (ασυμμάζευτο, αν όχι φτηνό) μελοδραματισμό, με αόριστους ή (ακόμη και) αντιπαθείς χαρακτήρες.

Ο Γκριν μεταλαμπαδεύει αμιγώς ανθρώπινη, παλλόμενη υπόσταση στους ήρωες, φωτίζοντας διεισδυτικά τη σκοτεινιά και ερήμωση που τους περιβάλλει μέσα σ’ ένα (σχεδόν) ασάλευτο, κατάλευκο σκηνικό (αυτό της χιονισμένης, καναδέζικης Nova Scotia) στο οποίο οι ίδιοι στέκουν παγιδευμένοι, ακινητοποιημένοι, προτού βουλιάξουν μέσα του οριστικά και αμετάκλητα. Το φιλμ εκκινεί και ολοκληρώνεται με συρραφή εικόνων τυπικής καθημερινότητας μιας μικρής, επαρχιακής αμερικάνικης πόλης : οι χαρακτήρες του άνθρωποι συνηθισμένοι, ατελείς και εύθραυστοι, όσα τους συμβαίνουν θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβούν στον ίδιο τον θεατή.

Έτερο ευφυές στοιχείο : το ποιος τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης. Σε μια ιστορία μπολιασμένη (απροσδόκητα, ίσως) με τόση τραγικότητα, η κάμερα επιλέγει για υποκειμενικό της βλέμμα εσωστρεφή έφηβο τρομπονίστα, μέλος σχολικής μπάντας (τον εξαιρετικό Ανγκαράνο, που διατηρεί με ζηλευτή άνεση την εσωτερική του αγωνία μονίμως υφέρπουσα) και το εκκολαπτόμενο ειδύλλιό του με χαμηλών τόνων, μοναχική (αλλά πιο αποφασιστική) συμμαθήτρια (την ταλαντούχα Θίρλμπυ) που κυκλοφορεί όλη την ώρα με μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό.

Η τρυφερά αμήχανη (στα όρια του αξιολάτρευτου) επαφή που εξελίσσεται σε ρομάντζο αποπνέει απίστευτα feelgood αίσθηση, τόση που όταν βρίσκονται οι δυο τους μπροστά στο φακό τείνεις να λησμονήσεις το χάος και τη μαυρίλα που απλώνονται τριγύρω στην πόλη ή ακόμη και μέσα στο ίδιο το σπίτι του ήρωα (οι γονείς του οποίου – Τζινέτα Αρνέτ και Γκρίφιν Νταν – βρίσκονται στα…κάγκελα).

Δυο πυροβολισμοί στο ξεκίνημα – κι ενώ η σχολική μπάντα προβάρει την συμμετοχή της σε αγώνα φούτμπολ του τοπικού πρωταθλήματος – ξετυλίγουν (σε ενιαίο φλας μπακ) τον δραματικό καμβά όσων προηγήθηκαν και οδηγούν ως εκεί. Εξαρχής, λοιπόν, ο θεατής γνωρίζει πως έχει να κάνει με οδυνηρή κατάληξη. Παρόλα αυτά, όποτε παρακολουθεί τους δύο νεαρούς πρωταγωνιστές να πασχίζουν να εκφράσουν το αμοιβαίο της έλξης τους ή να κάνουν έρωτα για πρώτη φορά, η κάμερα του Γκριν σε κάνει να πιστεύεις πως όλα σε τούτο τον μικρόκοσμο είναι βαλμένα στις σωστές τους διαστάσεις, όλα βαίνουν καλώς. Έστω για μια (και μόνη) στιγμή.

Ο ήρωας παρακολουθεί από απόσταση – και με το μούδιασμα της υπόγειας γοητείας που εκείνη του ασκεί – τα απανωτά χτυπήματα (μοίρας και επιλογών) που δέχεται η (πρώην νταντά του) Μπέκινσεϊλ : να μεγαλώνει μόνη ένα παιδί, να φροντίζει μια υποχόνδρια μητέρα, να συνευρίσκεται με τον εραστή της (Νίκι Κατ) που τυγχάνει και σύζυγος της (επίσης) συναδέλφου και καλύτερής της φίλης (Έιμι Σεντάρις).

Τα πάντα στο σύμπαν του (απροσδιόριστα) μη κολακευτικού χαρακτήρα της (το αγγελικό παρουσιαστικό του οποίου δεν αποτελεί παρά προκάλυμμα των επικείμενων ρωγμών και μιας εσωτερικής αποσύνθεσης) οδηγούνται σταδιακά (αλλά μαθηματικά) σε αποδιάρθρωση και κατάρρευση, αφήνοντας ένα ράκος με άδειο βλέμμα στη θέση αυτού που κάποτε (πιθανώς και να) υπήρξε μια ευτυχισμένη γυναίκα.

Στον αντίποδα, ο Ρόκγουελ είναι η προσωποποίηση του ανθρώπινου ναυαγίου σε κάθε πτυχή (και έκφανση) της ζωής του : πρώην αλκοολικός, καταθλιπτικός, ανυπόληπτος και υποκριτικός τύπος που δυσκολεύεται να βρει δουλειά και κηρύττει (όπου σταθεί κι όπου βρεθεί) πως η πίστη (ο χριστιανισμός) σώζει την ψυχή, που παραπονιέται πως δεν βλέπει αρκετά την κόρη του την ώρα που ακόμη και τις λιγοστές στιγμές μαζί της στέκει ικανός να την παραμελήσει (για να επιστρέψει εκ νέου στο πιοτό – καταφύγιο της αυτολύπησής του). Παρόλα αυτά, τόσο σε επίπεδο γραφής (σεναρίου) όσο και δοσίματος ερμηνευτικού, δύσκολα αντιπαθείς (περίπου αψεγάδιαστος ο τελευταίος). Σχεδόν συμπάσχεις με την αυτοκαταστροφή του.

Στον πυρήνα του έργου φωλιάζει αμετάκλητα η υποβλητική γραμμή του Γκριν (και σε μεγάλο βαθμό το αφηγηματικό μοντάζ που επιλέγει). Δύσκολο φιλμ, που (αναμφίβολα) όμως ανταμείβει. Η προσήλωση του δημιουργού σε ένα αφηγηματικό μοντέλο και ένα σκηνοθετικό ύφος δίχως εκρήξεις, φωτοβολίδες ή φανταχτερές επινοήσεις εντυπωσιασμού, παγιώνουν το αναγνωρίσιμο (εικαστικά και όχι μόνο) της φόρμας του και καθιστούν την στενή σχέση με τους χαρακτήρες αδιαπραγμάτευτο, συστατικό στοιχείο παρακολούθησης για το σινεμά του. Νοιάζεται τόσο πολύ γι’ αυτούς, που σου αρνείται οποιαδήποτε εύκολη ταμπέλα ή αβασάνιστο συμπέρασμα.

Πάνω απ’ όλα, οι «Λευκοί Άγγελοι» είναι μια μελαγχολική ωδή – σαν βουβό ψέλλισμα – που σταδιακά μετατρέπεται σε οιμωγή για το αβάσταχτο της εσωτερικής μας ερημιάς. Ούτε καν το εξαγνιστικό λευκό του εκτυφλωτικού, παγωμένου τοπίου δύναται να λειτουργήσει καθαρτήρια, λυτρωτικά ή (έστω) παρήγορα για το σωρευμένο φορτίο και το ψυχικό άχθος των ηρώων (παρά μόνο ως οδυνηρή υπενθύμιση της απώλειας ή αυτοσχέδιος δήμιος). Το σινεμά του Γκριν σου αποκαλύπτει από νωρίς και σχεδόν αδυσώπητα πως (ασχέτως όσων έχεις αποκτήσει στη ζωή) ενστικτωδώς παραμένεις (πάντα) μόνος. Και οι συνέπειες αυτού, (ενίοτε) μπορούν να αποβούν αναπάντεχα μοιραίες…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest