Festivals 58o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Sami Blood (Sameblod)

7 Νοεμβρίου 2017 |

0

58o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Sami Blood (Sameblod)

Βραβείο LUX Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Σκηνοθεσία : Αμάντα Κέρνελ

Με τους : Λένε Σεσίλια Σπάροκ, Μία Έρικα Σπάροκ, Μάι Ντόρις Ρίμπι

Ελληνικός τίτλος : Το αίμα των Σάμι

Διάρκεια : 110’

Έτος παραγωγής : 2016

Χώρα παραγωγής : Σουηδία, Δανία, Νορβηγία

Το αίμα, νερό δεν γίνεται. Όταν όμως πρόκειται για την επιβίωσή σου, για τα όνειρά σου, για την ίδια σου τη ζωή, το κάνεις… τσίπουρο, «μεθάς» και το ξεχνάς! Μια βαθιά συγκινητική ιστορία ενηλικίωσης και ένα σθεναρό πορτραίτο κοινωνικής προκατάληψης, που αποκαλύπτει το εν πολλοίς άγνωστο πρόσωπο ενός παρελθόντος (και ατύπως ενδογενούς) σκανδιναβικού ρατσισμού της δεκαετίας του ’30. Ένας φόρος τιμής και αγάπης για όσους έμειναν και όσους έφυγαν από μια κοινωνία στην άκρη του κόσμου, και ταυτόχρονα μια εναλλακτική, προσωπική αφήγηση (που διαθέτει όλες τις αρετές του υποκειμενικού κινηματογραφικού βλέμματος) για το αποικιοκρατικό παρελθόν μιας «πολιτισμένης» χώρας, μέσα από τα μάτια μιας έφηβης.

Η ηρωίδα προέρχεται από τους Σάμι ή Σαάμι (που εμείς ξέρουμε γενικότερα ως Λάπωνες), φυλή που (μειονοτικά) εδρεύει στο βορειότερο τμήμα του αρκτικού κύκλου, που καλύπτει παραμεθόριες περιοχές της Σουηδίας, της Φινλανδίας, της Νορβηγίας και της ρωσικής χερσονήσου Κόλα. Κι αν νομίζεις πως η έγνοια των κοριτσιών στην παλιά Λαπωνία ήταν να φτιάχνουν χιονάνθρωπους ή να λύνουν μαγικά ξόρκια, όπως σε κείνο το σκιαχτερό «Valkoinen peura» (Ο λευκός τάρανδος) του ’52, γελιέσαι. Εδώ, μπρος στα μάτια σου, αποκαλύπτεται – με εικόνες σπάνιας λυρικής ομορφιάς και υπόγειας (συναισθηματικής) έντασης – όλο το φάσμα της εφηβικής αγωνίας και καταπίεσης, που απλώνεται πέρα από εποχές, γενεές, στερεότυπα και χαρτογραφημένα όρια.

Ερμηνεία-ορόσημο από την νεαρή Λένε Σεσίλια Σπάροκ (προικισμένη με ένα διεισδυτικό βλέμμα που φαντάζει ανυπόμονο, προκλητικό και κορεσμένο ταυτόχρονα, και μια γλώσσα του σώματος που προσαρμόζεται με χαμαιλεόντειο ζήλο στις περιστάσεις – σαν κάποια που έχει συνηθίσει να την «παρατηρούν» παντού και πάντα) στο ρόλο της αποφασιστικής Σάμι που καλείται (και αναγκάζεται) να επιλέξει ανάμεσα στη φυλή της (και στους ανθρώπους της που ζουν από τη σκληρή εκτροφή των ταράνδων) και στη φυγή σε μια μακρινή και αφιλόξενη πόλη όπως η Ουψάλα, στο «πέταγμα» σε μια άλλη ζωή, στη μόρφωση και στις ευκαιρίες που το ίδιο το σύστημα της αρνείται εξαιτίας της καταγωγής της («ο εγκέφαλός σας είναι μικρότερος …οι μελέτες δείχνουν πως ο λαός σου δεν θα τα κατάφερνε στην πόλη – ή θα μείνετε εδώ ή θα πεθάνετε», της λέει ψυχρά η δασκάλα του δρακόντειου οικοτροφείου, επιφορτισμένου με την διδαχή της σουηδικής γλώσσας και του πολιτισμού… «αποκλειστικά» σε αυτόχθονες).

Δίχως ίχνος μελοδραματισμού (αλλά με μεγάλη σκηνοθετική ευαισθησία), η ιστορία παρακολουθεί τους γηγενείς του αρκτικού βορρά να αντιμετωπίζονται ως «ζώα του τσίρκου» και «βρώμικοι Λάπωνες» απ’ τους προνομιούχους, άριους Σουηδούς γείτονες (και άτυπους δυνάστες) – (εκνευριστικές) σκηνές φυλετικών εξετάσεων και βιολογικών μετρήσεων (που αποφαίνονται για το πότε μπορεί ένας ιθαγενής να ενταχθεί στην κοινωνία των λευκών), μαρτυρούν πως οι ναζί δεν ήταν οι μόνοι που καλλιεργούσαν το σπορ των γενετικών ελέγχων εκείνη την εποχή. Οι Σάμι απαντούν σε αυτόν τον (υποτιμητικό) ρατσισμό, διατηρώντας με σθένος τα έθιμα και τις φορεσιές τους, υπερασπιζόμενοι με περηφάνια έναν τρόπο ζωής βαθιά δεμένο με τη γη, με τον οποίο το ανήσυχο πνεύμα της ηρωίδας (που θέλει να ανοίξει φτερά και να διευρύνει τους ορίζοντές της) νιώθει πλέον να αποκόπτεται. Κόντρα στην παραδοσιακή ανατροφή της, αρνείται να αποδεχτεί τη «στάμπα» της διαφορετικής και κατώτερης. Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, θα είναι το «μαρκάρισμά» της – όπως εκείνο που εφαρμόζει ο λαός της στους τάρανδους – από ένα γκρουπούσκουλο νεαρών φασισταριών.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται ως φλας μπακ, καθώς η ηλικιωμένη ηρωίδα επιστρέφει (απρόθυμα και υπό συντριπτικό, εσωτερικό βάρος) στον τόπο καταγωγής της (με το γιο και την εγγονή της) για να παραστεί στην κηδεία της αδερφής της (έξοχα κινηματογραφικό, σχεδόν ποιητικό το «βουβό», μελαγχολικό βλέμμα της Μάι Ντόρις Ρίμπι – που την υποδύεται σε μεγάλη ηλικία). Το οξυδερκές, διεισδυτικό σενάριο αποκαλύπτει τις διαστρωματικές αγκυλώσεις μιας (ταξικής) κοινωνίας που εμποδίζει την ανέλιξή της. Το τονικό κοντράστ (μέσα απ’ το υποκειμενικό βλέμμα τόσο της ηρωίδας όσο και της κάμερας) ανάμεσα στο (ζωντανό) τότε και το (θνήσκον) τώρα αυτού του παραδοσιακού, βουκολικού και νομαδικού τρόπου ζωής δεν αφήνει παρά μια (θλιβερή) επίγευση νοσταλγίας (που ο – γοητευμένος ως εξωτερικός παρατηρητής, ως τουρίστας – γιός της ηρωίδας, μπορεί να θεωρεί εαυτόν τυχερό που δεν γνώρισε εκ των έσω).

Όπως συμβαίνει με τη μνήμη (που πάντα συντρίβει), έτσι κι εδώ η οδύνη της αναπόλησης του παρελθόντος μετριάζεται από στιγμιότυπα (γνήσιου) λυρισμού και (ανόθευτης) τρυφερότητας, αλλά και σκληρότητας : δυο (αμήχανα) εφηβικά σώματα που συναντιούνται στην ίδια χορευτική πίστα για πρώτη φορά, ένα (διψασμένο) φιλί που «εξερευνά» έναν (ολόκληρο) καινούργιο κόσμο μακριά απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα, μια άδολη αδελφική αγάπη που μοιράζεται το ίδιο κρεβάτι του οικοτροφείου, ένας καφές με την αυστηρή δασκάλα (που μοιάζει με «πέρασμα» σ’ αυτό τον άλλο κόσμο), ένα νυχτερινό μπάνιο στη λίμνη για να ξεπλυθεί η «μυρωδιά» της νομάδας, η μοναχική περιπλάνηση και διανυκτέρευση στο πάρκο της άγνωστης πόλης, η πρώτη, νευρική «γνωριμία» μ’ ένα κραγιόν, το «καλωσόρισμα» σ’ ένα πάρτυ όπου όλοι περιεργάζονται την ηρωίδα ως αξιοθέατο ή πειραματόζωο, ο οριστικός «απογαλακτισμός» απ’ τη μάνα γη και την οικογένεια.

Η πανέμορφη φωτογραφία χορεύει γύρω από μια απίστευτη γκάμα αποχρώσεων του μπλε που ξεδιπλώνουν την ειδυλλιακή αταραξία του τοπίου και κατευνάζουν την (αδιόρατη) αίσθηση «απειλής» στην ατμόσφαιρα, μέσα από λεπτές, ιδιοφυείς μετατοπίσεις του φωτός. Η δημιουργός προέρχεται κι η ίδια απ’ τους Σάμι (το σενάριο είναι εμπνευσμένο απ’ την ιστορία της δικής της γιαγιάς). Έχει μια δεκαετία (σχεδόν) που παλεύει με τα μικρού μήκους, αλλά – ότι και να κάνει από δω και μπρος – μ’ αυτό το πρώτο της μεγάλου μήκους, κέρδισε μια (αμετακίνητη) θέση στην καρδιά μου…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑