Reviews Rocky Horror Picture Show

19 Απριλίου 2020 |

0

Rocky Horror Picture Show

Σκηνοθεσία: Τζιμ Σάρμαν

Παίζουν: Τιμ Κάρι, Σούζαν Σάραντον, Μπάρι Μπόστγουικ

Διάρκεια: 100′

Ο Μπραντ και η Τζάνετ, ένα ζευγάρι που μόλις αρραβωνιάστηκε, κινούν για μία χαλαρή εκδρομή. Δυστυχώς, παθαίνουν λάστιχο εν μέσω καταιγίδας στη μέση του πουθενά. Αναζητώντας ένα τηλέφωνο για να ειδοποιήσουν για την ατυχία τους, καταλήγουν σε ένα μυστηριώδες κάστρο όπου την υποδοχή τους αναλαμβάνουν μερικά περίεργα και απόκοσμα πλάσματα, που δεν ξέρεις ακριβώς πώς να τα αποκαλέσεις.

Το κάστρο ανήκει στον δόκτορα Φρανκ-εν-Φέρτερ, έναν ανθρωπόμορφο εξωγήινο. Που είναι δαιμόνιος επιστήμονας και συνθέτει εκ του μηδενός το δικό του τέλειο ανθρώπινο δημιούργημα. Αλλά βασικά είναι «just a sweet transvestite from Transsexual, Transylvania» και έχει βρει το μυστικό της ζωής.

Η εξτραβαγκάνζα του The Rocky Horror Picture Show δανείζεται από προφανή σημεία: τα monster movies του 1930, ροκ μιούζικαλ και horror ανύπαρκτου προϋπολογισμού συνθέτουν την αισθητική όψη της ταινίας, μία αγνή και σπαρταριστή αποθέωση των b-movie καταβολών, η οποία όμως φιλοξενεί και μία ιστορία συνυφασμένη με τον αμερικανικό πουριτανισμό και την γυαλάδα της υπερήφανης αμερικανικής νεολαίας που γερνά πριν την ώρα της. Γιατί αυτό που γίνεται αντικείμενο σάτιρας, διακωμώδησης, σαρκασμού -στην πραγματικότητα απολαυστικού χλευασμού- δεν είναι οι genre καταβολές της ταινίας, αλλά ο πουριτανισμός ως κοινά παραδεδεγμένη αξία.

Στο Rocky Horror η αγάπη για τις καταβολές γεμίζει κάθε κάδρο, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε διάθεση κακότροπης παρωδίας. Αντίθετα, το θεατρικό έργο του Ρίτσαρντ Ο’ Μπράιεν, όπως μεταφέρθηκε στην οθόνη από τον Αυστραλό Τζιμ Σάρμαν (με τον ίδιο τον συγγραφέα ως συν-σεναριογράφο) βγάζει γλώσσα στις αρτηριοσκληρωτικές ιδέες που συμβολίζει το αθώο (κατά ορθή ανάγνωση ξενέρωτο) ζεύγος του Μπραντ και της Τζάνετ, ο καρπός της σύμβασης δύο νέων ανθρώπων που στερούνται οικειοθελώς τις απολαύσεις της ζωής στο όνομα ενός κομφορμισμού, μίας παρωχημένης συνήθειας, μίας πατροπαράδοτης αδράνειας.

Η κωμική περιπέτεια που ζουν οι δύο νέοι δίπλα σε όλα αυτά τα όντα που τους έμοιαζαν «φρικιά» είναι η διαδρομή προς την απελευθέρωση παντός τύπου: ηθική, σεξουαλική, νοητική, και αυτό είναι που κάνει το Rocky Horror τόσο δημοφιλές.

Μία σταθερή αξία στην οποία καθένας μπορεί να προστρέξει και να βρει τη λαχτάρα για ελευθερία, μία αποθέωση του cult που έχει γράψει με χρυσά γράμματα το όνομά της στη θεατρική και κινηματογραφική ιστορία. Ένα μιούζικαλ με glam rock διαθέσεις που απηχεί τη ρήξη της εποχής του με το παρελθόν μέσα από μνημειώδη νούμερα Let’s do the time warp again!»).

Ο λυτρωτικός ηδονισμός των χαρακτήρων, η αγνή και αμετροεπής καλτίλα των διαλόγων τους, το γκροτέσκο των κοστουμιών τους συντροφεύουν μία πανσεξουαλικής αύρας αμφισβήτηση της έννοιας  των φύλων μέσα σε ένα σύνολο που λάμπει σαν φανταχτερό σόου αντίδρασης και αμφισβήτησης. Σαν ένα φτηνιάρικο καμπαρέ με κονφερασιέ τον λατρεμένο Τιμ Κάρι που προσκαλεί τον θεατή σε μία διεστραμμένη αυτογνωσία, μέσω μίας κραυγαλέα προσχηματικής βασικής πλοκής και κυρίως ενός οργασμικού αμφίφυλου καυλωμένου θιάσου που λικνίζεται σε ρυθμούς που υπαγορεύει το πολυθρύλητο σάουντρακ.

Κάπως έτσι, με τα πιο απλά και φτηνά υλικά, στήθηκε ένα κινηματογραφικό πανηγύρι που κρατεί δεκαετίες, αποτελώντας ίσως την πιο διαδεδομένη μεταμεσονύκτια συνήθεια του κινηματογραφόφιλου κοινού ανά την υφήλιο. Μία πρόκληση από τον Δόκτορα Φρανκ-εν-Φέρτερ Don’t dream it, Be it») που συνοδεύει το ξέσπασμα εκατομμυρίων οπαδών της ταινίας.

Το Rocky Horror, άλλωστε, δεν είναι μία ταινία που τη βλέπεις μέχρι να τη μάθεις απ’ έξω. Είναι μία ταινία που τη βλέπεις ξανά επειδή ακριβώς την ξέρεις απ’ έξω και ανακατωτά, μία απενοχοποιημένη και λυτρωτική απόλαυση του πλήρως συνειδητοποιημένου κιτς, ένας ολοκληρωτικός θρίαμβος του camp σε επίπεδα Τζον Γουότερς.

Παράλληλα, το Rocky Horror ορίζει και μία από τις πιο αξιοσημείωτες ιστορίες αρχικής εισπρακτικής αποτυχίας. Πιθανώς λόγω άστοχης προώθησης, η ταινία δεν βρήκε το κοινό της στη σύντομη διάρκεια των κανονικών προβολών της το 1975 και αποσύρθηκε γρήγορα από τις αίθουσες ως αποτυχία.

Ωστόσο, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος και δίχως ο ακριβής τρόπος να έχει διευκρινιστεί, η ταινία επανήλθε σε μεταμεσονύκτιες προβολές και εξελίχθηκε στο απόλυτο after midnight πάρτι των αιθουσών των Ηνωμένων Πολιτειών, απέκτησε στρατευμένους οπαδούς που ακολουθούσαν τις ενδυματολογικές επιλογές των χαρακτήρων. Σηματοδότησε άλλωστε και μία ιδιότυπη συμμετοχική εμπειρία θέασης, με το κοινό να φωνάζει στο πανί, να πετάει ρύζι και γενικότερα να εκδηλώνει θορυβωδώς τη λατρεία του προς το σχεδόν instant cult διαμάντι του κινηματογραφικού πολιτισμού.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑