Reviews Reds

24 Ιουνίου 2018 |

0

Reds

Σκηνοθεσία : Γουώρεν Μπήτυ

Με τους : Γουώρεν Μπήτυ, Ντάϊαν Κήτον, Τζακ Νίκολσον, Πολ Σορβίνο, Μωρήν Στέιπλετον, Έντουαρντ Χέρμαν, Γέρζι Κοζίνσκι

Μεταφρασμένος τίτλος : Οι κόκκινοι

Διάρκεια : 195’ (ΗΠΑ, 1981)

Οι «Κόκκινοι» – που δεν ενδείκνυνται για οπαδούς της λακωνικότητας (σχεδόν 3,5 ώρες) – υπήρξαν το παράτολμο, σε στιγμές ίσως και πολύ μοναχικό, όραμα ζωής ενός ανθρώπου (του Γουώρεν Μπήτυ) που το έγραψε, το σκηνοθέτησε, ανέλαβε την παραγωγή του και πρωταγωνίστησε ο ίδιος. Ασύλληπτης έκτασης και μεγαλείου ιστορικό έπος, που επέστρεψε – εν μέσω ημερών ψυχροπολεμικού ριγκανισμού – το αμερικανικό σινεμά στο ένδοξο παρελθόν του, πείθοντας συγχρόνως – κάτι που φαντάζει αδιανόητο – το Χόλυγουντ της συγκεκριμένης περιόδου να χρηματοδοτήσει ένα μαρξιστικό (εντούτοις αλησμόνητο) σενάριο γύρω από την αγάπη και την εξέγερση, τον έρωτα και την επανάσταση.

Ο Μπήτυ ξεδιπλώνει μέσα από την ιστορία των τελευταίων χρόνων της ζωής του αριστερού, ιδεαλιστή αμερικανού δημοσιογράφου Τζων Ρηντ (συγγραφέα του περίφημου «Οι 10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο») και «…μοναδικού αμερικανού που βρίσκεται θαμμένος στο Κρεμλίνο», μια πολιτικοκοινωνική τοιχογραφία των αρχών του περασμένου αιώνα που ξεκινάει με φόντο τις κοινωνικές διεκδικήσεις της περιόδου 1915-19 στις ΗΠΑ, περνάει μέσα από τη δίνη της Οκτωβριανής Επανάστασης και ενός θυελλώδους έρωτα για να καταλήξει μοιραία και πικρά στον απόηχο του επακόλουθου Εμφυλίου ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς. Απ’ τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αριστερής διανόησης στις ΗΠΑ ο Ρηντ και μετέπειτα ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος εκεί.

Το φιλμ παρακολουθεί, στο πρώτο μισό, τη ζωή του τελευταίου στην Αμερική, τη συνδικαλιστική του δράση, τη γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του… την φιλελεύθερη συγγραφέα Λουίζ Μπράιαντ (Ντάϊαν Κήτον) και τα τρικυμιώδη σκαμπανεβάσματα της σχέσης τους , την ενεργό συμμετοχή του στις εργατικές κινητοποιήσεις, την αλληλεπίδρασή του με τους άλλους προοδευτικούς της εποχής, ανάμεσά τους την σκληροπυρηνική φεμινίστρια Έμμα Γκόλντμαν (Μωρήν Στέιπλετον) και τον θεατρικό συγγραφέα Ευγένιο Ο’ Νηλ (έναν απολαυστικότατο Τζακ Νίκολσον).

Παρακολουθείς τη σχέση και τις δραστηριότητες δύο πολύ δυναμικών ανθρώπων (η Κήτον εγκαταλείπει τον άντρα της για κείνον και γίνεται εκπρόσωπος του γυναικείου φεμινισμού στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’10). Την διαμονή τους στο Γκρήνουιτς Βίλατζ, όαση της ελευθερίας έκφρασης και ηθών για την συντηρητική κοινωνία της εποχής. Την πολιτική τους διαμάχη πάνω στο ζήτημα της συμμετοχής στον πόλεμο (Πρώτος Παγκόσμιος) και των εργασιακών δικαιωμάτων με την κυβέρνηση του Γούντρωου Γουίλσον, που θα τους οδηγήσει στην Ρωσία του 1917 και σε μια περιπέτεια που θα αλλάξει τις ζωές τους για πάντα. Στο δεύτερο μισό, παρακολουθείς τη μετάβαση του ζεύγους στη Ρωσία, το ξέσπασμα της Επανάστασης (σεκάνς αλησμόνητου οπτικού μεγαλείου), την προσπάθεια ανοικοδόμησης του σοσιαλισμού που ακολουθεί και τις δυσκολίες που ανακύπτουν.

Το φιλμ δεν ευτύχησε ιδιαίτερα εισπρακτικά (κυρίως λόγω διάρκειας), άσε που κατηγορήθηκε ως κομμουνιστική προπαγάνδα. Κι όμως : και τις ισορροπίες του διατηρεί, και τις αιχμές του διαθέτει (για την Ουτοπία κάθε Επανάστασης, για το ποιοι τελικά επωφελούνται από τις εξεγέρσεις που πραγματοποιεί ο απλός λαός και πώς τις καπηλεύονται, για το πώς χειραγωγούνται οι μάζες, για το πώς μεθοδεύεται και εργαλειοποιείται η προπαγάνδα στα χέρια των κρατούντων, καθώς και για τα κακώς κείμενα και τις αγκυλώσεις της αλαζονικής γραφειοκρατίας).

Ειδικότερα, απ’ τη στιγμή που αναφέρεται στο πρώτο διάστημα της λεγόμενης «σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης» και δεν αποτελεί – επ’ ουδενί – μια γενική αποτίμησή της. Κρατάς – ανάμεσα σε άλλα – τις απολαυστικές σκηνές στο Μπακού, με τον ήρωα να μιλάει στο πλήθος, τους μεταφραστές να προσπαθούν να μεταφέρουν την ομιλία του σε διάφορες γλώσσες/διαλέκτους και τους συγκεντρωμένους από κάτω να ουρλιάζουν «Τζιχάντ», καθώς και την σεκάνς με την επίθεση στο «Κόκκινο Τρένο» της Επανάστασης που ταξιδεύει στα βάθη της Ευρασίας για να …διαδώσει τον σπόρο και τον λόγο της Κομμουνιστικής Διεθνούς! Οι διεργασίες και τα τελετουργικά (μαζί με την μουσική επένδυση) της τελευταίας προσφέρουν – ως φόντο – ορισμένες καθηλωτικά εντυπωσιακές και εντυπωτικές σκηνές, το ίδιο και οι συναντήσεις του ήρωα με τον σύντροφο Ζινόβιεφ (τον υποδύεται ο συγγραφέας του υπέροχου «Βαμμένου Πουλιού», Γέρζι Κοζίνσκι).

Δεκαπέντε χρόνια το πάλευε ο Μπήτυ το συγκεκριμένο εγχείρημα (απ’ τα μέσα των ‘60s), είχε ένα σεναριακό προσχέδιο που ονόμασε «Οι Σύντροφοι», αρχές των ’70s ξεκίνησε να παίρνει συνεντεύξεις απ’ όλους τους εν ζωή φίλους και γνωστούς του ζεύγους Ρηντ-Μπράιαντ (πάλι καλά που τους πρόλαβε) – τις έχει χρησιμοποιήσει πανέμορφα στο φιλμ – και στη συνέχεια βρίσκει αξιόπιστο σεναριακό συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Τρέβορ Γκρίφιθς (αν και διάφορα, αναπάντεχα γεγονότα θα τους καθυστερήσουν κι άλλο).

Αρχικά είχε επιλέξει τον Τζων Λίθγκοου για τον ρόλο του Ρηντ (αλλά τελευταία στιγμή αποφάσισε να τον κρατήσει ο ίδιος) και την Τζούλι Κρίστι (με την οποία διατηρούσε μακρόχρονη σχέση ως το ’75) για το ρόλο της Μπράϊαντ. Εκείνη τον απέρριψε. Κι ο Μπήτυ τον έδωσε στην τότε σύντροφό του, Ντάϊαν Κήτον. Ενώ ο Νίκολσον δεν δυσκολεύτηκε να αρπάξει εκείνον του Ευγένιου Ο’ Νηλ (καθώς ο Μπήτυ πίστευε πως ο Τζακ είναι ο μόνος άνθρωπος που θα έπειθε το κοινό πως μπορούσε να κλέψει μια γυναίκα από κείνον).

Γυρίσματα που κράτησαν έναν ολάκερο χρόνο, με διαρκείς μετακινήσεις και αναμονή των κατάλληλων κλιματολογικών συνθηκών. Αλλεπάλληλες λήψεις για κάθε σκηνή, υπερβολική τελειομανία. Ο Μπήτυ να σουρώνει 30 ολόκληρα κιλά, να προσβάλλεται από οξεία λαρυγγίτιδα και να μη μπορεί να προωθήσει την ταινία. Ρήξη – κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων – και στη σχέση των δύο πρωταγωνιστών, καθώς ο Μπήτυ προσπαθεί να την μετατρέψει σε εκείνη που είχαν ο Ρηντ με την Μπράϊαντ.

Η Κήτον απειλεί να εγκαταλείψει πάμπολλες φορές, καθώς θεωρεί ότι το φιλμ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί (τις σφαλιάρες που του ρίχνει σε μία σκηνή, πάντως, πρέπει να τις φχαριστήθηκε). Ένας άλλος που απειλεί να εγκαταλείψει είναι ο διευθυντής φωτογραφίας, Βιτόριο Στοράρο, που τσακώνεται διαρκώς μαζί του για τις θέσεις και την κίνηση της κάμερας (δίχως αυτόν, ωστόσο, και κείνο το απίστευτο, καρτποσταλικό χρώμα της σέπιας – σα να ζωντανεύουν γκραβούρες στο πανί – τούτο το φιλμ δεν θα ‘ταν τίποτα).

Το μοντάζ διαρκεί άλλον έναν – ολόκληρο – χρόνο. Πριν την κυκλοφορία στις αίθουσες, ο Ρήγκαν – που θεωρούσε τον κομμουνισμό διαβολικό – καλεί τον Μπήτυ στο Λευκό Οίκο για ιδιωτική προβολή. 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ, 3 κερδισμένα : για την σκηνοθεσία, την υπέροχη φωτογραφία (την ψυχή της ταινίας) και την παλαίμαχο Στέιπλετον (β’ γυναικείου). Μπήτυ και Κήτον έχασαν στους πρώτους ρόλους από Φόντα και Χέπμπορν της «Χρυσής Λίμνης» και στο Καλύτερης Ταινίας από τους «Δρόμους της Φωτιάς». Κι ο Μπήτυ παραμένει μέχρι σήμερα ένας απ’ τους 4 ηθοποιούς που έχουν κερδίσει Όσκαρ σκηνοθεσίας, χωρίς να είναι κάτοχοι Όσκαρ ερμηνείας. Οι άλλοι τρεις είναι ο Ρέντφορντ, ο Κόστνερ και ο Γκίμπσον…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑