Reviews Rear Window

23 Οκτωβρίου 2018 |

0

Rear Window

Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ

Παίζουν: Τζέιμς Στιούαρτ, Γκρέις Κέλι, Θέλμα Ρίτερ, Γουέντελ Κόρι

Διάρκεια: 112’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Σιωπηλός μάρτυρας»

Ο Τζέιμς Στιούαρτ υποδύεται ένα ριψοκίνδυνο φωτορεπόρτερ, ο οποίος έχει υποχρεωθεί σε προσωρινή αναγκαστική αποχή από την μποέμικη ζωή του. Έχει το πόδι του στον γύψο, βρίσκεται ακινητοποιημένος σε αναπηρικό καροτσάκι και σκοτώνει την ώρα του παρατηρώντας τους γείτονες με τα κιάλια του. Για να είμαστε πιο ειλικρινείς, δεν τους παρατηρεί, τους κατασκοπεύει με λαιμαργία και αδιακρισία. Και υπογείως λαχταρά για ολίγη έξαψη, ακόμη κι αν αυτή έγκειται στην παρακολούθηση ενός φονικού. Είναι η μεθαδόνη του για όσο διαρκεί η στέρηση από τη δράση, το αληθινό του ναρκωτικό.

Το ανθρώπινο βλέμμα είναι αδηφάγο, είναι σαρκοβόρο, είναι μία δίοδος για τα κανιβαλιστικά ένστικτα της ψυχής που μπλοκάρει το μυαλό. Είναι, όμως, την ίδια στιγμή, τόσο αυτάρεσκο που δεν αντιλαμβάνεται τις αδυναμίες του. Όπως και ο βασικός ήρωας, έτσι κι εμείς οι θεατές, υποπίπτουμε στο αμάρτημα μιας μάταιης σκοποφιλίας. Τοποθετώντας το βλέμμα στη θέση του απόλυτου οδηγού, αναζητούμε την ηδονική ικανοποίηση του ελέγχου, του ορισμού όσων μας περιβάλλουν, την ταύτιση της πραγματικότητας με τα όσα συλλαμβάνει ο αμφιβληστροειδής μας. Για μια ακόμη φορά, όμως, και πάλι σε πλήρη αντιστοιχία με τον πρωταγωνιστή, η συνειδητοποίηση της αδυναμίας μας να κατανοήσουμε την υφέρπουσα αλήθεια, που βρίσκεται πάντα λίγο κάτω, λίγο παραδίπλα, αλλά ποτέ ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, προκαλεί μια αίσθηση σοκ, ένα ανεπιθύμητο μούδιασμα.

Rear Window 2

Η αυλή του κεντρικού ήρωα μετατρέπεται σταδιακά σε οθόνη, όπου ο ίδιος σταδιακά σκηνοθετεί και προβάλει τις σκέψεις και τα αισθήματά του, αντικρίζει μέσα από τα κιάλια του όλες τις φοβίες που τον καθηλώνουν πρωτίστως ψυχικά παρά σωματικά. Τη μίζερη ζωή, τον συμβιβασμό, την απουσία αληθινού δεσμού μεταξύ των ανθρώπων, την απουσία εν μέσω παρουσίας. Οθόνη μέσα στην οθόνη, μια μπάμπουσκα που συνεχώς φανερώνει ένα σμικρυμένο κακέκτυπό της, μια μικρογραφία της καθήλωσης του θεατή.

Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα, είμαστε αγκυροβολημένοι στις θέσεις μας. Φιξάρουμε το βλέμμα μας προς μία μόνο κατεύθυνση, υπνωτιζόμαστε, αφήνουμε το βαρίδι του Εγώ και την ίδια στιγμή το φορτώνουμε στην οθόνη, που γίνεται, άθελά, μας, προέκταση του εαυτού μας. Η κινηματογραφική αίθουσα είναι μία πλατωνική Σπηλιά, στην οποία βυθιζόμαστε οικειοθελώς, στρέφοντας το νου και την καρδιά μας προς το εκτυφλωτικό φως της οθόνης. Αντικρίζουμε μία όψη του κόσμου, που υφίσταται μονάχα ως ψέμα και ονειροπόληση. Η πλατωνική Ιδέα βρίσκει εφαρμογή σε 24 καρέ που εκσφενδονίζονται μπροστά μας κάθε δευτερόλεπτο.

Ο Τζέιμς Στιούαρτ έχει, λοιπόν, πέρα από ένα σπασμένο πόδι, και μία μνηστή, την πανέμορφη Γκρέις Κέλι. Που διαθέτει την ευλογία και την κατάρα μιας ομορφιάς σχεδόν θεϊκής, αλλά την ίδια στιγμή (ή ως εκ τούτου) απρόσιτης, μακρινής και ανέγγιχτης. Σαν ένα σπάνιο λουλούδι που δεν έχεις τη δυνατότητα να το κόψεις και να το μυρίσεις, αλλά μονάχα να το θαυμάσεις ως έκθεμα. Η μνηστή του συναρπάζει τον ήρωά μας ως εικόνα, αλλά δεν τον διεγείρει ως οντότητα. Ο σεξουαλικός υπαινιγμός είναι σαφής, αν και πνιχτός. Η αληθινή αναπηρία του πρωταγωνιστή είναι η έλλειψη ενστικτώδους επικοινωνίας και επαφής, σαρκικής και ψυχικής.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ φρόντιζε πάντοτε να κλείνει παιχνιδιάρικα και πονηρά το μάτι στον θεατή, εκτοξεύοντας διφορούμενα υπονοούμενα προς πάσα κατεύθυνση, στήνοντας μια υποδόρια μάχη μεταξύ των δύο φύλων. Ο άνδρας της ιστορίας είναι ανήμπορος να μετακινηθεί και να «λειτουργήσει» με τον οποιοδήποτε τρόπο. Η γυναίκα της ιστορίας παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, αλλάζει ραγδαία τη συμπεριφορά της, τον εκπλήσσει και εν τέλει τον σαγηνεύει. Η ζωή μαζί της ίσως να είναι κι αυτή μία περιπέτεια, σκέφτεται ο αφελής σακατεμένος.

Rear Window 3

Μπείτε, όμως, στον κόπο να προσέξετε, όμως, την τελευταία σκηνή. Τώρα που το θήραμα πιάστηκε στον ιστό, δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσποιείται ο κυνηγός για να το δελεάσει. Το αληθινό θρίλερ ξεκινά μετά το happy end. Το σασπένς δεν ταυτίζεται με μια προειδοποιημένη έκπληξη, με ένα κώδωνα που χτυπά ξαφνικά για ένα κίνδυνο που έχει φανεί από χιλιόμετρα. Στην πραγματικότητα, το σασπένς δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία περιπαικτική υπενθύμιση του πανταχού παρόντος και ατέρμονου υπαρξιακού angst. Μια επανεμφάνιση όλων των αρχέτυπων που κληρονομούμε και κληροδοτούμε ερήμην μας.

Υπήρχε και ένας φόνος βέβαια, τον ξεχάσαμε αυτόν. Ή μήπως δεν συνέβη ποτέ και ο αυτόπτης μάρτυρας τον επινόησε; Ποιος μπορεί να πει με σιγουριά σε αυτό το ανελέητο παιχνίδι γάτας και ποντικιού, στο οποίο εμείς οι θεατές έχουμε ζητήσει να λάβουμε τη θέση του ανίσχυρου; Το σινεμά σίγουρα δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις, αφού αυτό ευθύνεται για την όλη απορία. Είναι η τέχνη του αντικατοπτρισμού, είναι μία πλάγια σύνδεση μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμιών, είναι το σημείο ένωσης του εξωτερικού φλοιού και του εσωτερικού πυρήνα. Μας ωθεί να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας και να οπισθοχωρούμε προς τα πίσω παραπατώντας από την εικόνα μας, σαν πρωτόπλαστοι μπροστά στο είδωλό τους.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια θεωρείτε πως είναι η καλύτερη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts