Reviews Portrait of a Lady on Fire

27 Δεκεμβρίου 2019 |

0

Portrait of a Lady on Fire

Σκηνοθεσία: Σελίν Σιαμά

Με τις: Αντέλ Ενέλ, Νοεμί Μερλάν, Βαλέρια Γκολίνο, Λουάνα Μπαχράμι

Διάρκεια: 121’ (Γαλλία, 2019)

Το Πορτρέτο μιας γυναίκας που φλέγεται (Portrait de la jeune fille en feu) της Σελίν Σιαμά, παντρεύει τον (γεωμετρικό) εστετισμό του Ριβέτ με το ιμπρεσιονιστικό αποτύπωμα της «κάμερας-στυλό» του Αστρύκ: πράγματι, το μετα-αίσθημά του εξομοιώνεται μ’ εκείνο μιας λογοτεχνικής ανάγνωσης. Και σε σύγκριση με τα προηγούμενα πονήματά της (Water Lilies, Tomboy, Girlhood: σύγχρονες ιστορίες εφηβείας και ενηλικίωσης με αφοπλιστικά ειλικρινές και ιδιαίτερης ευαισθησίας βλέμμα), πραγματοποιεί εδώ το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο σκηνοθετικό της άλμα. Η Νοεμί Μερλάν είναι η ζωγράφος που ταξιδεύει στο απομακρυσμένο (και απομονωμένο) νησιωτικό σκηνικό της Βρετάνης του 18ου αιώνα κατά παραγγελία της κοντέσας Βαλέρια Γκολίνο, προκειμένου να ζωγραφίσει το γαμήλιο πορτρέτο της κόρης της (Αντέλ Ενέλ) – εν αγνοία της τελευταίας.

Τη μέρα θα πρέπει να συνοδεύει και να παρατηρεί το «μοντέλο» της, τη νύχτα να το απαθανατίζει από μνήμης. Οι δυο γυναίκες θα έρθουν πολύ κοντά καθώς μοιράζονται τις τελευταίες στιγμές …ελευθερίας της Ενέλ (αλλά και μια εσωτερική αγωνία για το αναπόδραστο και προκαθορισμένο της μοίρας, εξ αφορμής και της κατάληξης της αδερφής της), πριν τον επικείμενο γάμο της. Όταν η Μερλάν ζωγραφίζει ο θεατής αφουγκράζεται-συναισθάνεται κάθε γραμμή και πινελιά στον καμβά, κάθε δόνηση και τράνταγμα στο καβαλέτο, κάθε ανάσα του καλλιτέχνη που έρχεται (βασανιστικά) αντιμέτωπος με το δημιούργημά του. «Και πως γνωρίζουμε το πότε έχει τελειώσει;», αναρωτιέται η Ενέλ. «Κάποια στιγμή… σταματάμε», αποκρίνεται εκείνη. Όπως το σύντομο (και εκ προοιμίου καταδικασμένο) ειδύλλιο ανάμεσα στην εικαστικό και το θέμα της, που πυροδοτεί τον οίστρο της πρώτης.

Πέρα και πάνω από ένα καλοφτιαγμένο, στιλιζαρισμένο λεσβιακό ρομάντζο, το φεμινιστικό κέντημα της Σιαμά είναι μια ακριβοθώρητη σπουδή εποχής για την περιθωριοποιημένη θέση της γυναίκας – ως ανθρώπου και καλλιτέχνη – αλλά και την βαθύτατα προσωπική διαδικασία της δημιουργίας (για την ευτυχία και οδύνη συνάμα του να μετατρέπεις τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις σε έργο τέχνης: με αποκορύφωμα την “αναπαράσταση” μιας άμβλωσης). Η Μερλάν ωθείται στην αποκωδικοποίηση της Ενέλ μέσω της γλώσσας του σώματος, αλλά αυτό δεν αρκεί (από μόνο του) για να αιχμαλωτίσει την αύρα της τελευταίας σε μια προσωπογραφία. Ξανά και ξανά η κάμερα υιοθετεί το υποκειμενικό της βλέμμα, καθώς επιχειρεί να ζωντανέψει στον καμβά όλα όσα εισπράττει απ’ αυτήν.

Το ευκταίο όμως θα επέλθει μονάχα όταν μετουσιώσει σε Εικόνα εκείνο που αληθινά νιώθει για το ίδιο της το Θέμα, την έλξη και γοητεία που της ασκεί το τελευταίο. Δύο ανεξάρτητα γυναικεία πνεύματα, η (προοδευτικότητα και) ελευθεριότητα των οποίων, φευ, είναι ήδη περιχαρακωμένη. Η σχέση τους (υπαγορευμένη, εν πολλοίς, κι απ’ την βαθύτερη-αλληλέγγυα κατανόηση της κοινής μοίρας του φύλου που τις συνδέει) δύναται να ευδοκιμήσει εντός των στενών ορίων του συγκεκριμένου σκηνικού, ποτέ όμως εκτός αυτού.

Εκεί περιμένουν οι στερεοτυπικές συμβάσεις και οι μοραλιστικοί φραγμοί του κοινωνικού κατεστημένου. Έτσι, το «Πορτρέτο» της Σιαμά μετατρέπεται σε νοσταλγική ελεγεία του φλεγόμενου πάθους προτού αυτό καταλήξει στάχτη και του τρόπου που η Τέχνη υμνεί την βαθιά και ανεξίτηλη ρίζα του συναισθήματος (σεκάνς ανθολογίας η στιγμή που η άκρια του φορέματος της Ενέλ αρπάζει φωτιά εν μέσω ενός απ’ τα πιο ιδιαίτερα και εντυπωτικά πολυφωνικά-χορικά που θα ακούσεις ποτέ on screen).

Ο εμβόλιμος παραλληλισμός με τον τραγικό Μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης χρησιμεύει για να αιτιολογήσει (την στιγμή της κορύφωσης) τον χαρακτήρα της Ενέλ και την θλιβερή μα (αναμφίβολα) ποιητική πρόκριση μιας αγαπημένης ανάμνησης έναντι ενός αβέβαιου μέλλοντος. Ακόμη και χωρίς τις μυθικές δυνάμεις του Κάτω Κόσμου παρούσες, τα (υπαρκτά) εμπόδια για τις δύο ηρωίδες παραμένουν ανυπέρβλητα. Παρά τον διακριτικό πεσιμισμό κι έναν (συγκρατημένο) τόνο θλίψης, το σενάριο και οι λεπτοδουλεμένες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών (ιδίως της Ενέλ, που εξελίσσεται σε μικρή αποκάλυψη) σφύζουν από την ευεργετική επίδραση του ζωογόνου Πάθους που τόσο ανάγλυφα κατατίθεται επί Οθόνης.

Η σταδιακή κατάκτηση της οικειότητας και της πλήρους (εκφραστικής) απελευθέρωσης, κουβαλά μέσα της όλο το μεγαλείο του λυτρωτικού αλλά και του ματαιωμένου. Του (ρεαλιστικά) αποδραματοποιημένου και του ουτοπικού. Γι’ αυτό και (εμφατικά) ξεπερνά την (αντικειμενική) ομορφιά ενός Πίνακα – γιατί βλέπει πίσω απ’ αυτόν, στα (ζεστά) τρίσβαθα της ψυχής. Όπως στο υποβλητικό φινάλε, εκεί όπου μέσα σε ένα λεπτό (με συνοδεία τις νότες απ’ το κονσέρτο Νο.2 για βιολί του Βιβάλντι) ξεδιπλώνεται στο πρόσωπο της Ενέλ (σε όλη του την έκταση και σε πλήρη κλιμάκωση) το άλμπουμ των αναμνήσεων αυτής της σύντομης σχέσης. Εννοείται πως δεν είναι ένα φιλμ για τους πολλούς, μα κυρίως για εκείνους που θα αγγίξει με το ύφος του (κι αυτοί θα ξέρουν πάντα το γιατί).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑