Reviews Persona

14 Ιουλίου 2020 |

0

Persona

Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Παίζουν: Λιβ Ούλμαν, Μπίμπι Άντερσον 

Διάρκεια: 84′

H Ελίζαμπεθ Βόγκλερ είναι μία επιτυχημένη ηθοποιός η οποία, μεσούσης μίας παράστασης στην οποία είχε το ρόλο της Ηλέκτρας, βουβαίνεται. Η πάθηση μοιάζει αδιευκρίνιστη τόσο νευρολογικά όσο και ψυχικά, ωστόσο η ηθοποιός δεν εκστομίζει λέξη για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Η θεράπουσα ιατρός της αναθέτει την ιδιαίτερη φροντίδα της στην νεαρή νοσοκόμο Άλμα και αφού διαπιστωθεί ότι σωματικά η Ελίζαμπεθ χαίρει άκρας υγείας, οι δύο γυναίκες μετακομίζουν σε ένα παραθαλάσσιο εξοχικό, προκειμένου να επιταχυνθεί η θεραπεία της μυστηριώδους ασθενούς. Σταδιακά, όμως, αναπτύσσουν μεταξύ τους έναν μικρόκοσμο εντός του οποίου οι προσωπικότητές τους γίνονται ολοένα και πιο ρευστές.

Ελίζαμπεθ και Άλμα συναποτελούν ένα δίπολο εννοιών που τίθενται αρχικά σε αντιπαραβολή. Η ηθοποιός είναι η «περσόνα», το προσωπείο, το σύνολο των στοιχείων που προβάλλει ένας άνθρωπος για να δημιουργήσει το τοίχος της προστασίας του, δημιουργώντας μία όψη του που καταλήγει να εσωτερικεύει, κατά τις διδαχές του Γιουνγκ. Η νοσοκόμος Άλμα, όπου λατινικά σημαίνει «ψυχή» στέκει ακριβώς στον αντίποδα της «περσόνα», εμφορείται φαινομενικά από την αφέλεια της ευτυχίας, της προδιαγεγραμμένης αδιατάρακτης πορείας προς τη γαλήνη.

Αυτό είναι το τερέν που στήνει ο Μπέργκμαν και εντός του οποίου λαμβάνει χώρα αυτή η αλλόκοτη αναμέτρηση θολών ψυχισμών. Στο κέντρο του τοποθετεί μία αβάστακτη, αληθινά ανυπόφορη αλήθεια: ο άνθρωπος, αν αφεθεί ελεύθερος να κοιτάξει μέσα του, κρύβει μία άβυσσο που κατασπαράζει με μανία κάθε πιθανότητα γαλήνης. Η Άλμα είναι σε μία τρισκατάρατη θέση, επιφορτισμένη με το χρέος ενός αδιάκοπου μονολόγου, το οποίο όμως δεν επιβάλλεται από την Ελίζαμπεθ, ούτε από τη διαδικασία της θεραπείας, αλλά από την ψυχή της. Υπό τις αναγκαίες προϋποθέσεις, κάθε ευτυχία είναι όχι απλώς αμφισβητήσιμη, αλλά εκκωφαντικά ανατρέψιμη.

Και οι προϋποθέσεις εδώ αφθονούν: η Άλμα έχει απέναντι της μία σιωπηλή ακροάτρια η οποία λειτουργεί σαν καθρέφτης του μέλλοντος. Δεδομένου του άλαλου αδιεξόδου της, θεωρητικά η Ελίζαμπεθ τελεί σε μειονεκτική θέση σε αυτή τη διελκυστίνδα ∙ τουναντίον, λέει ο Μπέργκμαν, δεν υπάρχει μεγαλύτερη δύναμη καταστροφής από τη σιωπή. Είναι η ίδια ποιότητα σιωπής με τη θεϊκή σιωπή που ταλάνισε όλη την προηγούμενη φιλμογραφία του, απλώς εξορισμένη ανάμεσα στα εγγενώς ατελής ανθρώπινα όντα και τις μικρότητές τους.

Είναι τόσο μυστηριώδης ταινία η Περσόνα που κάθε απόπειρα να εξηγηθεί σε όρους πλοκής είναι όχι απλώς δυσχερής, αλλά ολωσδιόλου ατελέσφορη και ακατάλληλη. Το αν οι δύο γυναίκες είναι ουσιαστικά διττή όψη του ίδιου ανθρώπου ή δύο ψυχές που συγχέονται ανατρέποντας τους όρους της επαφής τους, μικρή σημασία έχει. Ουσιαστικά, το πεδίο φιλοσοφικής δόξας της ταινίας βρίσκεται στη σχέση του, είτε αυτή είναι εξωτερική είτε εσωτερική ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες (επ’ αυτού ακριβώς του ζητήματος αξίζει κανείς να αναζητήσει την εκτενή ανάλυση της Σούζαν Σόνταγκ για την ταινία που υπογραμμίζει ότι είναι συνειδητή η αμφισημία που επιτρέπει εδώ ο Σουηδός δημιουργός).

Πρόκειται για την πιο καθοριστική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου στο πεδίο της, αυτό δηλαδή της ρευστότητας των ρόλων σε μία βιοτική σχέση που διέπεται από όρους οριακής κατάστασης λογισμού ∙ εύκολα φαντάζεται κανείς τη γονυκλισία δημιουργών όπως ο Σίντνεϊ Λιούμετ (Equus), ο Ντείβιντ Λιντς (Mulholland Drive), ακόμα και πιο πρόσφατα ο Ρόμπερτ Έγκερς (The Lighthouse), μπροστά στον μπεργκμανικό θρόνο. Τούτο διότι η Περσόνα, παρότι πρωτοπόρος, υπερβαίνει κατά πολύ τα εσκαμμένα όρια εναλλαγής ρόλων δύο χαρακτήρων. Η Ελίζαμπεθ και η Άλμα δεν είναι ποτέ απλώς ασθενής και ιατρός, η Άλμα άλλωστε δεν είναι επιστήμονας, ο Μπέργκμαν δεν ενδιαφέρεται εδώ για μία τέτοιου ύφους αντίστιξη. Είναι η ηθοποιός και η θαυμάστρια, η βωβή και η ομιλούσα, η κατασταλαγμένη μάσκα και η βαυκαλιζόμενη αιθεροβάμων ψυχή, η γυναίκα που έλκει και η γυναίκα που έλκεται, η μητέρα και η άτεκνη, και αρκετά ακόμα δίπολα τα οποία διαπερνούν ταυτόχρονα τη συνύπαρξη των δύο γυναικών.

Η προβληματική της ταυτότητας αναπτύσσεται εδώ στο προνομιακό της πεδίο, με όλες τις απατηλές εκφάνσεις και πεπιεσμένες εκφάνσεις της. Η Άλμα ανοίγεται, η Ελίζαμπεθ μένει βωβή, και η επαφή τους αρχίσει να ομοιάζει με αρχέγονη ερωτική ιεροτελεστία. Η Άλμα, έλκεται από το σκοτάδι που βλέπει στα μάτια της άλαλης εξομολογήτριάς της, προβαίνει σε μία εκτός ελέγχου απελευθέρωση, επιθυμεί να αποδράσει από τον εαυτό της. Όσο περισσότερο μιλάει, τόσο πιο ευκρινή καθίστανται τα δεσμά της υποτιθέμενης ευτυχίας της, τόσο πιο έντονη η επιθυμία να τα ανατρέψει. Η ψυχή υποτάσσεται στο προσωπείο.

Είναι η δαιδαλώδης εξιστόρηση της απώλειας μίας ψυχικής ταυτότητας, που περίμενε να βρει αφορμή για να αλλοιωθεί. Η Άλμα –και όσα εκπροσωπεί στο έργο- ηττάται μόνη της, δε χρειάζεται κανένας ύπουλος χειρισμός εκ μέρους της Ελίζαμπεθ. Στη σχέση των δύο, η σιωπή είναι ασφάλεια και η έκθεση είναι διαβατήριο για τον κλονισμό της κοσμοθεωρίας. Η ευτυχία της, ο χαρούμενος επικείμενος γάμος της, η μελλοντική οικογένεια, ήταν για την Άλμα η δική της «περσόνα» και όταν αντίκρισε τη μελλοντική έκφανσή της στο πρόσωπο της Ελίζαμπεθ, κλονίστηκε σε βαθμό ψυχικής παράλυσης: η ψυχή της διαχέεται και εξαφανίζεται μέσα στην άβυσσο της Ελίζαμπεθ, το οποίο γέννησε και την σιγή της, και η ερωτική έλξη που μοιράζονται οι γυναίκες είναι η επιβεβαίωση της σύγχυσης των προσωπικοτήτων τους.

Διαθέτοντας μερικές από τις πιο μνημειώδεις σκηνοθετικές ιδέες του προς αυτόν τον σκοπό, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναζητά κάτι ακόμα ευρύτερο από αυτό που προκύπτει από τα πρωτογενώς εξιστορούμενα. Όπως στην κορυφαία σκηνή της μυσταγωγικής τελετής που λαμβάνει χώρα ονειρωδώς στην κάμαρα της Άλμα, όπου αυτή βλέπει την Ελίζαμπεθ να την πλησιάζει και αφήνεται οριστικά ανοχύρωτη απέναντι στη θελκτική σιωπή της, το αίνιγμα του Μπέργκμαν «αποπλανεί» τον ανυποψίαστο θεατή. Η Περσόνα είναι μία ταινία για τον κινηματογράφο, για τα ανεξάντλητα όρια του εν γένει αφηρημένου δεσμού που αναπτύσσει ο δημιουργός με τον κάθε θεατή ξεχωριστά και εις το διηνεκές.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι και μία ταινία της εποχής της: το αίνιγμα της αναπτύσσεται στο πρελούδιο της μετανεωτερικότητας, στα μεταβαλλόμενα 1960 των κοινωνικών ζυμώσεων και των κινηματογραφικών αναταράξεων. Και εδώ ο αυστηρός Μπέργκμαν γίνεται μεταμοντέρνος, με περίεργα κοψίματα και μία απρόσμενη εμπιστοσύνη στα εξωγλωσσικά στοιχεία της επικοινωνίας του με τον θεατή. Με άλλες λέξεις, εδώ η συνθήκη των χαρακτήρων δεν αναλύεται με όρους κινηματογραφικού δοκιμίου κατά τα πρότυπα της προγενέστερης φιλμογραφίας του, αλλά κυρίως μέσω της λειτουργίας ενός καθαρά κινηματογραφικού γρίφου, όπου ο, τι βλέπει ο θεατής μπορεί να μη συμβαίνει. Μοιάζει σαν εμβάθυνση πάνω στις δημιουργικές σκέψεις που πρωτοεμφανίστηκαν στη Σιωπή μερικά χρόνια νωρίτερα, με την οποία η Περσόνα μοιράζεται και το μοτίβο των ανταγωνιζόμενων γυναικών που αναπτύσσουν μία ρευστή σχέση.

Παρότι για τη συγκεκριμένη ταινία ο όρος «ψυχόδραμα» φαντάζει κάτι παραπάνω από κατάλληλος, ο χαρακτήρας του έργου προσεγγίζει τα όρια του υπαρξιακού τρόμου. Έναν τρόμο στον οποίο κανείς παραδίνεται άνευ όρων, δίχως καν να το καταλάβει, μέσα από τη φωτογραφία του γητευτή των αισθήσεων και του φωτός Σβεν Νίκβιστ, που εδώ κάνει ίσως την πιο σπουδαία δουλειά του καθορίζοντας το έργο. Όπως όμως υπενθυμίζει εύστοχα ο Μπέργκμαν με το απότομο μοντάζ που επιλέγει και με το οποίο διακόπτει βιαίως αρκετές ποιητικές σεκάνς, στο κέντρο της ταινίας βρίσκεται περισσότερο από όλα ο φόβος. Ο φόβος που κυριεύει με τον τρόπο του όλες τις περιστάσεις: όταν έχει κανείς τον έλεγχο, φοβάται ότι τον ασκεί ανεπιτυχώς και όταν τον χάνει, βρίσκεται έρμαιο αλλότριων επιλογών. Είναι αυτό το στοιχείο που λείπει την Ελίζαμπεθ και την καθιστά αμέσως μία φιγούρα τρομακτική: πλέον δε φοβάται και το κενό που υπάρχει στη θέση του φόβου την καθιστά άηχο αγρίμι.

Ο Μπέργκμαν απευθύνεται στον άνθρωπο που έχει πάψει μαστίζεται από τη σιωπή του Θεού και τον φέρνει ενώπιον των αδιεξόδων του. Του παραθέτει μία σειρά από προσωπεία που αυτός διαλέγει συνήθως για να οδηγηθεί σε έναν τόπο που συνιστά την κοινωνικά συμπεφωνημένη ευτυχία, ασχέτως εάν αυτή εκπορεύεται μέσα από την ψυχή του. Υπό αυτό το πρίσμα, η σιωπή της Ελίζαμπεθ είναι και μία θεμελιώδης πράξη αντίστασης στο ρόλο που επιφυλάσσει η δυτική κοινωνία για τις γυναίκες. Γιατί αυτή, εν αντιθέσει με τη νεαρότερη Άλμα, είναι ήδη μητέρα και προτίθεται να διαφύγει ακόμα και από αυτόν τον ρόλο, το αντικείμενο της θεμελιωδέστερης κατήχησης που υφίσταται μία γυναίκα.

Επιλέγοντας να δημιουργήσει ένα τόσο πυκνό έργο εκφεύγοντας από τη ζώνη της δημιουργικής του ασφάλειας, δηλαδή της εξαντλητικής προσήλωσης στη φιλοσοφική ευκρίνεια του λόγου, ο Μπέργκμαν κατορθώνει να επιδράσει στην ψυχή του θεατή αμεσότερα από ποτέ. Αυτό το πέπλο ονειρώδους ασάφειας που σκεπάζει το φιλμικό κείμενο του έργου προσδίδει στην Περσόνα μία ρευστότητα αντίστοιχη με των κεντρικών χαρακτήρων της που επιτρέπει σε κάθε θέαση της να αφήνει μία διαφορετική επίγευση. Ένα μπεργκμανικό πείραμα που σηματοδότησε μία ολόκληρη κινηματογραφική εποχή και παραμένει μέχρι σήμερα αφηγηματικά καινοτόμο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑