Reviews O Pagador De Promessas (The Given Word)

6 Απριλίου 2018 |

0

O Pagador De Promessas (The Given Word)

Σκηνοθεσία : Ανσέλμο Ντουάρτε

Με τους : Λεονάρντο Βιλάρ, Γκλόρια Μενέσες, Ντιονίσιο Αζεβέδο, Νόρμα Μπένγκελ

Μεταφρασμένος τίτλος : Το Τάμα

Διάρκεια :  98’  (Βραζιλία, 1962)

Ένα σπουδαίο φιλμ. Το φιλμ που ευθύνεται για την αγάπη μου προς το βραζιλιάνικο σινεμά και υπήρξε η απαρχή της ενασχόλησής μου μαζί του. Δεν είναι πολλές οι φορές που το ‘χω δει, αλλά – κατά διαστήματα – νιώθω την αδιάψευστη ανάγκη να το επισκέπτομαι. Τούτο το αλληγορικό, θρησκευτικό παραμύθι (που σε κάνει να θες να το διηγηθείς σαν παραβολή στο Κατηχητικό ή μετά τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής, έτσι για σπάσιμο σε κάτι παπάδες) είναι το πρώτο νοτιοαμερικάνικο (δε λέω λατινοαμερικάνικο, γιατί μιλάνε πορτουγέζικα) φιλμ που κέρδισε Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.

Δύο από τους κυριότερους συν-διεκδικητές του βραβείου εκείνης της χρονιάς, δεν θα πρέπει – λογικά – να δυσαρεστήθηκαν και πολύ γι’ αυτή τους την ήττα : ο Μπουνιουέλ θα έτριψε τα χέρια του χαμογελώντας ειρωνικά κι ο Μπρεσόν θα επιδοκίμασε, αν και όχι δίχως μια δόση πικρής μελαγχολίας. Οι δε Αγγλοσάξονες ψάχνουν ακόμα να βρουν πως αυτό το …«αφελές παραμύθι» κέρδισε ταινίες όπως το «A Taste of Honey» και το «Long Days Journey Into Night». Ίσως κάποτε το ανακαλύψουν.

Η ιστορία απλή. Αγρότης καταφθάνει με τη γυναίκα του στην πόλη της Μπαΐα (έχοντας διανύσει πεζός επτά λεύγες), για να εκπληρώσει – την ημέρα της Εορτής της – τάμα στην Αγία Βαρβάρα για τον αγαπημένο του γάιδαρο που γιατρεύτηκε από σοβαρό τραυματισμό. Το τάμα : να κουβαλήσει στα χέρια Σταυρό τόσο βαρύ, όσο εκείνος του Ναζωραίου. Η Εκκλησία του αρνείται την είσοδο στο Ναό. Ο ήρωας κατέφυγε στην Macumba (ειδωλολατρία). Το τάμα έγινε στην θεά «Ipasy» και δεν το δέχεται. Το μπέρδεμα παλιό : από την εποχή των σκλάβων, που έλεγαν στους ιδιοκτήτες τους πως θα λατρεύουν τους καθολικούς αγίους και λάτρευαν τους δικούς τους θεούς. Κατά τον ιερέα (γνήσιο εκφραστή της εκκλησιαστικής μισαλλοδοξίας), όχι μόνο η συγκεκριμένη, αλλά και άλλοι άγιοι έπεσαν θύματα αυτής της «φάρσας».

Ο ήρωας λοιπόν επικαλέστηκε λάθος… είδωλο, υποσχόμενος σε αυτό τη θυσία του. Πέραν τούτου, έχει διαπράξει και ύβρη : κουβάλησε το Σταυρό, όπως ο Χριστός. Θέλησε να μιμηθεί τον Υιό του Θεού. Μήπως θέλει να γίνει νέος Χριστός; Μήπως θέλει να σώσει τους πάντες; Ακόμη και το γαϊδούρι του διαθέτει χριστιανικό όνομα : Νικόλας. Στην εύλογη ένστασή του : «…μα και τα γαϊδούρια ο θεός δεν τα δημιούργησε;», o ιερέας απαντά πως …«τα γαϊδούρια δεν είναι εδώ για να σώσουν τους απογόνους τους, αλλά για να μας βοηθάνε» (συνεπώς, τι σόι τάμα είναι τούτο, για την ψυχή ενός γαϊδάρου;) Ακόμη κι αν η Αγία τον βοήθησε, τούτο δεν αποτελεί θαύμα. Αλλά …χάρη. Ο γάιδαρος δεν θα γινόταν καλά χωρίς θεϊκή παρέμβαση.

Σύντομα καταφτάνουν τα μίντια και το πόρισμα βγαίνει : «νέος Χριστός ζητεί Επανάσταση. Άγιος ή Δαίμονας; Κουβάλησε Σταυρό για επτά λεύγες και απαιτεί… αγροτική μεταρρύθμιση (αφού μοίρασε – στα πλαίσια του τάματος – το μεγαλύτερο μέρος της γης του ισότιμα στους φτωχούς χωρικούς). Δηλώνει εχθρός της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο»! Σαν πρωτοσέλιδο της Espresso ή λεζάντα στο δελτίο του Star. Αμείλικτα καταχρηστική η εξουσία του Τύπου που κατασκευάζει στρεβλές, στερεοτυπικές εικόνες σε δευτερόλεπτα.

Για κάθε κουβέντα που ξεστομίζεις, και μια ερμηνεία που βολεύει. Αυτή που θα πουλήσει στα σίγουρα. Η γυναίκα του ήρωα παρασύρεται από έναν γοητευτικό νταβατζή (και πρώην μπάτσο), τον … «Όμορφο», όσο εκείνος – αποκαμωμένος από το μακρύ ταξίδι – ξαποσταίνει στα σκαλιά της εκκλησίας, περιμένοντας το χάραμα και το άνοιγμα του ναού. Επιστρέφει στο πλάι του γεμάτη ενοχές αλλά και προβληματισμό, αφού ρίξει κι έναν θεαματικό τσακωμό με την αγαπητικιά του νταβατζή (την πληθωρική Νόρμα Μπένγκελ που θυμίζει τη δικιά μας …Κατερίνα Χέλμη).

Το συγκεντρωμένο πλήθος τον θεωρεί μάγο, θαυματοποιό. Φέρνουν τα παιδιά τους να τα γιατρέψει. Τυφλοί, χωλοί, ανήμποροι, τον ακολουθούν από πίσω. Στο προαύλιο της Εκκλησίας στήνεται μια μεγαλειώδης, παγανιστική Καποέϊρα (φιέστα) με συμμετοχή λαοθάλασσας. Ο ντόπιος ταβερνιάρης τους υπόσχεται δωρεάν φαγητό και πιοτό εάν παραμείνουν για καιρό, αφού αποτελούν την ατραξιόν που προσελκύει κόσμο και αβγαταίνει τη δουλειά του. Ένας πλανόδιος γραφιάς θεωρεί τον αγώνα του ήρωα ενάντια στον ιερέα καλή ιδέα για βιβλίο. Θα το γράψει και θα το πουλήσει στους συγκεντρωμένους. Είναι σίγουρος πως αν ο ιερέας διαβάσει την ιστορία (βρίσκοντας και κάμποσα ράμματα για τη γούνα του στις σελίδες), «…θα ανοίξει μόνος του την πόρτα της Εκκλησίας και θα βάλει το Σταυρό μέσα»!

Αλλά το χαρτί είναι ακριβό, το ίδιο κι η εκτύπωση : ζητάει λοιπόν από το ζευγάρι λεφτά. Ο εκπρόσωπος του Τύπου ετοιμάζει για τον ήρωα …παρέλαση πάνω σε φορτηγό και αργότερα – όταν θα έχει μπει στο Ναό – κανονίζει και συνάντηση με το Νομάρχη. Είναι το Πρόσωπο της Ημέρας. Πως είπατε; Αν έχει δικαίωμα ο δύστυχος χωρικός να τα αρνηθεί όλα αυτά; Φυσικά και όχι. Το να κουβαλήσεις για επτά λεύγες έναν Σταυρό στην πλάτη, είναι πράγμα εύκολο. Μια εφημερίδα όμως έχει μεγαλύτερες δυσκολίες : έχει έξοδα και πολλές απαιτήσεις. Μα για στάσου : η εφημερίδα να τους βοηθήσει θέλει. Σίγουρα! Όπως λέει στο ξέσπασμά της και η γυναίκα του ήρωα : «Μας βοηθάτε, γαμώντας τις ζωές μας»!

Το Ιερατείο συνεδριάζει (κάτι σαν τη δική μας Ιερά Σύνοδο, απλώς με έναν λιγότερο βαριεστημένο και αδρανή Αρχιεπίσκοπο για Κεφαλή) : ζητεί από τον ιερέα να σκεφτεί και την πολιτική πλευρά της υπόθεσης, πέρα από την θρησκευτική. Γιατί; Διότι είναι αδύνατον (σχεδόν) να διαχωρίσει κανείς αυτές τις δύο. Τι κάνει ένας κληρικός; Ότι κι ένας κοινός προπαγανδιστής, ψηφοθήρας πολιτικός. Κοιτάει πως θα πάρει το λαό με το μέρος του. Με κάποια ελαστικότητα, με κάποια ευελιξία, δίχως να θυσιάζει – ωστόσο – το κύρος του. Το πρόβλημα είναι πολύ συγκεκριμένο : Δεν μπορούν να αφήσουν την εκκλησία άδεια και τον κόσμο απ’ έξω, μαζί με τον ήρωα.

Σε μία έκρηξη απόγνωσης, ο ιερέας βαφτίζει τον γάιδαρο ενσάρκωση του Σατανά και εν συνεχεία αναφωνεί στους συγκεντρωμένους : «Κανείς δεν μπορεί να μας κατηγορήσει για ματαιοδοξία. Θα εμφανιστούν διάφοροι ψευδοπροφήτες, ψευδοχριστιανοί που θα σας ζητήσουν να τους ακολουθήσετε»! Ο πανικός μπροστά στο φόβο απώλειας του ποιμνίου. Ο επιτετραμμένος Μονσινιόρ, απευθύνεται με τη σειρά του στον ήρωα : «Η Εκκλησία έχει την εξουσία να υποκαθιστά ένα τάμα με ένα άλλο. Με την εξουσία που έχω, σε απαλλάσσω από το τάμα σου». «Εσείς με απαλλάσσετε; Μα εγώ δεν έκανα το τάμα σε σας, αλλά στην Αγία Βαρβάρα», διαμαρτύρεται ο ταλαίπωρος άντρας και το γαϊτανάκι συνεχίζεται. Ο κίνδυνος να συλληφθεί από την Αστυνομία ορατός. Όμως, ακόμα κι αν αισθάνεται πως και η ίδια η Αγία τον εγκατέλειψε, ακόμα κι αν (ίσως) δεν το κάνει πλέον για Εκείνην, θα πρέπει να μείνει και να ολοκληρώσει το τάμα του. Για να είναι ήσυχος με τον εαυτό του, με τη συνείδησή του…

Σε μια σκηνή, ο ήρωας (φορτωμένος τον Σταυρό του) ανεβαίνει τα σκαλιά του προαύλιου χώρου του ναού συγχρόνως με το άγαλμα της Αγίας Βαρβάρας, που φτάνει συνοδεία πιστών για τον Εορτασμό της. Με μια σειρά αλληλοδιάδοχων πλάνων από διαφορετικές γωνίες λήψης, τα «βλέμματα» της Αγίας και του φτωχού χωρικού διασταυρώνονται σε έναν βουβό οπτικό διάλογο με τρόπο καθηλωτικό : το δικό του γεμάτο προσμονή για την επερχόμενη λύτρωση από το τάμα και το δικό της γεμάτο οδυνηρή συμπόνια! Σε μια τελική σεκάνς-ανθολογία (διανθισμένη από εναλλασσόμενα πλονζέ και κοντρ πλονζέ) που παραπέμπει στο Καζαντζακικό «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», ο ήρωας θα κατορθώσει να «εισέλθει» στο εσωτερικό του Ναού και να εκπληρώσει το πολυπόθητο τάμα, την ίδια στιγμή που οι εκκλησιαστικοί λειτουργοί, οι διαχειριστές του Οίκου του Θεού, εκπαραθυρώνονται μόνοι τους από την υποκρισία και τη μισαλλοδοξία που τους μαστίζει. Αληθινό Αριστούργημα!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑