Reviews O Βασιλιάς

2 Σεπτεμβρίου 2020 |

0

O Βασιλιάς

Σκηνοθεσία: Νίκος Γραμματικός

Παίζουν: Βαγγέλης Μουρίκης, Μηνάς Χατζησάββας, Μαριλίτα Λαμπροπούλου, Γιάννης Ζουγανέλης, Τάσος Νούσιας

Διάρκεια: 130’

Ο Βαγγέλης είναι ένας τριανταπεντάρης που αποφυλακίζεται από τον Κορυδαλλό, αφού εξέτισε ποινή πέντε ετών για χρήση και διακίνηση ναρκωτικών. Αποφασίζει να κάνει μία νέα αρχή μετακομίζοντας σε ένα απόμερο πελοποννησιακό χωριό όπου έμενε παλιά ο παππούς του. Επιθυμώντας πάνω από όλα την ησυχία του, θα έρθει αντιμέτωπος με τις «αξίες» της τοπικής κοινωνίας και τελικά η αδυναμία του να ακολουθήσει τις συμβάσεις της θα τον οδηγήσει σε ρήξη με τα μέλη της κοινότητας.

Ο Νίκος Γραμματικός δημιουργεί μία απλή ταινία ως προς την κατασκευή της. Υπηρετώντας κατά προτεραιότητα την εξέλιξη της πλοκής, η οποία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, θέτει σε κυρίαρχη θέση το σενάριο που έγραψε ο ίδιος μαζί με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Η ιστορία του Βασιλιά είναι από μόνη της πολύ ισχυρή και ικανή να αποσπάσει τη συναισθηματική δέσμευση του θεατή με τρόπο ολοκληρωτικό. Φτιάχνει λοιπόν μία αφήγηση στρωτή η οποία πάλλεται στον κατάλληλο ρυθμό, επιτρέποντας τις αναγκαίες ανάσες και προσδίδοντας την απαιτούμενη φυσική ροή.

Παίρνει δε τα μέγιστα από άπαντες τους συντελεστές με πολύ διακριτικό τρόπο: η εξαίσια μουσική υπόκρουση του Θανάση Παπακωνσταντίνου, το υπομονετικό μοντάζ του Γιάννη Σακαρίδη, αλλά και το σύνολο του συμπληρωματικού καστ, υποστηρίζουν την αφήγηση δίχως να επιβάλλουν τη δική τους παρουσία και διάσταση. Όλα είναι τοποθετημένα σε μία ενιαία αφηγηματική πνοή που επιτρέπει στον Βαγγέλη Μουρίκη να ξεψαχνίσει κάθε πτυχή του ήρωα που υποδύεται.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που βιώνει το οδυνηρό πέρασμα από τον εξοστρακισμό στην αυτοεξορία. Απομακρύνεται οικειοθελώς από την πρωτεύουσα, έναν τόπο που δεν έχει τίποτα άλλο για εκείνον παρά μόνο πενιχρές δόσεις επιβίωσης ψάχνοντας να βρει την απομόνωση στην άκρη του Θεού. Αντιδρά στην καχυποψία των κατοίκων με τρόπο φυσικό, σύμφωνο με το ταπεραμέντο του: δεν προτίθεται να υπομείνει στωικά κάθε στραβό βλέμμα, κάθε αναίτιο προπηλακισμό. Άλλωστε, εγκατέλειψε τη ζωή στην πόλη για να βρει την εσωτερική ειρήνη και για την ειρήνη αυτή σκοπεύει να δώσει μάχη.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που βιώνει το οδυνηρό πέρασμα από τον εξοστρακισμό στην αυτοεξορία. Απομακρύνεται οικειοθελώς από την πρωτεύουσα, έναν τόπο που δεν έχει τίποτα άλλο για εκείνον παρά μόνο πενιχρές δόσεις επιβίωσης ψάχνοντας να βρει την απομόνωση στην άκρη του Θεού. Αντιδρά στην καχυποψία των κατοίκων με τρόπο φυσικό, σύμφωνο με το ταπεραμέντο του: δεν προτίθεται να υπομείνει στωικά κάθε στραβό βλέμμα, κάθε αναίτιο προπηλακισμό. Άλλωστε, εγκατέλειψε τη ζωή στην πόλη για να βρει την εσωτερική ειρήνη και για την ειρήνη αυτή σκοπεύει να δώσει μάχη.

Σαν ένας -τηρουμένων των αναλογιών- σκορσεζικός αντιήρωας, ο αυτοεξόριστος Βαγγέλης δυσκολεύεται να βάλει νερό στο κρασί του για να ενταχθεί στην κοινότητα, γιατί δεν είναι αυτό που τον ενδιαφέρει. Δεν εγκατέλειψε την πόλη για να βρει συντροφιά, αλλά για να απαλλαγεί από αυτόκλητους φίλους, σωτήρες και φορτία κάθε είδους. Ανάμεσα στα εχθρικά πρόσωπα (αυτά που θα σπεύσουν μόλις το πράγμα στραβώσει να πουν ότι είχαν κάθε καλή διάθεση να τον καλοδεχθούν αλλά ο ξένος ήταν αγενής και ακατάδεκτος), ξεχωρίζει ένα που δείχνει φιλική προαίρεση. Και είναι το τελευταίο που θα περίμενε ο πρώην κρατούμενος: ο αστυνομικός του χωριού.

Η τοπική μικροκοινωνία (ρεαλιστική, μολονότι αναγκαστικά σχηματική για να υπηρετήσει τη δομή του έργου) θέτει ένα και μόνο ζητούμενο ενώπιον του ξένου: μπορεί να γίνει μέλος της αρκεί να θέσει την προσωπικότητά του εντός του πλαισίου της. Μία πρόταση για σύμβαση απόλυτης προσχώρησης, ένα ασφυκτικό κανονιστικό σύνολο που ενδεχόμενη απόρριψή του σημαίνει την κήρυξη πολέμου. Έστω και εάν ο Βαγγέλης το μόνο που επιθυμεί είναι να φτιάξει το σπίτι του και να υπάρχει αυτοτελώς εντός αυτού, επιδεικνύοντας σταδιακά και μία κάποια ανεκτικότητα στις ιδιαιτερότητες των γειτόνων του. Σε μία τέτοια κοινότητα, η διάθεση αυτοαπομόνωσης είναι εχθρική και στρέφεται αμέσως και ευθέως κατά της συλλογικότητας.

Και τι κοινότητα! Γεμάτη κουμάσια, θρασύδειλα λαμόγια που βρίσκουν την ισχύ τους στη συγκάλυψη και στο αισχρό ψέμα που ανέχεται η πολιτεία για να ξεμπερδεύει δίχως κόπο με τη φάρα τους. Κάτω από τις καθημερινές καλημέρες τους βρίσκει κανείς τόση μισαλλοδοξία που είναι ικανή να τον κάνει να αηδιάσει. Τύποι σαν τον προύχοντα πρόεδρο της κοινότητας, τον ρατσιστή μέτοικο που καίει τα χωράφια για να γίνουν οικόπεδα, τον άβουλο παρατηρητή που διαφωνεί με όλα, αυτοί είναι οι άνθρωποι που από κομπάρσοι της ζωής γίναν πρωταγωνιστές της νεοελληνικής τραγικωμωδίας.

Ο αστυνόμος από τη μεριά του, παράγοντας εξισορρόπησης των εντάσεων στον τόπο, είναι η ανεπαρκής εξουσία, η υποταγμένη Αρχή. Στέκεται στο πλευρό του Βαγγέλη και τον υπερασπίζεται, αλλά το κτήνος εξετράφη στη δική του βάρδια και το γνωρίζει καλά. Υπήρξε ειδικός στα στραβά μάτια, θεράπων του ωχαδερφισμού που δεν ασπάζεται τη νοοτροπία των τοπικών παραγόντων αλλά έχει βρει έναν τρόπο να επιβιώνει ανάμεσα τους. Έχει το σπίτι του, νουθετεί με τη δύναμη του σήματος τους ντόπιους, αυτοί κάνουν πως τον ακούν και γυρίζει για ύπνο. Μοιραία, όταν η κατάσταση οξυνθεί με την έλευση του ξένου, θα αποκαλυφθεί -μέχρι και στον ίδιο- το πόσο διακοσμητική είναι η παρουσία του στο χωριό.

Ο Γραμματικός καταφέρνει να παίξει με τους όρους του γουέστερν με απόλυτη επιτυχία. Η μοίρα του Βαγγέλη μοιάζει προδιαγεγραμμένη: θα συνθλιβεί στον τόπο που αναζήτησε τη σωτηρία του, γιατί όπως τον κατάντησαν οι άνθρωποι που τον κατοικούν, τους ανήκει. Η έλευση της συντρόφου του, που έρχεται κλεφτά από την Αθήνα, είναι μία θλιβερή υπενθύμιση ότι για εκείνον δεν υπάρχει πια μέρος: αν δεν τα βγάλει πέρα στο χωριό, δεν υπάρχει επιστροφή. Και ο ίδιος είναι αρκετά ξεροκέφαλος ώστε να το παλέψει μέχρι τελευταίας πτώσης.

Ωστόσο, ενώ ο Βασιλιάς οδεύει προς το τέλος του, απελευθερώνεται από την αίσθηση του φαταλισμού. Ναι, σε αυτή την ιστορία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι απατεώνες και οι ψευτόμαγκες θα θριαμβεύσουν, η δική τους γραμμή θα περάσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι ο αγώνας υπήρξε μάταιος ούτε ότι πάντοτε θα έχει τη συγκεκριμένη κατάληξη. Άλλωστε, η αντίσταση απέναντι στη βία της ομοιομορφίας ουδέποτε βασιζόταν στην επιτυχή έκβαση. Η γοητεία της βρίσκεται σε μια αίσθηση αυταξίας, στην περηφάνια ενός «άντε γαμηθείτε» απέναντι στη μικροπρέπεια των ανθρώπων που το παίζουν σπουδαίοι και τρανοί, εκμεταλλευόμενοι μία φθηνή θέση προδιαμορφωμένης (και παραμορφωμένης) ισχύος.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑