Reviews Moontide

31 Δεκεμβρίου 2017 |

0

Moontide

Σκηνοθεσία : Άρτσι Μάγιο

Με τους : Ζαν Γκαμπέν, Άιντα Λουπίνο, Τόμας Μίτσελ, Κλωντ Ρέινς

Ελληνικός τίτλος : Απόκληροι της Ζωής

Διάρκεια : 94’

Έτος Παραγωγής : 1942

Χώρα Παραγωγής : ΗΠΑ

Το Moontide του Άρτσι Μάγιο, ήταν η ταινία που …υποτίθεται πως θα λανσάριζε τον Ζαν Γκαμπέν ως σταρ στο Χόλιγουντ. Υποτίθεται, διότι δεν έγινε μεθοδευμένα. Ο ίδιος βρέθηκε εκεί εξοστρακισμένος, στη διάρκεια του πολέμου. Υποτίθεται, επίσης, διότι δεν λειτούργησε με βάση τις προσδοκίες, όπως δεν λειτούργησαν και πολλά άλλα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο φιλμ. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να παραμένει – στο πέρασμα του χρόνου – συναρπαστικό. Συνάντησε πολλά εμπόδια και προβλήματα απ’ το ξεκίνημα σχεδόν των γυρισμάτων.

Ο κώδικας Χέηζ έθεσε βέτο για το αρχικό σενάριο και ο σεναριογράφος Νάναλι Τζόνσον αντικαταστάθηκε από τον Τζον Ο’ Χάρα (συγγραφέα – ανάμεσα σε άλλα – του Ραντεβού στη Σαμάρα και του Butterfield 8), ενώ και ο ίδιος ο Γκαμπέν επέμενε να γίνουν μεγάλες αλλαγές σε αυτό (το ήθελε πιο ζοφερό και πεσιμιστικό). Λίγο μετά την έναρξη των γυρισμάτων, ο Φριτς Λανγκ αποχώρησε από τη σκηνοθεσία του φιλμ. Το αρχικό ρεπεράζ (η αναζήτηση και επιλογή των χώρων των γυρισμάτων) έπρεπε να αναθεωρηθεί. Είναι παράδοξο που, τελικά, αρκετά απ’ αυτά τα προσκόμματα που προέκυψαν, λειτούργησαν υπέρ της ταινίας. Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί να ξαναδημιουργηθεί – και με τέτοιους όρους – ένα νουάρ παραμύθι αγάπης σαν κι αυτό.

Ένας Γάλλος εργάτης στις αποβάθρες του Σαν Πέδρο της Καλιφόρνια, ο Μπόμπο (Ζαν Γκαμπέν), μεθάει κάποιο βράδυ τόσο πολύ, που την επομένη ξυπνάει χωρίς να θυμάται τίποτα από την προηγούμενη νύχτα (στη διάρκεια της οποίας γίνονται διάφορα). Η μοίρα του επιφυλάσσει κι άλλα: βλέπει μια νεαρή γυναίκα, την Άννα (Άιντα Λουπίνο), να προσπαθεί να αυτοκτονήσει και την σώζει από βέβαιο πνιγμό. Όπως ο ίδιος, έτσι κι εκείνη είναι μια απόκληρη (ουσιαστικά δεν μαθαίνουμε ποτέ ακριβείς λεπτομέρειες για το παρελθόν τους).

Ας είναι καλά η λογοκρισία: στη νουβέλα (του Γουίλαρντ Ρόμπερτσον) και στην αρχική βερσιόν του σεναρίου η Άννα είναι πόρνη και ο Μπόμπο ένας τύπος με πολλές φιλεναδίτσες, κάμποσες απ’ τις οποίες ακολουθούν το επάγγελμα της Άννας. Το «ψαλίδι» που πέφτει, όλως περιέργως δυναμώνει το έργο – παραμένουν τόσα, όσα αρκούν για να αντιληφθεί ο θεατής πως κι οι δυο έχουν δει αρκετά απ’ τη ζωή, κουβαλούν ένα βασανισμένο παρελθόν, ενώ ταυτόχρονα τούτη η απουσία λεπτομερειών προσδίδει και στους δύο μια αυθεντική γοητεία κι ένα περίεργο είδος αθωότητας. Σαν εκείνα τα αδέσποτα τετράποδα, που σκύβεις πάνω τους με συμπόνια.

Ο Μπόμπο είναι ένας σκληρός τύπος με εκρηκτική ιδιοσυγκρασία. Είναι όμως από κείνους τους σκληρούς, που θα περιθάλψουν αμέσως ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα, όπως η Άννα. Εκείνη δεν είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους τρυφερότητα από τους άντρες, μα δεν θα αργήσει να συνειδητοποιήσει πως της αρέσει. Η αγάπη τους θα ανθίσει μέσα από μια σειρά εμπόδια που βάζουν διάφοροι παράγοντες, όπως ο χειριστικός φίλος του ήρωα (Τόμας Μίτσελ) που αντιπαθεί οποιαδήποτε γυναίκα πλησιάζει ο τελευταίος και τον κρατάει (ενοχικά) δέσμιο ενός μυστικού από το παρελθόν, αλλά και οι υποψίες που το σενάριο «κατευθύνει» στον πρωταγωνιστή γύρω απ’ την πιθανή συμμετοχή του σε ένα έγκλημα. Υπάρχει όμως και ο φύλακας-άγγελος του ζευγαριού (Κλωντ Ρέινς), άλλος ένας περίεργος – όσο και απολαυστικός – τύπος που ξεπηδά απ’ την «ομίχλη» του σκηνικού και το πενάκι του συγγραφέα για να μας κατακτήσει, ο οποίος προσπαθεί να βοηθήσει τους δύο ήρωες να καθυποτάξουν την αδυσώπητη Μοίρα στο δρόμο για την Ευτυχία. Είναι όμως γνωστό πως όταν κάποιος κάνει σχέδια, η Μοίρα γελάει!

Η οδύνη που ώρες-ώρες κουβαλά το πρόσωπο των δύο πρωταγωνιστών, τους κάνει ιδιαίτερα συμπαθείς και ευάλωτους. Νιώθεις πως είναι εντελώς άοπλοι και ανίσχυροι, απέναντι σε έναν εχθρικό κόσμο. Ο Γκαμπέν δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στο σύστημα της αμερικάνικης κινηματογραφικής βιομηχανίας. Θα γυρίσει μια ακόμα ταινία (το The Impostor/Δραπέτης του Δήμιου, 1944 – σε σκηνοθεσία του φίλου του, Ζυλιέν Ντιβιβιέ) πριν επιστρέψει οριστικά στην Ευρώπη. Κρίμα, μιας κι η ερμηνεία του είναι πολύ καλή. Της Λουπίνο όμως είναι ακόμη καλύτερη. Πολύ πιο ευαίσθητη απ’ ότι συνήθως, κεντάει το ρόλο της με ιδιαίτερες, λεπτές αποχρώσεις.

Ο Κλωντ Ρέηνς σε έναν κόντρα ρόλο, αυτόν του ατημέλητου – εν τούτοις σοφού – γέρου φίλου και προστάτη του ζευγαριού, θα μπορούσε εύκολα να «καταπιεί» κάθε σκηνή – ακόμα και την καλύτερη των δύο πρωταγωνιστών – μόνο και μόνο με την παρουσία του, ωστόσο «παραχωρεί» την θέση του, παραμερίζει διακριτικά για τους τελευταίους. Και ο Τόμας Μίτσελ (που συνήθως έπαιζε αξιαγάπητους χαρακτήρες) καταθέτει εδώ την ερμηνεία της ζωής του – αν και αναρωτιέται κανείς πως πρέπει να αισθάνθηκε (όντας ομοφυλόφιλος ο ίδιος) υπηρετώντας έναν ρόλο κακού με σαφείς ομοφυλοφιλικές προεκτάσεις.

Η φωτογραφία του φιλμ είναι ασύλληπτη. Είναι ένα κράμα εξπρεσιονιστικού νουάρ και ποιητικού ρεαλισμού των thirties. Μαζί με τη σκηνοθεσία του Μάγιο μετατρέπουν την παράκτια Καλιφόρνια σε κλειστοφοβικό φέρετρο και συνθέτουν το στοιχειωμένο, ποιητικό όραμα δύο αιωρούμενων ζωών, σε έναν επίσης αιωρούμενο χώρο και χρόνο που μοιάζει να αναστέλλει διαρκώς τη συνάντηση με το πεπρωμένο τους. Η οπτική προσέγγιση θυμίζει εντυπωσιακά το Λιμάνι των Απόκληρων (1938) του Μαρσέλ Καρνέ. Μοιάζει αδύνατο να μην έχει επηρεαστεί το Moontide απ’ το τελευταίο. Τα εύσημα και στον Σαλβαδόρ Νταλί, που ευθύνεται για τα πρωτότυπα σχεδιάσματα της αριστοτεχνικής ονειρικής σεκάνς του μεθυσμένου Γκαμπέν στο ξεκίνημα του έργου.

Ο πόλεμος που είχε ήδη ξεσπάσει (και για την Αμερική) κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν αυθεντικές λήψεις στο λιμάνι του Σαν Πέδρο. Έτσι, το μαγευτικό, ονειρικό, ομιχλώδες σκηνικό του λιμανιού δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου σε «τεχνητό» περιβάλλον, προσδίδοντας στο φιλμ εξαιρετική καλλιτεχνική αίσθηση. Λες κι οι τέσσερις βασικοί χαρακτήρες «εγκλωβίστηκαν» σε έναν δικό τους, παράξενο και παραμυθένιο κόσμο, όπου ο Γκαμπέν είναι ο ήρωας, η Λουπίνο η βασιλοπούλα των χαμόσπιτων, ο Μίτσελ η κακιά μάγισσα και ο Ρέηνς η καλή νεράιδα. Αυτή η παραμυθένια ατμόσφαιρα είναι και το πιο ταιριαστό και αρμονικό στοιχείο του έργου.

Το Moontide δεν υπήρξε εμπορική επιτυχία. Πιθανότατα εξαιτίας της – τόσο ασυμβίβαστα – μη ρεαλιστικής αίσθησης που αποπνέει και που το κάνει να φαίνεται σαν ένα περίεργο κινηματογραφικό υβρίδιο. Συνδυάζει το ευρωπαϊκό με το αμερικάνικο βλέμμα, το νουάρ με το ρομάντζο, το έγκλημα με το παραμύθι. Όπως και το αριστούργημα του Τσαρλς Λώτον, η Νύχτα του Κυνηγού (1955) – αισθητικά και ως κατασκευή το θυμίζει σε πολλά επίπεδα – είναι ένα φιλμ για το οποίο το κοινό της εποχής του δεν ήταν προετοιμασμένο. Μπορεί να μην είναι τέλειο, παραμένει ωστόσο μια παράξενα γοητευτική εμπειρία που δεν προσπερνιέται με τίποτα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας των τελευταίων 5 ετών;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts