Reviews MIDNIGHT IN PARIS

7 Οκτωβρίου 2011 |

2

MIDNIGHT IN PARIS

Σκηνοθεσία: Γούντι Άλεν

Παίζουν: Όουεν Γουίλσον, Ρέιτσελ Μακ Άνταμς, Μαριόν Κοτιγιάρ, Κάθι Μπέιτς.

Διάρκεια:100’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Μεσάνυχτα στο Παρίσι»

 

Ο αγαπημένος Γούντι Άλεν παρότι αισίως διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του (σβήνει 76 κεράκια την πρώτη μέρα του Δεκέμβρη) συνεχίζει απτόητος, αγγίζοντας τον εντυπωσιακό απολογισμό των 41 ταινιών σε 42 χρόνια σκηνοθετικής καριέρας! Το οξύμωρο στην όλη υπόθεση έγκειται πως ούτε στα πιο τρελά του όνειρα δεν θα φανταζόταν πως στα γεράματα θα έσπαγε τα ταμεία στις ΗΠΑ παρά το γεγονός μάλιστα ότι η ταινία του προβλήθηκε σε περιορισμένο αριθμό αιθουσών. Σύμφωνα με τα ως τώρα νούμερα λοιπόν, το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» (που άνοιξε και την αυλαία στις Κάννες τον Μάιο) έρχεται πρώτο σε απόλυτο αριθμό εισπράξεων στην καριέρα του και τέταρτο σε πραγματικό αριθμό εισιτηρίων, πίσω από τα «Η Χάνα και οι αδελφές της», «Μανχάταν» και «Νευρικός εραστής». Ο Γούντι Άλεν αποτίνει τον φόρο τιμής στο γαλλικό κοινό που τον λάτρεψε διαχρονικά, καθώς και στην πόλη, η οποία, κατά δική του ομολογία, κόντεψε να τον αρπάξει από την πολυαγαπημένη Νέα Υόρκη. Η εναρκτήρια διαδοχή πλάνων θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί σποτάκι καλλιτεχνικής χροιάς του Υπουργείου Πολιτισμού της Γαλλίας για την προώθηση του παριζιάνικου τουρισμού. Πολύ όμορφα τα πλάνα μεν, επιβεβαίωση δε πως πολλές από τις πρόσφατες ταινίες του Γούντι Άλεν θυμίζουν ολίγον αφιέρωμα του Lonely Planet σε ευρωπαϊκές πόλεις (βλέπε Λονδίνο και Βαρκελώνη).

Η χαρακτηρολογία τυπικά «γουντιαλενική», με βασικό άξονα τον καταπιεσμένο από τον υλισμό και τη ρηχότητα που επικρατούν στον τόπο του, Αμερικάνο εκκολαπτόμενο καλλιτέχνη, ο οποίος έχει παγιδευτεί χωρίς σχεδόν να το αντιληφθεί στη δίνη μίας ανούσιας σχέσης που οδεύει προς την οριστική φυλακή του γάμου. Πού προστρέχει λοιπόν μία εγκλωβισμένη ψυχή εν ώρα ανάγκης, τη στιγμή που αναζητά κάποιο φωτεινό παράδειγμα; Ο νευρωτικός μας φίλος έχει έτοιμη την απάντηση. Στο παρελθόν, στα πρότυπα, στις προσλαμβάνουσες, σε ό,τι και όποιους αποτέλεσαν διαχρονική πηγή έμπνευσης και θαυμασμού. Ο κινηματογράφος υπάρχει ακριβώς για να καθιστά ορισμένα θαύματα απολύτως φυσιολογικά, όπως λόγου χάρη την τηλεμεταφορά στο χρόνο και πιο συγκεκριμένα στο Παρίσι του ’20, με την μποέμικη ζωή και τους περιπλανώμενους καλλιτέχνες. Η μαγεία του κινηματογράφου λοιπόν που μεταμορφώνει οποιοδήποτε δεδομένο μέρος του κόσμου σε κάτι που μοιάζει εντυπωσιακά στο πρωτότυπο αλλά είναι πάντα διαφορετικό γιατί απλούστατα είναι πλέον «κινηματογραφικό». Το Παρίσι παραδείγματος χάριν είναι αγχώδες και απαισιόδοξο αν κρίνουμε με βάση το «Ασανσέρ για δολοφόνους» του Λουί Μαλ. Από την άλλη είναι τρυφερό και νοσταλγικό αν κυνηγάς «Το κόκκινο μπαλόνι», όπως ο Αλμπέρ Λαμορίς. Φυσικά, θα μπορούσε κάλλιστα να ειδωθεί και ως φουτουριστικός εφιάλτης, όπως προτείνει ο Γκοντάρ στο «Άλφαβιλ», για να αναφέρουμε τρία τυχαία παραδείγματα. Για τον ήρωά μας είναι μία πηγή ζωής, μία ανεξάντλητη δεξαμενή γοητείας και περιπέτειας, ένα εκτός λογικής ταξίδι σε όσα αγάπησε.

Σε αυτό το σημείο μπαίνει στο παιχνίδι και το αόρατο άγγιγμα, οι ανεπαίσθητοι χειρισμοί ενός μεγάλου γνώστη του κινηματογραφικού παιχνιδιού, ο οποίος ακόμη και στις ήσσονες στιγμές του μοιάζει να γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά όλα τα μυστικά της τέχνης του. Η αρχική ιδέα είναι απλή στα όρια της χαριτωμένης αφέλειας. Αν θέλουμε να είμαστε μάλιστα ωμά ειλικρινείς, ανά στιγμές η ιστορία μας δείχνει κάπως απροσανατόλιστη, σαν ένα προσωπικό καπρίτσιο παρά μία δομημένη δημιουργία. Μία τέτοιου είδους ανάπλαση των ιστορικών προσώπων της εποχής σε ελάχιστα σκηνοθετικά χέρια δεν θα έμοιαζε σαχλή ή τέλος πάντων άστοχη. Αντιθέτως, η μπαγκέτα του Γούντι δίνει ένα ανάλαφρο και γλυκό ρυθμό που παρασέρνει ή έστω προσκαλεί με ευγένεια και χάρη. Το φινάλε είναι βεβιασμένα και  πρόχειρα συμβολικά αλλά εντούτοις κατορθώνει με τον τρόπο του να αφήνει ένα μειδίαμα κολλημένο στο στόμα. Ορισμένα χαρίσματα παράγουν τα αποτελέσματά τους τόσο αβίαστα που δεν έχουν ανάγκη τη δικαιολόγηση.

Κομβικό σημείο πάντως αποτελεί η στιγμή κατά την οποία η ονειροπόληση κινδυνεύει να καταντήσει κουραστική και αδιέξοδη. Ο Γούντι παρεμβαίνει και μας υπενθυμίζει πως πάντοτε υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο στα λεγόμενά του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μας τονίζει πως κάθε παρελθόν έχει αποτελέσει παρόν, με όλα τα μειονεκτήματα και τα άγχη που συνοδεύουν το δεύτερο. Αυτά που δεν έχουμε ζήσει είναι εξ ορισμού ομορφότερα απ’ όσα βιώνουμε σε παρόντα χρόνο καθότι δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό, σε καμία τριβή και αξιολόγηση. Η εξιδανίκευση τόπων μακρινών και θολών είναι μία αυθόρμητη ανθρώπινη λειτουργία που μας απομακρύνει από τον φόρτο του σήμερα και του εδώ. Μέσα σε όλα αυτά, διακρίνουμε και ένα τρομαγμένο κλείσιμο του ματιού στον θάνατο, στοιχείο που είχε αφήσει να διαφανεί ο διοπτροφόρος σκηνοθέτης και στην προηγούμενη ταινία του, «Θα συναντήσεις ένα ψηλό, μελαχρινό άνδρα». Γεννιόμαστε με την βεβαιότητα του θανάτου, καθότι είναι το μόνο σίγουρο συμβάν στη μετέπειτα ζωή μας. Μεγαλώνουμε προσπαθώντας να καλμάρουμε τον φόβο θανάτου που σταδιακά γίνεται πιο κοντινός και οικείος. Φεύγουμε πασχίζοντας να συμφιλιωθούμε με την ιδέα του σύντομου ερχομού του. Στα 76 του, ο Γούντι εύλογα φοβάται και ως γνωστόν ποτέ δεν δίστασε να παραδεχτεί τους φόβους του.




2 Responses to MIDNIGHT IN PARIS

  1. Άρης says:

    Ωραία κριτική, αλλά ο Woody θα σβήσει τα 76 κεράκια το Δεκέμβριο!

    • ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ says:

      Έχεις απόλυτο δίκιο, για κάποιο λόγο βιάστηκα να τον γεράσω πρόωρα. Θα διορθωθεί άμεσα. Thanks!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Γιώργος Παπαδημητρίου

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest