Reviews Lost in Translation

21 Σεπτεμβρίου 2018 |

0

Lost in Translation

Σκηνοθεσία: Σοφία Κόπολα

Παίζουν: Μπιλ Μάρεϊ, Σκάρλετ Τζοχάνσον

Διάρκεια: 105′

Έτος παραγωγής: 2003

Ο Μπομπ Χάρις και η Σάρλοτ έχουν ξεβραστεί σε ένα τόπο αμηχανίας, απορίας και έκπληξης. Σε ένα τόπο, όπου οι γνώριμοι και οικείοι κώδικες, όχι απλώς καταρρέουν, αλλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Είναι μονίμως σαστισμένοι, με το στόμα και την καρδιά να χάσκουν, χωρίς να ξέρουν τι να πουν και τι να νιώσουν. Δεν είναι οι τυπικές χαμένες ψυχές, προικισμένες με οποιαδήποτε καταραμένη γοητεία. Είναι σαν ξεφούσκωτες κούκλες που έχουν τοποθετηθεί σε μία παράξενη βιτρίνα και αποτελούν αντικείμενο παρατήρησης από περαστικούς που δεν προσέχουν καν ότι είναι ξεφούσκωτες.

Θαρρείς και θέλουν να ουρλιάξουν ότι έχουν αδειάσει, αλλά δεν έχει μείνει κανένα ευήκοον ους διαθέσιμο εκεί γύρω. Είναι κουρασμένοι, χωρίς να μπορούν ακριβώς να δικαιολογήσουν αυτή την εξαντλητική κόπωση, και συναισθηματικά ρυτιδιασμένοι. Ράθυμοι στην πίκρα τους, νωχελικοί στη διατύπωση της μετάνοιας για τις επιλογές τους. Αναποφάσιστοι ακόμη και για τη δυστυχία τους, διότι πολύ θα λαχταρούσαν να δώσουν αυτή τη βολική ταμπέλα στη ζωή τους, αλλά ούτε κι αυτή θα ήταν ακριβής και επαρκής.

Και είναι σχεδόν αναπόφευκτα αυτοσαρκαζόμενοι, υποτονικά ρομαντικοί, και καταδικασμένοι να ζουν μία ιστορία από αυτές που μοιράζεσαι μονάχα με ξένους κι αγνώστους. Μονάχα με ανθρώπους που σου μεταδίδουν εκείνο το αίσθημα της ανεξήγητης και ολίγον φαντασιακής εγγύτητας, που δεν μπορούν εξ ορισμού να σου μεταδώσουν οι αληθινά κοντινοί σου. O Μπομπ Χάρις, διάσημος Αμερικάνος ηθοποιός που αντιλαμβάνεται, υπογείως και ανεπαίσθητα, ότι η αυγή της παρακμής και του συμβιβασμού έχει ανατείλει, και η Σάρλοτ, μία όμορφη κοπέλα που έχει παντρευτεί πρόσφατα, σχεδόν με αυτόματο πιλότο, και νιώθει ολότελα φιλοξενούμενη στη ζωή της, ακριβώς πάνω στον ανθό της νιότης της.

Θα περιδιαβούν την εξωγήινα αλλόκοτη κι απελπιστικά αχανή μητρόπολη του Τόκιο, που μοιάζει σχεδόν με παραισηθισογόνο παιδική χαρά ξεκούρδιστων θαυμάτων: μία διέξοδος από τη προσωπική τους στασιμότητα, από τη δική τους κινούμενη άμμο, από τη δική τους άχρωμη κι άνυδρη πραγματικότητα. Φάλτσα καραόκε πάρτυ, άχαρες σουαρέ ναρκωτικών, φλιπερ ναοί, στολισμένοι με ένα παροξυσμό ήχων και χρωμάτων, λεωφόροι που μοιάζουν με ακανόνιστες ατελείωτες πεδιάδες, σμήνη ανθρώπων που πλημμυρίζουν κάθε γωνιά, και πάνω απ’ όλα το έσχατο καταφύγιο. Το μπαρ του ξενοδοχείου, μία νησίδα των δύο, μία ήπειρος για τους δύο ξεχασμένους.

Ο Μπομπ Χάρις και η Σάρλοτ σμίγουν την αδιαφορία όλων των υπολοίπων για πού είναι, πού βρίσκονται, τι κάνουν και πώς περνούν την ώρα τους, και τη μετατρέπουν σε συντροφικό ανεξίτηλο δέσιμο. Επικοινωνούν όχι με ευγλωττία, ευφράδεια και σαφήνεια, αλλά αποσπασματικά, κωδικοποιημένα και διακεκομμένα. Με σήματα μορς μοναξιάς, με σιωπηλές κουβέντες ενσυναίσθησης και τρυφερότητας. Δύο φλύαροι εγγαστρίμυθοι, για τους οποίους δεν υφίσταται καμία άλλη οδός παρά η μέση, η θολή, η ημιτελής και ανολοκλήρωτη. Η Κόπολα έχει τη διαύγεια και την ψυχραιμία να μην καταδικάσει την επαφή τους στη φυλακή του ειδυλλίου, αλλά να την αφήσει να περιπλανηθεί στην απεραντοσύνη της ακατανόητης επαφής.

Η Κόπολα φτιάχνει μία λυπημένη κωμωδία, μία κωμωδία που πλανάται ως υπόνοια, πέρα από τους χαρακτήρες, τα δρώμενα, τις καταστάσεις και τα λεγόμενα. Είναι μία κωμωδία ενδιάθετων συμπεριφορών, μία υπενθύμιση της ιλαρότητας του κόσμου που έχει στηθεί γύρω μας και των κλαυσίγελων που φωλιάζουν κάθε τρεις και λίγο μέσα μας. Ο Μάρεϊ, μοιάζει με ρολόι υποδειγματικά κουρδισμένο ούτως ώστε να χάνει κάποια αδιόρατα δευτερόλεπτα. Η κωμική του μανιέρα λειτουργεί περισσότερο ως αστερίσκος υπενθύμισης ενός ντελιρίου που καραδοκεί κάπου δίπλα, αλλά δεν μπορεί πλέον να απελευθερωθεί. Διότι υπάρχει η κούραση, υπάρχει ο χρόνος που ξοδεύτηκε, υπάρχει η επώδυνη υπενθύμιση μιας ατέρμονης επιστροφής.

Και υπάρχει κι ένας αποχαιρετισμός. Ένα κρεσέντο ψιθυρίσματος. Ένα δυαδικό αντίο, που δεν χωράει αδιάκριτους τρίτους. Η Κόπολα χαρίζει στους χαρακτήρες της μία στιγμή ιερής και απαραβίαστης ιδωτικότητας. Δεν είναι δική μας δουλειά να μάθουμε τα στερνά τους λόγια. Το ότι ψέλλισαν ένα δικό τους αποχαιρετισμό, ότι βρήκαν τον τρόπο να γνεύσουν ο ένας τον άλλον όπως τους άρμοζε, είναι το μόνο που πρέπει να μας απαχολεί. Σπανίως το ημιτελές έχει υπάρξει πιο αρκετό.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑