Reviews After Life (Wandafuru raifu)

14 Ιανουαρίου 2020 |

0

After Life (Wandafuru raifu)

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-έντα

Με τους: Αράτα Ιούρα, Έρικα Όντα, Σουσούμου Τεραζίμα, Τακάσι Νάιτο, Κιόκο Καγκάβα

119’ (Ιαπωνία, 1998)

Μετά τον θάνατό τους αλλά πριν μεταβούν στον Παράδεισο, οι έχοντες προσφάτως «αναχωρήσει» βρίσκονται σε ένα ευρύχωρο αλλά σαραβαλιασμένο κτίριο γεμάτο γραφεία, στο οποίο διάφοροι κοινωνικοί λειτουργοί τους συνδράμουν ώστε να επιλέξουν εκείνη την Ανάμνηση (της προηγούμενης ζωής) που θα κουβαλήσουν μαζί τους στο επόμενο στάδιο. Στη συνέχεια, η τελευταία αναπαρίσταται σε φιλμ και αφού προβληθεί (και την δουν) οι θανόντες είναι σε θέση να προχωρήσουν.

Τα μέλη της «υπηρεσίας» έχουν να αντιμετωπίσουν μια ευρεία γκάμα ανθρώπων: κάποιοι απ’ αυτούς θεωρούν πως η ζωή τους δεν διέθετε σπουδαίες αναμνήσεις για να τις ανακαλέσουν και μερικοί αδυνατούν να αποφασίσουν ποια (απ’ όλες) να διαλέξουν, ενώ άλλοι αρνούνται απλώς να μπουν σε μια τέτοια διαδικασία…

Η Μετά Θάνατον Ζωή είναι ένα μοναδικό (κινηματογραφικό) Όραμα για το Επέκεινα και μια φιλμική κατασκευή που επωφελείται της κρυστάλλινης δομής (και διάρθρωσής) της για να εξερευνήσει (με τρόπο μεθοδικό) υπαρξιακά διλήμματα και έννοιες, προτού φανερώσει στον θεατή τον διακριτικής ευαισθησίας πυρήνα της. Το πρώτο μισό εξαντλείται σχεδόν στις συνεντεύξεις που διενεργούν οι υπάλληλοι της «υπηρεσίας» για να καθορίσουν ποιες Αναμνήσεις θα αναβιώσουν.

Συνεντεύξεις (άκρως) νατουραλιστικές, οπότε και (κατά βάση) αυτοσχεδιαστικές. Παρόλα αυτά οι συγκλίσεις και αποκλίσεις, οι ομοιότητες και αντιθέσεις που συνθέτουν το συλλογικό αποτέλεσμα αυτής της Αναπόλησης και ο τρόπος που ο πλουραλισμός της οπτικής και αντίληψης για την ίδια τη ζωή και τις στιγμές της (στιγμές χαράς ή πόνου) κατατίθεται και ενορχηστρώνεται επί Οθόνης – οδηγώντας ουσιαστικά στον Καθαρτήριο Επίλογο, αποκαλύπτουν την καίρια δεξιοτεχνία και το αυθεντικό δημιουργικό βάθος του Κόρε-έντα ως σεναριογράφου, σκηνοθέτη και μοντέρ.

Πολλές από αυτές τις αναμνήσεις (που στο τέλος συμπεριελήφθησαν στο σενάριο), προήλθαν από μια σχολαστική (και εξαιρετικά επίπονη) διαδικασία συνεντεύξεων με περισσότερους από 500 ανθρώπους. Με την ίδια σχολαστικότητα και προσήλωση ο ιάπωνας auteur επιλέγει και το καστ του, παντρεύοντας (ή αντισταθμίζοντας) ερασιτέχνες ηθοποιούς με επαγγελματίες για να εξασφαλίσει την αίσθηση του ντοκιμαντέρ καταμεσής της μυθοπλασίας (σε γνήσιο φιλμ 16mm και με τη συνδρομή – στη διεύθυνση φωτογραφίας – του μπαρουτοκαπνισμένου Γιουτάκα Γιαμαζάκι).

Η διαδικασία αναβίωσης-αναπαράστασης των (επιλεγμένων) Αναμνήσεων λειτουργεί και ως νοσταλγικό homage-σχόλιο για το ηρωικό πνεύμα και τις αγωνίες της φιλμοκατασκευής (ιδίως εκείνης που διαθέτει πενιχρό budget και βασίζεται στην συλλογική προσπάθεια και την εθελοντική συμβολή), αφού στηρίζεται στα απλά και διαθέσιμα (τουτέστιν περιορισμένα) σκηνικά μέσα και οπτικά εφέ. Βλέπεις εδώ δεν είναι Χόλυγουντ να απεικονίζεται το Επέκεινα με τον εικονογραφικά πολυτελή (κι άλλο τόσο τρυφηλό και ενδοτικό) τρόπο του What Dreams May Come (εκείνου με τον μακαρίτη Ρόμπιν Γουίλιαμς), για παράδειγμα.

Το φιλμ του Κόρε-έντα είναι μια (αισθητικά) δωρική εμπειρία, που αντισταθμίζει την απουσία βαρυφορτωμένων εικαστικών παρεμβάσεων με μια διάχυση της προβληματικής και του φιλοσοφικού στοχασμού του δημιουργού. Όπως συμβαίνει στις περισσότερες μορφές τέχνης στην Ιαπωνία (καλλιγραφία, χορός, ποίηση), έτσι κι εδώ το φιλμ περιορίζεται κυτταρικά (μέσω της φόρμας του) στα απολύτως ουσιώδη και κρίσιμα που καθιστούν την εμπειρία της θέασης (σχεδόν) βιωματική. Αυτό είναι που ζητούν και οι «σύμβουλοι» απ’ τους εκλιπόντες: να διαλέξουν μια βαθιά, ει δυνατόν σαρωτική εμπειρία-ανάμνηση για να τους συνοδεύσει στην Μετά Θάνατον Ζωή (αφήνοντας όλες τις υπόλοιπες πίσω τους).

Το δεύτερο μισό του έργου ακολουθεί πιο συμβατική δραματουργία (χωρίς να σημαίνει ότι δεν σε αγγίζει εξίσου), καθώς η κάμερα του Κόρε-έντα εξερευνά τις «ζωές» των κοινωνικών λειτουργών και τους λόγους που αυτοί αποφάσισαν να μην επιλέξουν συγκεκριμένη ανάμνηση αλλά να παραμείνουν σε κατάσταση «αναμονής», βοηθώντας τους υπόλοιπους και παλεύοντας συγχρόνως με τις εκκρεμότητες και τα δεσμά της πρότερης, θνητής ύπαρξής τους.

Και καθώς οι ίδιοι …δεν γερνούν ποτέ πέρα απ’ την (βιολογική) ηλικία που είχαν όταν πέθαναν, παρατηρεί κανείς με ενδιαφέρον τον τρόπο που ο φαινομενικά ακμαίος Μοχιζούκι (Αράτα Ιούρα) αντιμετωπίζει το διστακτικό φλερτ μιας νεαρής γυναίκας όπως η Σιόρι (Έρικα Όντα), η γοητευτική μαθητευόμενή του. Αυτός πέθανε στα 22 του, εκείνη στα 18 της – γεγονός που τους καθιστά ταιριαστούς, μόνο που ο θάνατος του Μοχιζούκι έλαβε χώρα …πέντε δεκαετίες πριν από εκείνον της Σιόρι που σημαίνει ότι προέρχονται από τελείως διαφορετικές εποχές και κόσμους, κάτι που δικαιολογεί την συνεσταλμένη και επιφυλακτική (σχεδόν παλιομοδίτικη) συμπεριφορά του πρώτου.

 

Τούτοι οι άνθρωποι παραμένουν σε «μεταβατική» κατάσταση επειδή υπάρχουν ακόμη πράγματα που πρέπει να μάθουν (και να αποδεχτούν), όπως υποδηλώνουν οι αρχικώς αποθαρρυντικές αλλά στην πορεία ικανοποιητικές συναντήσεις του Μοχιζούκι με έναν ηλικιωμένο «πελάτη» και η προαγωγή (στην τελική) της Σιόρι από ασκούμενη σε ολοκληρωμένη κοινωνική λειτουργό.

Ο ορίτζιναλ γιαπωνέζικος τίτλος του φιλμ μεταφράζεται ως «Υπέροχη Ζωή»: πιθανώς επειδή – παρά τη θλίψη που βαραίνει τους χαρακτήρες του – το ιδιόρρυθμο και περίτεχνο δράμα φαντασίας του Κόρε-έντα παραμένει ένας (αδιαμφισβήτητος) υπαρξιακός και βιωματικός ύμνος για την μεγάλη (αναδρομική) συμβολή της μνήμης στην (μεταγενέστερη) αναζήτηση του νοήματος κάθε στιγμής που μας προσπέρασε…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Ποια είναι η αγαπημένη σας (παραδοσιακή) χριστουγεννιάτικη ταινία όλων των εποχών;
  • FB Cinedogs

  • Latest