L’Été meurtrier (One Deadly Summer)

Σκηνοθεσία : Ζαν Μπεκέρ

Με τους : Ιζαμπέλ Ατζανί, Αλέν Σουσόν, Σουζάν Φλον, Φρανσουά Κλουζέ, Ήντιθ Σκομπ

Διάρκεια : 133’ (Γαλλία, 1983)

Στο Φονικό Καλοκαίρι, η Ιζαμπέλ Ατζανί λικνίζεται νωχελικά και με αφοπλιστική ηδυπάθεια πάνω σε μια πετσέτα απλωμένη στο γρασίδι, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που η Στάνγουϊκ σταυρώνει το πόδι με κείνη την περίεργη αλυσιδίτσα περασμένη λίγο πάνω απ’ τον αστράγαλο στο Double Indemnity. Κοινός στόχος η αποπλάνηση του αφελούς, ανυποψίαστου και ανυπεράσπιστου αρσενικού, ώστε το τελευταίο να παρασυρθεί στα δίχτυα ενός φονικού σχεδίου που αμφότερες έχουν επινοήσει, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως ακαταμάχητες σειρήνες του σεξ.

Η κάμερα του Ζαν Μπεκέρ παρακολουθεί σαν σε λήθαργο την πρωταγωνίστρια να ιδρώνει αφειδώς χορεύοντας στα πάρτυ, να οργώνει στο ποδαράτο κάθε γωνιά της μικρής, επαρχιακής πόλης φορώντας κάτι …αναστενάρικα, αραχνοϋφαντα, κροσσώδη φορέματα και να κυκλοφορεί δοθείσης ευκαιρίας (αλλά και άνευ) όπως τη γέννησε η μάνα της. Τι να κάνει κι ο κακομοίρης Πον-Πον (Αλέν Σουσόν) : «κατουριέται» από ενθουσιασμό, κάθε φορά που την βλέπει από μακριά ή από κοντά!

Βαδίζοντας στα χνάρια της προγενέστερης Έξαψης, το φιλμ παίζει με τις συμβάσεις και τους κώδικες του νουάρ (οι χαρακτήρες είναι διάστικτοι από αμφισημία και η πρώτη ύλη, η νουβέλα του Σεμπαστιάν Ζαπριζό – που ανάμεσα σε άλλα έχει γράψει και τον ατμοσφαιρικότατο Ταξιδιώτη της Βροχής του Κλεμάν – διαθέτει ανάλογο ύφος) : εκεί όμως που ο Κάσνταν εμμένει στο πρώτο θεαματικά στο νουάρ στοιχείο, ο Μπεκέρ (που είναι Γάλλος, διάολε) ενσωματώνει στο δεύτερο ακόμη περισσότερες κινηματογραφικές επιρροές που περικλείουν μέχρι και μεταπολεμικούς εφιάλτες και αγωνίες, με τρόπο τέτοιο που διευρύνει – παρά φιλτράρει – το ρεβιζιονιστικό διακύβευμα του φιλμ. Επιλέγει μια δυσκίνητη σκηνοθετική φόρμα, που επικεντρώνεται υπερβολικά στην αφήγηση και στην εκτεταμένη αναφορά στο παρελθόν των χαρακτήρων, αντί να κυνηγήσει την θεματική οικονομία.

Η ηρωίδα, η Ελ (από το Elle – Αυτή, κι ας είναι το όνομά της Ελιάν), κουβαλά μαζί της μια πολύπλοκη ίντριγκα προκειμένου να πάρει εκδίκηση από τον Πον-Πον και την οικογένειά του, θεωρώντας πως αυτοί συνδέονται με τον προ 20ετίας βιασμό της γερμανίδας μητέρας της από τρεις ιταλούς μετανάστες. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά δεν ξεδιπλώνονται παρά στο δεύτερο μισό του φιλμ, εκεί όπου το τελευταίο μετατρέπει το αφηγηματικό του στυλ σε κάτι από …Ρασομόν, αποκαλύπτοντας και επαναλαμβάνοντας μια σειρά γεγονότων από διαφορετικές οπτικές γωνίες.

Ο Μπεκέρ επιλέγει το voice-over (άλλη μια σύμβαση του νουάρ) για να τοποθετήσει τον θεατή στην θέση του κάθε αντικρουόμενου αφηγητή, σκηνοθετικά εν τούτοις υποστηρίζει ελάχιστα αυτή την προσέγγιση αφού το στυλ του παραμένει σχεδόν απαράλλαχτο, άσχετα από την εκδοχή της ιστορίας που βρίσκεται στο προσκήνιο. Σαν να αναποδογυρίζεις το κλασικό νουάρ σε παστοράλ, όπου η εμμονή στα σκοτάδια και τις σκιές (τόσο πολυσχιδής και ποικιλόμορφη όμως εκεί) αντικαθίσταται από την διαρκή (ενίοτε εκτυφλωτική) χρήση φωτός και την εκτεταμένη παραμονή της κάμερας στους χώρους δράσης και την ανοιχτή ύπαιθρο.

Το Φονικό Καλοκαίρι, αν και συσχετίζει την Ιστορία με το Σινεμά, είναι εμφανές πως ενδιαφέρεται εξίσου (αν όχι περισσότερο) για την ιστορία του ίδιου του Σινεμά : είναι ανιχνεύσιμα πάνω του τα σημάδια του ιταλικού νεορεαλισμού κι η επίδραση του τρόπου που ο πατέρας του Μπεκέρ (ο πολύς Ζακ) συσχέτισε τον κοινωνικό σχολιασμό με την μάχη των φύλων, σε φιλμ όπως το Casque d’Or (Χρυσομαλλούσα) ή το Touchez pas au grisbi (Ας με κρίνει η κοινωνία).

Φιλμ στα οποία η αφήγηση χρησιμεύει ως αφετηρία για μια εξερεύνηση στις βαθύτερες, αχαρτογράφητες πλευρές των χαρακτήρων και των επιθυμιών τους. Ακόμη και ο τίτλος – Φονικό Καλοκαίρι – είναι ειρωνικός ή παραπλανητικός, καθώς ανακαλύπτεις πως η ηρωίδα έχει ζήσει με τον πόνο και την άσβεστη δίψα για εκδίκηση όχι ένα ή δύο αλλά …είκοσι ολόκληρα καλοκαίρια, προϊόν κι η ίδια μιας άθλιας και βίαιης πράξης.

Ο σκηνοθέτης την χρησιμοποιεί ως σύμβολο μιας μεταπολεμικής Ευρώπης, τα εθνικά σύνορα της οποίας δεν προσδιορίζουν (ούτε αποκωδικοποιούν) πλέον την ταυτότητα των ανθρώπων, αφού η επίφαση (ή ο μύθος) της διακριτής κουλτούρας έχει από καιρό εξαλειφθεί. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το φιλμ γίνεται περισσότερο κατανοητό ως ένα ψηφιδωτό που χρησιμοποιεί δάνεια από το γαλλικό, το ιαπωνικό, το ιταλικό και το αμερικάνικο σινεμά για να προσεγγίσει τον τρόπο που αυτές οι διαφορετικές μορφές παράδοσης ασκούν ανεξίτηλη επιρροή στις δομές της κινηματογραφικής αφήγησης.

Με χαρακτήρες που σκιαγραφούνται ισχνά (όχι όμως επιδερμικά), το φιλμ κινδυνεύει να εκληφθεί από τον (ανυποψίαστο) θεατή ως μακάβριο νουάρ που αξιοποιεί στο έπακρο την πλαστικότητα της γυμνής ομορφιάς της Ατζανί, αποτυγχάνοντας παράλληλα να συσπειρώσει τα αφηγηματικά του στοιχεία σε ένα δραματουργικά ελκυστικό σύνολο. Ωστόσο, και καθώς το τελευταίο ξεδιπλώνεται, μια τέτοια ανάγνωση αποδυναμώνει την ικανότητα να αντιληφθείς πως η κλιμακούμενη ροπή των χαρακτήρων προς την υπερβολή και την τρέλα, αποτελεί θεμελιώδη και συνεπακόλουθη επίπτωση μιας σειράς παραδόσεων που ανατρέπονται και ενός ολόκληρου κόσμου που κλυδωνίζεται : όταν ο Πον-Πον λέει πως η μάνα του … «απεχθάνεται οτιδήποτε φοράει φούστα«, ο σκηνοθέτης δεν σχολιάζει απλά τον εγκιβωτισμένο μισογυνισμό μιας γυναίκας, αλλά και τον μισό – και βάλε – αιώνα που καθόρισε και ταυτόχρονα δυσφήμισε την σεξουαλικότητα των γυναικών μέσω των προτύπων που επέβαλε. Κι αν ο Μπεκέρ αιχμαλωτίζει στον (ιδρωμένο) φακό του την Ατζανί σαν να πρόκειται για διαφημιστικό σποτ (διάχυτο φως, χαμηλωμένες γωνίες λήψης, κομψά κάδρα), είναι ακριβώς αυτός ο λόγος. Στο Φονικό Καλοκαίρι, τέχνη και προϊόν είναι τυλιγμένα μαζί σε ένα άβολο, ενοχλητικό μα και αδιατάραχτο Όλον!

Ο κοινωνικός ρεαλισμός του Μπεκέρ θαρρείς εδώ και μπλέκεται στα χωράφια ενός Σαμπρόλ. Μια σκηνή βιασμού που σου μένει και εικόνες από τη ζωή της υπαίθρου, γεμάτες γήινη σεξουαλικότητα, ζωντανούς χαρακτήρες και μια αίσθηση αυθεντικού (όλες δοσμένες με πληθωρικότητα αλλά και απουσία συναισθηματισμού). Πίσω απ’ αυτές, εν τούτοις, παραμονεύουν προκαταλήψεις, άσχημες σκέψεις και σκοτεινά, ενοχλητικά μυστικά. Δεν έχεις να κάνεις όμως με μια τυπική ιστορία εκδίκησης, όπως στο Η Νύφη Φορούσε Μαύρα του Τρυφφώ. Σου πετάει μέσα ορισμένες (αντισυμβατικές) ανατροπές που το εξελίσσουν ως βαθύτερη ψυχολογική σπουδή-τραγωδία.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές, αλλά αυτό που παθαίνεις με την πρωταγωνίστρια δεν έχει προηγούμενο (…ούτε κι επόμενο. Εντάξει, τι θες να σου πω – δεκαέξι χρονών ήμουν όταν το πρωτοείδα) : νομίζεις ότι «μυρίζεις» τη σεξουαλικότητά της μέσα απ’ τα κάδρα (κι όμως φίλε μου, το τσίμπησε το Σεζάρ για τούτη την ερμηνεία). Το σιγοκαίει, το βασανίζει το πράγμα, το πάει από δω …το πάει από κει. Αλλά σε αναστατώνει και η εξέλιξη του χαρακτήρα μέσα στο φιλμ : ξεκινάς με την εικόνα μιας ξεδιάντροπης μπίμπο, αντιλαμβάνεσαι πως είναι πολύ πιο έξυπνη και δηλητηριώδης απ’ όσο δείχνει αρχικά και καταλήγεις να συνειδητοποιείς πως πρόκειται για μια κατεστραμμένη γυναίκα.

Η Ατζανί μετατρέπει την Ελιάν σε μια πραγματική δύναμη της φύσης, τρομακτική και ακαταμάχητη. Η επιτομή της φαμ φατάλ. Ωστόσο, δεν είναι διαβολικό πλάσμα. Οι ενδόμυχες σκέψεις της αποκαλύπτουν τη βαθιά σύγκρουση με τον εαυτό της. Το σχέδιο εκδίκησης που συλλαμβάνει θα κοστίσει αρκετά αθώα θύματα, σε ένα πράγμα ωστόσο θα επιτύχει απόλυτα : στο να καταστρέψει τον ήδη εύθραυστο ψυχισμό της. Μια πολυεπίπεδη ερμηνεία που ξεδιπλώνεται σαν πολύχρωμη βεντάλια. Κάτω απ’ τη σκληρότητα του θέματος, ο Μπεκέρ σκιαγραφεί μια τρυφερή – αν και βαθιά στρεβλή – σχέση μεταξύ κακοποιημένης μητέρας και κόρης (προϊόντος της κακοποίησης). Σε μια από τις πιο περίεργες (και αδικαιολόγητα άνευρες) σκηνές του φιλμ, η ηρωίδα …»βυζαίνει» το στήθος της μάνας της.

Το Φονικό Καλοκαίρι είναι κάπως δύσκολο να το περιγράψεις. Είναι άραγε η σύγχρονη εκδοχή μιας αρχαιοελληνικής τραγωδίας ; Είναι μήπως ένα αντι-ρομάντσο; Ή απλά ένα ερωτικό θρίλερ; Στην πραγματικότητα είναι όλα τα παραπάνω κι ακόμη περισσότερα. H μουσική του τρισμέγιστου Ζωρζ Ντελερύ – αναπόσπαστο κομμάτι του έργου, με ένα θέμα τραγουδισμένο από τον Υβ Μοντάν παρακαλώ. Ο Μπεκέρ θα χρησιμοποιήσει και πάλι ένα στοιχειωτικό μουσικό μοτίβο (του Πράισνερ, αυτή τη φορά) στο Élisa (1995), ένα επίσης ενδιαφέρον φιλμ για μια καυτή έφηβη που αναζητεί εκδίκηση απέναντι σε εκείνους που την «χάλασαν», με πρωταγωνιστές τη Βανέσα Παραντί και τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Αλλά τώρα, τρέχεις να δεις (αν δεν το χεις δει) ή να ξαναδείς… και να ξαναδείς… ξανά και ξανά… το φιλμ που μας άφησε μια βδομάδα άυπνους στα χρόνια της δικής μας εφηβείας!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑