Reviews Les Adieux a la Reine

30 Ιανουαρίου 2013 |

0

Les Adieux a la Reine

Σκηνοθεσία: Μπενουά Ζακό

Παίζουν: Λέα Σεϊντού, Νταϊάν Κρούγκερ

Διάρκεια: 100’

Μεταφρασμένος τίτλος: “Αντίο, βασίλισσά μου”

Η κατάληψη του φρουρίου της Βαστίλης την 14η Ιουλίου 1789 υπήρξε ένα από τα πλέον κοσμοϊστορικά γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας, πυροδοτώντας τη έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης. Λίγους μήνες αργότερα και πιο συγκεκριμένα στις 5 Οκτωβρίου, οι επαναστάτες θα αλώσουν και τις Βερσαλίες, θέτοντας επί της ουσίας τον βασιλιά Λουδοβίκο 16ο σε καθεστώς ομηρίας. Σχεδόν τριάμισι χρόνια αργότερα και αφότου έχουν μεσολαβήσει η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η οριστική κατάργηση της μοναρχίας, ο Λουί και η σύζυγός του Μαρία Αντουανέτα οδηγούνται στην πιο αιματηρή φιλανθρωπική εφεύρεση όλων των εποχών. Διότι ο Γάλλος γιατρός Γκιγιοτέν, ο οποίος έδωσε το όνομα του στη γκιλοτίνα (ελληνιστί, λαιμητόμος και στην ιταλική, καρμανιόλα) εφηύρε αυτό το φρικτό μηχανισμό για να προσφέρει στους καταδικασμένους σε θάνατο ένα γρηγορότερο και λιγότερο βασανιστικό τέλος σε σχέση με τις τότε μεθόδους εκτέλεσης.

Η ταινία του Μπενουά Ζακό «Αντίο, Βασίλισσά μου» αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Σαντάλ Τομά και κήρυξε την επίσημη έναρξη του περσινού 62ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Η πλοκή της μας μεταφέρει ακριβώς ένα «κλικ» πριν από την 14η Ιουλίου, εντός των βασιλικών ανακτόρων. Στα άδυτα δηλαδή ενός κόσμου πλήρως αποκομμένου από οτιδήποτε συμβαίνει εκτός των τειχών του. Στα ενδότερα ενός περιβάλλοντος που αναπνέει μονάχα τον αέρα της ματαιοδοξίας του, που βιώνει τις τραγωδίες και τα πάθη μονάχα του δικού του κλειστού κυκλώματος. Σε σχεδόν ολόκληρη την ταινία, η Γαλλική Επανάσταση απεικονίζεται στην οθόνη ως μία μακρινή ηχώ, ως ένας ανησυχητικός αντίλαλος. Ως μία αλήθεια που καταφθάνει, την οποία όμως όλοι οι πρωταγωνιστές αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα. Αυτό ακριβώς το κλίμα αυταρέσκειας και αρρωστημένης αλαζονείας που προσπερνά το προφανές συνιστά και τη μεγαλύτερη αρετή της ταινίας. Κοντινά πλάνα σε πρόσωπα και σώματα, κάμερα που κινείται σταδιακά όλο και πιο πανικοβλημένα στο παλάτι. Η βοή έχει γίνει πλέον χείμαρρος που απειλεί να πνίξει τους πάντες. Πολλά κεφάλια δεν νιώθουν πλέον και πολύ καλά στερεωμένα στους ώμους τους.

Μέσα σε όλο αυτό τον κακό χαμό, έχουμε το εξής γαϊτανάκι ερωτικής εξάρτησης. Μία ταπεινή υπηρέτρια της Μαρί Αντουανέτ, ολότελα δοσμένη στη βασίλισσά της. Η Μαρί Αντουανέτ εξαρτημένη από το λάγνο κορμί της Δούκισσας του Πολνιάκ. Η Δούκισσα του Πολνιάκ που νοιάζεται μονάχα για την πάρτη της. Η Νταϊάν Κρούγκερ είναι μία Αντουανέτα νευρική, παθιασμένη, αγχώδης και με μεταπτώσεις. Το σύμβολο ενός κόσμου που αυτοδίκαια οδεύει προς την εξαφάνισή του. Δυστυχώς, όσο περνά η ώρα, η ταινία δεν διδάσκεται από τα όσα περιγράφει. Γίνεται κάπως υπέρμετρα αυτό-αναφορική και ξεδιπλώνει την ιστορία της με άνισο τρόπο. Από το άκρως ενδιαφέρον αρχικό κλίμα, αφήνεται χωρίς αντιστάσεις σε ένα κλίμα βαριεστημένης ηδονοβλεψίας και ηδυπάθειας, με ολίγον διογκωμένα τα διαλογικά σκέλη και ατροφικό το ζήτημα της ατμόσφαιρας.

Σε αυτή την άσχημη τροπή, επιστρατεύονται δύο δικλείδες ασφαλείας. Πρώτον, η (κυρίως) πρωταγωνίστρια Λέα Σεϊντού. Ακόμη και όταν τα δρώμενα της ταινίας δεν συναρπάζουν, η εικόνα της αφήνει ένα δυνατό στίγμα. Πάθος, δέσμευση, νιάτα και ομορφιά, όλα αφιερωμένα σε ένα σκοπό που δεν τα αξίζει διόλου. Δεύτερον, η ειρωνεία του τελικού φινάλε. Αυτός που αγαπά αλλά δεν αγαπιέται γίνεται δόλωμα. Αυτός που αγαπιέται αλλά δεν αγαπά, θα στήσει κάπου αλλού τον ιστό του. Η έξοδος από την ανυπαρξία είναι μεγάλο ζήτημα. Πολλές φορές θα επιλέξουμε να είμαστε «κάποιοι» έστω και λίγες στιγμές. Ακόμη και αν αυτές οι στιγμές μέλλει να είναι οι τελευταίες μας. Ακόμη και αν δεν πρόκειται να αναγνωριστούν ποτέ από κανέναν και πουθενά.

Και το τρέιλέρ μας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑