Reviews Le Notti Bianche (White Nights)

10 Ιουνίου 2018 |

0

Le Notti Bianche (White Nights)

Σκηνοθεσία : Λουκίνο Βισκόντι

Με τους : Μαρία Σελ, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μαρέ

Μεταφρασμένος τίτλος : Λευκές Νύχτες

Διάρκεια : 102’ (Ιταλία-Γαλλία, 1957)

Ένα υδάτινο κανάλι που χωρίζει το σκηνικό μιας πόλης σε δύο – διαφορετικούς μα τόσο ευδιάκριτους – κόσμους (σύμβολο του αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές) κι ένα γεφύρι – πάνω απ’ αυτό – που τους ενώνει. Ένα (αγγελικό) κορίτσι πάνω στο γεφύρι, που θρηνεί με λυγμούς – κοιτώντας το νερό. Κάποιο βράδυ, μοναχικός άντρας (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι) συναντά μοναχική γυναίκα (Μαρία Σελ). Κι οι δυο δείχνουν «αποκομμένοι» απ’ τον κόσμο γύρω τους. Κι αν για κείνον φαντάζει πιο λογικό (ξένος και νεοφερμένος στην πόλη), για κείνην – που έχει ζήσει όλη τη ζωή της σε τούτη – μοιάζει παράδοξο.

Με τις «Λευκές Νύχτες» (που βασίζονται σε μια απ’ τις πιο γνωστές – και πιο σύντομες – νουβέλες του Ντοστογιέφσκι), ο Βισκόντι σε μεταφέρει σε ένα σύμπαν που βιώνεται από τους χαρακτήρες (αλλά και τον θεατή) περισσότερο σαν όνειρο παρά σαν πραγματικότητα. Ένα όνειρο, ωστόσο, που στριμώχνεται στο κατώφλι της απελπισίας. Η άγνωστη γυναίκα που περνάει για λίγες μόνο (…λευκές) νύχτες απ’ τη ζωή του ήρωα, δεν είναι παρά μια ηλιαχτίδα που ξεπρόβαλλε για μια στιγμή πίσω απ’ τα σύννεφα της βροχής, για να κρυφτεί και πάλι – αφήνοντάς τα όλα ακόμα πιο μαύρα…


Λυρισμός που στοιχειώνει. Μια πανέμορφη, σμιλευμένη με δαντελένια ευαισθησία, ωδή στα καπρίτσια του έρωτα και της αγάπης, που δε μοιάζει με κανένα άλλο φιλμ του δημιουργού, άξιος παραλήπτης του Αργυρού Λέοντα στη Μόστρα. Στριμωγμένο ανάμεσα στο «Senso» (1954) και στο «Ο Ρόκκο και τ’ αδέρφια του» (1960), απομακρύνεται απ’ το νεορεαλιστικό στιλιζάρισμα (το ’57, βέβαια, δεν είχε απομείνει και νεορεαλισμός για να τον εγκαταλείψει κανείς) και μετατοπίζεται προς ένα πιο ονειρικό, υποβλητικό ύφος, που παραπέμπει στον γαλλικό ποιητικό ρεαλισμό του ’30 (ζήλιες που θα ‘κανε ο Καρνέ).

Το μοναδικό φιλμ του Βισκόντι γυρισμένο εξ ολοκλήρου μέσα σε στούντιο, σε ένα γιγάντιο και περίτεχνο σκηνικό κατασκεύασμα, που αναπαράγει – σχεδόν πιστά – μέρος του λιμανιού της Τοσκάνης, του Λιβόρνο, γεμάτο δρόμους υγρούς και σκοτεινούς κι άλλους που σφύζουν από ζωή, πέτρινα (τοξωτά) γεφύρια και ζωές που καθρεφτίζονται στο υγρό του στοιχείο. Μια απόφαση που – προφανώς – έχει να κάνει με την επιθυμία του τελευταίου να διατηρήσει τον πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο του πράγματος (στο «Senso» το σκηνικό είναι αυθεντικό κι όμως φαντάζει ψεύτικο. Εδώ είναι ψεύτικο κι η πρόθεση είναι να δείχνει τέτοιο).


Οι «Λευκές Νύχτες» κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σώμα του συνολικού έργου του σκηνοθέτη. Από πλευράς εικαστικής σύνθεσης και κινηματογραφικού τόνου, για μένα αποτελούν το πιο αρμονικό και ρέον δημιούργημα του Βισκόντι, εκείνο των γραμμικών φλας μπακ και των αλληλοδιάδοχων πλάνων με τα οποία το παρόν μπαίνει μέσα στο παρελθόν και αντίστροφα, των λεπτοδουλεμένων εναλλαγών-αντιθέσων του φωτισμού και της χρήσης της «ομίχλης» που αποτυπώνουν εξαίσια τις μεταπτώσεις των δύο πρωταγωνιστών.

Καλύτερο ζευγάρι δεν θα μπορούσε να βρει : αυτό το ιδιαίτερο ταλέντο και των δυο να ερμηνεύουν εύθραυστους χαρακτήρες, ελαφρώς «διαζευγμένους» με την πραγματικότητα. Κι ο τρίτος της παρέας, ο Ζαν Μαρέ (σύντομος, ανώνυμος, σκιώδης και στωικός) συμπληρώνει ιδανικά τούτο το ερωτικό τρίγωνο, ως αιθέρια παρουσία που πλανιέται σε ένα βασανιστικό φόντο. Είναι το… «φάντασμα» που δεν εξαφανίζεται ποτέ. Το γιατί τούτη η κρυπτογραφική, βαθιά μελαγχολική φιγούρα μετατρέπεται σε ερωτικό αντικείμενο δεν εξηγείται, ούτε και πρέπει – ο έρωτας είναι ανεξήγητος.


Η μουσική του Νίνο Ρότα κι η φωτογραφία του Τζιουζέπε Ροτούνο συμπληρώνουν την ποιητική μελαγχολία των πλάνων και κείνης της διαρκούς, οδυνηρής αίσθησης απώλειας που δεν διακόπτεται παρά από σύντομες εκλάμψεις, όπως εκείνη η – σχεδόν σουρεαλιστική – σεκάνς στην οποία ο Μαστρογιάνι μετατρέπεται σε «χορευτική» ατραξιόν σε ένα νεανικό κλαμπ. Η ευκολία με την οποία την ξεχνάς υποδηλώνει την εφήμερη και άστατη φύση των ανθρώπινων παθών.

Είναι όμως αποκαλυπτική – περισσότερο κι από διάλογο – για τους ίδιους τους χαρακτήρες : σ’ ένα ανώνυμο περιβάλλον, δυσκολεύονται να συνάψουν και την παραμικρή, προσωπική επαφή. Η μοναξιά της ηρωίδας επιτείνεται απ’ τον έρωτα για κάποιον που μπορεί να (ή να μην) επιστρέψει και που εξακολουθεί να «καταλαμβάνει» τη ζωή της, αποκλείοντας οποιονδήποτε άλλον από αυτήν.


Μέσα σε τέσσερις χειμωνιάτικες νύχτες, ο ήρωας την γνωρίζει, γοητεύεται, την ερωτεύεται και την χάνει. Θα αναγκαστεί να συμμετάσχει στην παραμυθένια ατμόσφαιρα του κόσμου της, να μοιραστεί τις αυταπάτες του τελευταίου… ανακατεύοντάς τες με τις δικές του (το να πιστεύει ότι μπορεί να τραβήξει την ηρωίδα έξω απ’ αυτόν). Ωστόσο, δεν θα εισχωρήσει ποτέ πλήρως. Ούτε θα αφομοιωθεί απ’ αυτόν. Για κείνον, παραμένει φανταστικός. Μα και για κείνην, ο δικός του δεν θα μπορούσε να σημαίνει τίποτα.

Είναι το ίδιο «τυφλή» απέναντι στον κανονικό κόσμο, όπως εκείνος απέναντι στην δύναμη της φαντασίας της. Καθώς οι δυο τους συνεχίζουν να παρασύρονται από τα ξεχωριστά τους Όνειρα, επιχειρώντας μα – εν τέλει – αποτυγχάνοντας να συνδεθούν (συναισθηματικά) μεταξύ τους, γίνεται αντιληπτό πως δεν είναι γραφτό να «συναντηθούν» στον πραγματικό κόσμο. Το φιλμ ολοκληρώνεται με μια επιτομή σκληρότητας και οδύνης, αλησμόνητης – ωστόσο – μες στην ποιητική της απλότητα.


Πίσω από την υποκειμενική δύναμη των ψευδαισθήσεων που γεννούν δύο τόσο διαφορετικά «Θέλω» (εκείνης για την επιστροφή του εραστή της, εκείνου να την απαγκιστρώσει απ’ την απομόνωσή της), πληθώρα οι αντιθέσεις και οι αντινομίες : το ένοχο πάθος απέναντι στην αβίαστη αγάπη (και την δύναμη της τελευταίας), το παντοτινό απέναντι στο εφήμερο, το παρελθόν απέναντι στο παρόν, το παραδοσιακό (ή αναχρονιστικό ή ακόμα και… άχρονο) απέναντι στο σύγχρονο. Σ’ όλο το φιλμ, έρχεσαι αντιμέτωπος με τις δύο όψεις της πραγματικότητας : την βιωμένη και την ιδεατή. Την πρώτη αντιπροσωπεύει το ροκ, οι νέοι (πάνω στις μοτοσυκλέτες και μέσα στα κλαμπ), η απελπισμένη, ξεπεσμένη πόρνη (η Κλάρα Καλαμάι του «Ossessione» με τα «υγρά» μάτια), οι περαστικοί στο δρόμο…

Η δεύτερη, εκ της φύσεώς της, αποτυπώνεται δυσκολότερα σε εικόνες. Είναι το αποτέλεσμα της μεταμορφωτικής δύναμης της φαντασίας και το εντυπωσιακό είναι πως στο τέλος θα της επιτραπεί να θριαμβεύσει : το ιδεατό μετατρέπεται σε βιωμένο, την στιγμή που οι «Λευκές Νύχτες» αποδεικνύουν πως κάθε άλλο παρά συναισθηματικές είναι. Τουναντίον, στο επίπεδο της καθαρής παρατήρησης, παραμένουν διαυγείς και – με τον τρόπο τους – θεμελιωδώς ρεαλιστικές (παρά τις όποιες … αποδράσεις προς την φαντασία). Άλλωστε, η προσέγγιση του Βισκόντι απέναντι στον ρεαλισμό υπήρξε πάντα υπό όρους – για κείνον αποτελούσε περισσότερο μέσο (όχημα, εργαλείο) παρά σκοπό.


Η μέθοδος που ακολουθεί γενικά, δεν διαφοροποιείται ούτε εδώ : παίρνει μια ιστορία και την εντάσσει σε ένα απόλυτα συνειδητοποιημένο σκηνικό, αναδεικνύοντας αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως βασική, ανθρώπινη αλήθεια της. Η διαδικασία είναι απόλυτα ρεαλιστική. Και στα δυνατά και στα αδύνατα σημεία της. Σε αντίθεση με τον Ροσελίνι ή τον Αντονιόνι, ο Βισκόντι δεν αφήνει χώρο (και περιθώρια) για δισταγμούς ή αμφιβολίες. Οτιδήποτε δείχνει επιβεβαιώνεται ως πραγματικό και εμφατικά «παρόν», κι όχι ως εικονογραφική πιθανότητα (γι’ αυτό κι αργότερα το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό όταν επιχειρήσει να διασκευάσει τον «Ξένο» του Καμύ και – σε μεγάλο βαθμό – απογοητευτικό με τον «Θάνατο στη Βενετία» του Μαν).

Στις «Λευκές Νύχτες» όμως, η ισορροπία είναι αξιοζήλευτη. Η σκηνική λεπτομέρεια και το σταθερό χτίσιμο των χαρακτήρων προσθέτουν ουσία και συνέπεια, δίχως να θυσιάζουν τίποτα από την μαγική, ονειρική ατμόσφαιρα της νουβέλας. Κι αν η γοητεία της τελευταίας έγκειται στο ότι δύσκολα αφομοιώνεται με ορθολογικούς όρους, στο φιλμ τούτο καθίσταται εφικτό, μα και αναγκαίο. Στο τέλος, με την εμφάνιση του εραστή-φάντασμα, κάθε δυσπιστία αίρεται υποχρεωτικά.

Κι ο ήρωας, αφημένος στην απογοήτευσή του με μόνη συντροφιά το αδέσποτο της έναρξης, παραμένει η αδιάψευστη, σκληρή πραγματικότητα. Επιστρέφει στο σημείο μηδέν και – έστω κι αν δηλώνει πως …«ακόμα και η αξία μιας στιγμής, μπορεί να κρατήσει για πάντα» – δεν αποκτάς ποτέ την αίσθηση πως η αγάπη που ένιωσε (λευκή και παγωμένη σαν το χιόνι που πέφτει) τον μεταμορφώνει…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑