Reviews Le Bonheur (Happiness)

8 Οκτωβρίου 2017 |

0

Le Bonheur (Happiness)

Σκηνοθεσία : Ανιές Βαρντά

Με τους : Ζαν-Κλωντ Ντρουό, Κλερ Ντρουό, Μαρί-Φρανς Μπουαγιέ

Ελληνικός τίτλος : Δύο γυναίκες κι ένας άντρας

Διάρκεια : 79’

Έτος παραγωγής : 1965

Αταξινόμητο, καθόλα αξιέπαινο και άκρως γοητευτικό δείγμα πειραματικού σινεμά, φιλμ που προκαλεί πλήρως αντιφατικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, το Le Bonheur σε παρακινεί να το εξερευνήσεις. Είναι παστοράλ; Είναι κοινωνική σάτιρα; Είναι ένα ράπισμα στο συντηρητισμό και τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες της ντεγκολικής περιόδου; Ή μήπως μια λυρική επίκληση του «ανοικτού» γάμου; Τι είναι ο κεντρικός χαρακτήρας – ένας καλός σύζυγος που ξέρει να απολαμβάνει τη ζωή, ένας αμοραλιστής ή μια εξωπραγματική (χάρτινη) φιγούρα; Είναι ο τίτλος του φιλμ («Ευτυχία») ειρωνικός ή ρεαλιστικός; Και τι είναι ευτυχία, στο φινάλε;

Το φιλμ εξιστορεί τα γεγονότα που οδηγούν στην κατάρρευση ενός φαινομενικά τέλειου γάμου και σε ότι ακολουθεί αυτή την κατάρρευση. Η Βαρντά χρησιμοποιεί τα μέλη μιας αληθινής οικογένειας στους αντίστοιχους ρόλους (έναν τηλεοπτικό ηθοποιό, τη γυναίκα του και τα δυο τους παιδιά) κι εσύ αναρωτιέσαι μπας κι η πραγματική τους ζωή δε διαφέρει διόλου απ’ αυτό που βλέπεις στην Οθόνη. Και μια μέρα, τι κάνει λες ο πάτερ-φαμίλιας; Συναντά μια τύπισσα που μοιάζει με δυναμικότερη (και πιο… απελεύθερη) εκδοχή της (γλυκύτατης κατά τα άλλα) συζύγου του και το κάνει δίπορτο. Ναι, αλλά δεν μπορεί να κοροϊδεύει για καιρό την γυναικούλα του και της το ξεφουρνίζει, για να μην ανησυχεί, αφού – έτσι κι αλλιώς – δεν έχει αλλάξει κάτι σ’ αυτό που νιώθει για κείνην.

Η τελευταία, έχοντας προσδιορίσει ολοκληρωτικά τον εαυτό της μέσα από την ευτυχία που παρέχει στον σύζυγό της, δεν διστάζει παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα προτού συνθηκολογήσει με μια κατάσταση που μόνο καταστροφική φαντάζει για την ίδια (αν η Βαρντά έκανε ένα «εξόφθαλμα» φεμινιστικό φιλμ, η ηρωίδα πολύ απλά θα τον διαολόστελνε τον ντελικανή. Αντ’ αυτού τι κάνει; Πάει και πνίγεται! Που επί της ουσίας είναι ένας διαφορετικός – πιο αυτοκαταστροφικός – τρόπος να τον διαολοστείλει, έτσι κι αλλιώς. Βέβαια, μια και το συμβάν εξελίσσεται εκτός οθόνης, ποτέ δεν μαθαίνουμε εάν πρόκειται για ηθελημένη αυτοκτονία ή για την περίπτωση μιας άλλης Οφηλίας που – παρατημένη κι αυτή, όπως η τελευταία από τον Άμλετ – περιπλανήθηκε αλλόφρων μαζεύοντας λουλούδια, γλίστρησε κι άφησε το νερό να κάνει όλα τα υπόλοιπα). Και πόσο «σημαδεύει» τον σύζυγο η απώλειά της; Ε, όσο τον «σημάδευε» κι η παρουσία της. Λίγο καιρό αργότερα, η ερωμένη παίρνει τη θέση της εκλιπούσης στο σπιτικό του. Η «πυρηνική οικογένεια» αποκαθίσταται. Η «Ευτυχία» συνεχίζεται αδιάλειπτη…

Η Βαρντά υπήρξε η στεντόρεια θηλυκή φωνή της νουβέλ βαγκ. Οι γυναικείοι χαρακτήρες της δεν θα περνούσαν ποτέ απ’ το μυαλό των αρσενικών ομοτέχνων της. Όπως η ηρωίδα στο «Cléo de 5 à 7», που αντιμετωπίζει την αγωνία και τον εφιάλτη της πιθανότητας ο καρκίνος να «ρουφάει» το σώμα της και να λιγοστεύει τη ζωή της (οι ηρωίδες, ας πούμε, του Γκοντάρ είναι θύματα πυροβολισμών ή τροχαίων και εγκαταλείπουν πάντα τα εγκόσμια με την ομορφιά τους ανέπαφη). Ακόμα κι ο Τρυφώ κι ο Σαμπρόλ που επέλεγαν ηρωίδες που φλέρταραν ανοιχτά με το αρχέτυπο του «κακού κοριτσιού», δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ τέτοιες υπερβατικές φιγούρες, τέτοιες σφετερίστριες των ανδρικών προνομίων, όπως η κλοσάρ Σαντρίν Μπονέρ του «Vagabond» (1985) ή η μεσοαστή μαμά (Τζέιν Μπίρκιν) που ερωτεύεται παράφορα έναν δεκατετράχρονο στο «Kung-Fu Master» (1987).

Πιο αμείλικτα κι απ’ τις ηρωίδες της, είναι τα ερωτήματα που θέτει η Βαρντά. Ποιος λοιπόν θα μιλήσει για τις γυναίκες, σε μια κοινωνία στην οποία οι ίδιες προγραμματίζονται – από τη γέννησή τους ακόμα – να μην ομιλούν για τον εαυτό τους; Οι δύο ηρωίδες του φιλμ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα γυναικών που καταπιέζουν την έκφραση συναισθημάτων και επιθυμιών, για να μην έρχονται σε σύγκρουση με την «ευτυχία» του συζύγου ή του εραστή. Αυτό το είδος «ευτυχίας» θα οραματίστηκαν και οι άντρες του Στέπφορντ που μετέτρεψαν τις γυναίκες τους σε πειθήνια ανδροειδή. Βέβαια, τα δυο φιλμ χωρίζει μια δεκαετία και μια έξαρση του φεμινιστικού κινήματος ενδιαμέσως.

Η Βαρντά χρησιμοποιεί εξαιρετικά τα χρώματα (στο πρώτο της έγχρωμο φιλμ), όχι για να διεγείρει το συναίσθημα, όσο για να αποστασιοποιήσει τον θεατή και να τον κάνει να αναρωτηθεί για αυτό που βλέπει. «Αργοσβήνει» σκηνές-κλειδιά μέσα σε στέρεους χρωματισμούς του κόκκινου, του μπλε, του λευκού (όπως αυτοί της γαλλικής σημαίας). Οι συνθέσεις των πλάνων διαθέτουν την αρχιτεκτονική και την αρμονία του «Monsieur Hulot» του Τατί ή του «Une femme mariee» του Γκοντάρ. Εντυπωσιακή φωτογραφία, αναπάντεχα cut, αυτοσχέδια κοντινά. Και δεν χρειάζεσαι παρά μόνο την εναρκτήρια και την τελική σεκάνς για να αντιληφθείς την πολυπλοκότητα της στρατηγικής και την μαστοριά της φιλμοκατασκευής της.

Εκκινεί με ένα οπτικό καλοκαιρινό κρεσέντο στην εξοχή, με τα κοντινά των ηλιοτρόπιων να δεσπόζουν. Σαν να βρίσκεσαι σε έκθεση ζωγραφικής του Ρενουάρ ή του Μονέ. Το μοντάζ είναι νευρώδες, επιθετικό. Δεν είναι η φυσική ομορφιά που θέλει να δούμε η Βαρντά, αλλά μια …ασυμμετρία που κρύβεται κάτω από την επιφανειακή αρμονία των πλάνων και τις κλισέ παρλάτες του πρωταγωνιστή. Η αμείλικτη ζωηρότητα του μουσικού χαλιού του Μότσαρτ (overdose από Μότσαρτ όλο το φιλμ) υπονομεύεται από μια …ελάσσονα αίσθηση που προκαλεί το όλο σκηνικό. Ούτε η εικόνα, ούτε η μουσική είναι τόσο γιορτινές, όσο δείχνουν εκ πρώτης όψεως. Μόλις και μετά βίας σημαίνοντα μιας καθαρής ευτυχίας, αναλαμβάνουν και αποκτούν – αμφότερες – έναν ολοένα και πιο διαβρωτικό ρόλο και τόνο, που δεν εξαφανίζεται εντελώς ακόμα κι όταν η κάμερα στρέφει την προσοχή της στην… οικογενειακή ευτυχία που απλώνεται στο γρασίδι.

Ένα πιτσιρίκι γυρίζει άξαφνα στην κάμερα και μας προσφέρει τα φρούτα που κρατάει στα χεράκια του, σαν να λέει «…έλα κι εσύ μαζί. Γίνε μέρος των υπέροχων στιγμών μας». Μπορεί στ’ αλήθεια η ζωή να είναι τόσο υπέροχη, όσο σε τούτα τα πλάνα; Όταν επιστρέφουμε στην τελική σεκάνς στο ίδιο σκηνικό, το φθινόπωρο έχει ήδη προχωρήσει. Ότι έχει απομείνει απ’ τα ηλιοτρόπια είναι τα ξερά τους κοτσάνια. Όπως ο ήρωας αντικαθιστά την γυναίκα του με μιαν άλλη, η Βαρντά αντικαθιστά το ζωηρό μουσικό θέμα της έναρξης με ένα σκοτεινότερο, ο ήχος του οποίου – καθώς τα μέλη της ξεμακραίνουν απ’ την κάμερα πιασμένα χέρι-χέρι, βαδίζοντας προς τις σκιερές εσοχές του δάσους – υποδηλώνει τον ήδη δρομολογημένο «ενταφιασμό» αυτής της οικογένειας…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑