Reviews The Last Picture Show

11 Ιουνίου 2017 |

0

The Last Picture Show

Σκηνοθεσία: Πήτερ Μπογκντάνοβιτς

Με τους: Τίμοθυ Μπότομς, Τζεφ Μπρίτζες, Σίμπιλ Σέπερντ, Κλόρις Λίτσμαν, Μπεν Τζόνσον, Έλεν Μπέρστιν, Αϊλήν Μπρέναν, Ράντι Κουέηντ

Μεταφρασμένος τίτλος: Η Τελευταία Παράσταση

Διάρκεια: 118’

Χρονιά: 1971

Όσες λέξεις κι αν μαζέψεις για το φιλμ που σημάδεψε – όσο κανένα άλλο – την εφηβεία σου, ποτέ δεν θα αρκούν. Το κάνουν αυτό οι ταινίες. Πάντα νιώθεις πως κάτι μένει απέξω. Έργο-κλειδί της αναγέννησης του αμερικάνικου σινεμά και δημιούργημα ενός φλογερού (σε αντίθεση με τους υπόλοιπους της γενιάς του) φορμαλιστή, η Τελευταία Παράσταση αποτελεί «σκονισμένο» φόρο τιμής στο μεγάλο σινεμά που προηγήθηκε (βασικά στον Φορντ), πατώντας συγχρόνως με το ένα πόδι στο κλασικό και με το άλλο στο ορμητικό και νέο που αναζητεί την κατάργηση των παραδοσιακών αφηγηματικών δομών. Ρυθμικά αργό και πένθιμο (κατά διαστήματα άκρως καταθλιπτικό) δεν έχει πολλά κοινά με το σινεμά των Κόπολα, Σκορσέζε, Ντε Πάλμα, Σρέηντερ, Φρίντκιν, ούτε με εκείνο του ανατόμου Άλτμαν. Ασπάζεται, ωστόσο, πλήρως τη νέα αίσθηση της εποχής. Διαθέτει ατόφιο, προσωπικό καλλιτεχνικό όραμα. Ίσως για αυτό και να εξελίχθηκε σε «ναυαρχίδα» του Νέου Χόλυγουντ, κι ας μην ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό.

Ελεγειακό, πικρό και βάναυσα ρεαλιστικό, αποχαιρετά – μέσα από μια οδυνηρή ιστορία ενηλικίωσης που εκτυλίσσεται σε μικρή, μουντή και ατροφική nowheresville του Τέξας (απ’ τις πιο αποξενωτικές που κινηματογραφήθηκαν ποτέ) – τη δεκαετία του ΄50, καταγράφοντας την αλλαγή ηθών και προσανατολισμού της χώρας. Ο Μπογκντάνοβιτς επικεντρώνει το πορτραίτο μιας ετοιμοθάνατης (ηθικά και οικονομικά) Δύσης στις διασταυρούμενες καθημερινότητες τριών νέων (του ευαίσθητου, αινιγματικού Μπότομς, του ιδιότροπου Μπρίτζες και της κακομαθημένης, απελπισμένης για λατρεία Σέπερντ – όλοι πρωτοεμφανιζόμενοι).

Δίπλα τους, στέκουν «γερασμένες» οι φιγούρες δύο χαμένων ψυχών: της παραμελημένης νοικοκυράς Λίτσμαν (Όσκαρ β’ γυναικείου) και του ψαρομάλλη αιθουσάρχη Τζόνσον (Όσκαρ β’ αντρικού). Όλοι αγωνίζονται να προσδιορίσουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που αλλάζει. Το όραμα του Μπογκντάνοβιτς (και απόλυτο σημείο αναφοράς σε μια κατά τα άλλα άνιση καριέρα) είναι σκοτεινό αλλά ειλικρινές και συλλαμβάνει (σε σκληρά αλλά εντυπωσιακά ασπρόμαυρα χρώματα) τις δύσκολες στιγμές όπου η αθωότητα ταλαντευόμενη πορεύεται προς την ωριμότητα, χωρίς να διατυπώνει κρίσεις ή να καταφεύγει στην εύκολη, νοσταλγική αναπόληση του παρελθόντος. Σαν αγρυπνία για μια ολόκληρη εποχή, που αποπνέει διάχυτη αίσθηση τραγικότητας και καταφανούς θλίψης.

Ο άνεμος από τις πεδιάδες που μαστιγώνει τη μικρή πόλη. Ένα φορτηγάκι που σταματά στην άκρη του δρόμου και στο ράδιο ακούγεται το Why Don’t You Love Me (Like You Used to Do)? του Χανκ Γουίλιαμς. Ένα ανέμελο τρίο – δύο αγόρια που αγαπούν τον ίδιο χυμώδη, ματαιόδοξο πειρασμό – μέσα σε ένα κονβέρτιμπλ. Οι ρομαντικές επισκέψεις του Μπότομς – ο χαρακτήρας του έχει κάτι απ’ την αποξένωση του Νίκολσον στα Πέντε Εύκολα Κομμάτια – στην απογοητευμένη Λίτσμαν (απ’ τα πιο σπαραχτικά πορτραίτα γυναικείας εγκατάλειψης) που τον αφήνουν μετέωρο, παρέα μονάχα με το θυμό της τελευταίας για την λιποταξία του (η Κορέα πλησιάζει).

Ο φιγουρατζής Μπρίτζες που στα δίχτυα της υπολογίστριας Σέπερντ (παλεύει ετούτη να αυτοπροσδιορισθεί μέσα απ’ τις σχέσεις της με τους άντρες) ανακαλύπτει όχι μόνο τα προσωπικά του όρια (με αποκορύφωμα μια θλιβερή περίπτωση… ανικανότητας), αλλά και την πραγματικότητα ενός αδυσώπητου κόσμου. Μια σκληρά κερδισμένη σοφία. Οι ατέλειωτες ώρες της παρέας στην καφετέρια, την πισίνα και το μικρό σινεμαδάκι της πόλης. Στιγμιότυπα που αποτυπώνουν ανάγλυφα το ρευστό των σχέσεων και το σαθρό της ευτυχίας, την απώλεια, την εσωτερική (κυρίως) μοναξιά, την αποδόμηση της οικογένειας και το άπιαστο όνειρο της αγάπης.

Ο τρόπος που ο γερο-Τζόνσον (ηθικό αντίβαρο όμοιο εκείνου του Γουέην στον Άνθρωπο που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς) κι η αγαπημένη του επιχείρηση αντιμετωπίζουν τη φθορά και το πέρασμα του χρόνου, αποκαλύπτει μια βαθιά μεταφυσική. Η πόλη που ψυχορραγεί (πόλη-φάντασμα θυμίζει στην αρχή). Ένας θνήσκων τρόπος ζωής. Μια Τεξανή εκδοχή των Υπέροχων Άμπερσονς. Εκεί υπεύθυνη για τον μαρασμό του παλαιού ήταν η έλευση του αυτοκινήτου, εδώ ο ερχομός της τηλεόρασης. Το μοναδικό σινεμαδάκι κλείνει και οι χαρακτήρες που συμβολίζουν ηλικιακά τα δύο άκρα (νεώτερο και γηραιότερο) πεθαίνουν.

Η πτώση της πόλης (που ο Μπογκντάνοβιτς μεταχειρίζεται ως κεντρικό χαρακτήρα) σηματοδοτεί εμβληματικά την προσωπική πτώση και φυγή. Οι ήρωές του μπορεί να χάνουν την παρθενιά τους, όμως η ενηλικίωση δεν μοιάζει κι η καλύτερη προοπτική κοιτώντας την αθλιότητα και τη μιζέρια που βασιλεύουν τριγύρω. Το σκηνικό δείχνει τόσο αυθεντικό, που πιστεύεις πως όσοι καταλαμβάνουν την Οθόνη έχουν περάσει όλη τη ζωή τους εκεί. Συνειδητοποιημένη αισθητική και προσήλωση στη λεπτομέρεια, εν πολλοίς οφειλόμενες και στην υπεύθυνη παραγωγής Πόλυ Πλατ (που ο γάμος της με τον Μπογκντάνοβιτς ναυάγησε όταν ο τελευταίος ξεκίνησε – στα γυρίσματα – τη σχέση με την ανακάλυψή του, Σέπερντ. Χαρές και πανηγύρια).

Ερχόμενη αμέσως μετά από μια δεκαετία όπου σπουδαίοι βετεράνοι γυρίζουν τα τελευταία τους φιλμ, η ταινία του αποχαιρετά – με το συμβολικό κλείσιμο του κινηματογράφου της πόλης – το Παλιό Χόλυγουντ. Η σκονισμένη της αύρα και η χρήση των μακρινών πλάνων που απομονώνει τις φιγούρες στο άνυδρο τοπίο στερώντας τους την οικειότητα, είναι δάνεια σαφή απ’ τον Φορντ (αρκεί να δεις τη φιγούρα της Μπέρστιν – υποδύεται τη μητέρα της Σέπερντ – καθώς ξεμακραίνει απ’ τον τάφο του Τζόνσον). Κάθε δρόμος, κάθε βρώμικο παράθυρο που τρίζει, κάθε σκουπίδι που το παρασέρνει ο άνεμος, λέει και μια ιστορία. Οι χαρακτήρες καδράρονται σε περίοπτη θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους που παραμένουν στο βάθος του πλάνου, τονίζοντας την αδυναμία μιας ουσιαστικής επικοινωνίας.

Το φινάλε συνιστά ένα από τα πλέον απαισιόδοξα αλλά και τα πιο στοχαστικά. Μάλλον απερίσκεπτα, οι περισσότεροι συντελεστές επέστρεψαν – μετά είκοσι έτη – για ένα σίκουελ (Texasville) που δεν θα μπορούσε παρά να είναι η εξασθενημένη ηχώ της αστραπής που προκάλεσε το αρχικό φιλμ. Άφησα για το τέλος τον μπαρουτοκαπνισμένο καουμπόι του Φορντ, τον Μπεν Τζόνσον, που στο αποκορύφωμα του μονολόγου του – εκεί στη «Δεξαμενή» – αποκαλύπτει τη συναισθηματική καταπίεση μιας ολάκερης ζωής: τίποτα δεν συγκρίνεται με το βλέμμα που ξεστρατίζει στον ορίζοντα, πλημμυρισμένο απ’ την ανάμνηση μιας χαμένης αγάπης. Και καθώς εκείνη – όπως κι αυτός – ξεθωριάζει, δεν είναι παρά η Τελευταία Παράσταση που παρακολουθεί με τα μάτια της ψυχής του…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑