Reviews La Signora Senza Camelie

25 Ιουνίου 2017 |

0

La Signora Senza Camelie

Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι

Με τους: Λουτσία Μποζέ, Τζίνο Τσέρβι, Αντρέα Τσέτσι, Ιβάν Ντέσνυ, Αλέν Κινύ

Μεταφρασμένος τίτλος: «Η Κυρία Χωρίς Καμέλιες»

Διάρκεια: 101’

Χρονιά: 1953

Ίσως το πιο άδικα παραγνωρισμένο από τα πρώιμα έργα του δημιουργού, η «Κυρία χωρίς Καμέλιες» αφηγείται την πικρή ιστορία μιας Μιλανέζας πωλήτριας που – με συνοπτικές διαδικασίες – μετατρέπεται σε λαμπερό κινηματογραφικό είδωλο. Ένα ευκρινές όσο και σκληρό πορτραίτο του κόσμου των στούντιο και του κινηματογράφου εν γένει, που τροφοδοτείται από μια – οπτικά και συναισθηματικά – πολύπλοκη mise en scene η οποία ανακατεύει με τρόπο αριστοτεχνικό στοιχεία φόντου και πρώτου πλάνου, μέσα από ένα χορογραφικό στυλ που – κατά διαστήματα – θυμίζει έντονα Όρσον Γουέλς. Αν και είναι μόλις το δεύτερο φιλμ του Αντονιόνι (μετά το «Χρονικό ενός Έρωτα», 1950) και η (ομολογουμένως) επεισοδιακού τύπου δομή του υποχρεώνει την κάμερα να ακολουθεί μια ελαφρώς αμήχανη μέθοδο (ή διαδικασία) έκθεσης, η σκηνοθεσία του τελευταίου διαθέτει απίστευτη ωριμότητα που αφήνει στον θεατή ανεξίτηλη την επίγευσή της.

Ακόμα κι αν της λείπει η τελική σύγκλιση όλων των στόχων που χαρακτηρίζει ένα αληθινό αριστούργημα, η «Κυρία χωρίς Καμέλιες» είναι τόσο αλάνθαστα και εντυπωσιακά το έργο ενός πραγματικού δεξιοτέχνη, που δυσκολεύεται κανείς να αντιληφθεί (ή να δικαιολογήσει) την μάλλον βιαστική κριτική μεταχείριση που υπέστη. Το κυρίαρχο ζήτημα για το οποίο ερίζανε οι κριτικοί της εποχής, ήταν η πρωταγωνιστική ερμηνεία της Λουτσία Μποζέ (θα μπορούσε κανείς άφοβα να πει ότι πρόκειται για την ωραιότερη Ιταλίδα της δεκαετίας του ’50, με ένα όνομα που λες και βγήκε από Όπερα του Βέρντι και δυο τεράστια μάτια που προδίδουν μοναξιά και ηδυπάθεια) ως κινηματογραφικής στάρλετ που βρίσκεται σε αναζήτηση ταυτότητας (ρόλος που είχε αρχικά προταθεί, κατά σειρά, στην Λολομπρίτζιτα και την Λόρεν) και η – κατά βάσιν – συνεπακόλουθη δυσκολία τους να αποδεχθούν την τελευταία ως πειστική εκδοχή της νεαρής πωλήτριας που μετατρέπεται σε κινηματογραφικό (και ερωτικό) σύμβολο.

Ωστόσο, αυτό που εντυπωσιάζει τον θεατή του σήμερα (εκεί άλλωστε ανήκω κι εγώ) είναι το πόσο ολοκληρωτικά η ψυχρή, σχεδόν απόμακρη και αποστασιοποιημένη ομορφιά της τελευταίας θεμελιώνει, σφυρηλατεί και νοηματοδοτεί το ύφος, τον τόνο και τον παλμό του φιλμ, οριοθετώντας και αποσαφηνίζοντας την κοσμική «απόσταση» που η ίδια διατηρεί από τον κυρίως κορμό των ανθρώπων του λαϊκού κινηματογράφου, μα και – ταυτοχρόνως – τον απολύτως φυσικό τρόπο με τον οποίο μια τέτοια φιγούρα θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αντικείμενο λατρείας στους κόλπους αυτής της σφαίρας επιρροής. Ως προπομπός (και εν αναμονή) του «Ζούσε τη Ζωή της» του Γκοντάρ (που θα ακολουθούσε το ’62), ο Αντονιόνι ανοίγει το φιλμ με ένα έξοχο πλάνο της ηρωίδας του, της Κλάρα Μάνι, που βηματίζει αμήχανα σε ένα πεζοδρόμιο, με την κάμερα να γλιστρά στη συνέχεια ξοπίσω της, ακολουθώντας την μέχρι την είσοδο ενός κινηματογράφου.

Όταν «μπαίνουμε» μαζί της στη σκοτεινή αίθουσα, η πρώτη ξεκάθαρη προσωπογραφία που έχουμε στο φιλμ είναι εκείνη μιας εντυπωσιακής μελαχρινής μπροστά σε ένα μικρόφωνο, που δεσπόζει στο πανί της Οθόνης και που – ακολούθως – αποδεικνύεται πως είναι η δική της. Μια πρώτη (εισαγωγική) γνωριμία με την ηρωίδα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που σφραγίζει σαρωτικά το φινάλε της ταινίας, εκεί όπου το βεβιασμένο χαμόγελο της τελευταίας μπρος στα φλας της δημοσιότητας γίνεται το στίγμα της οριστικής αλλοτρίωσης, της εσωτερικής ερήμωσης και της απελπισίας της. Ιχνηλατώντας ξανά τον ίδιο δρόμο που προηγουμένως φιλοξένησε τα βήματα της ηρωίδας του, ο Αντονιόνι μας παρουσιάζει – μετά το τέλος της προβολής – την «άλλη όψη του νομίσματος»: το πολύβουο, ορμητικό και πυρετώδες σύμπαν των ανθρώπων του κινηματογράφου, σε αιχμηρό κοντράστ με την στατική, μοναχική και απόμακρη φιγούρα της τελευταίας. Αυτή η θεμελιώδης (και φορμαλιστικά συμμετρική) διχοτομία διαπνέει ολόκληρο το φιλμ, που μετακινείται μεταξύ δημοσίων εκδηλώσεων (γυρισμάτων, πρεμιέρων, «σκανδάλων») – όπου οι μεταθέσεις των τάσεων ανάμεσα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο επαναπροσδιορίζουν διαρκώς τον χώρο – και ιδιωτικών στιγμών, που η ρηχή στάση με την οποία φιλμάρονται καταλήγει σε φιγούρες και σκηνικά που μοιάζουν παγιδευμένα (ακόμα και στην αποξένωση ή την απομόνωσή τους) στο ίδιο παγωμένο και ερημωμένο σύμπαν.

Η «Κυρία χωρίς Καμέλιες» είναι η ιστορία μιας αγέρωχης αλλά παθητικής γυναίκας που δεν μπορεί να κάνει αυτό που αγαπάει – να παίζει στο σινεμά – εξαιτίας του δεσποτικού (εκρηκτικού αλλά ασταθούς) συζύγου και παραγωγού της (Αντρέα Τσέτσι), που θεωρεί πως όλα τα σενάρια που φτάνουν στα χέρια τους θίγουν την εικόνα και την θέση της δίπλα του, αφού είναι όλα ρομαντικές ιστορίες που διαθέτουν τολμηρές ερωτικές σκηνές και αναφέρονται σε χαρακτήρες μοιχαλίδων ή γυναικών που καταλήγουν στην πορνεία. Εν ολίγοις, όλες οι ηρωίδες έχουν κάτι από την Μαργαρίτα Γκωτιέ του «Η Κυρία με τις Καμέλιες», ενώ εκείνος ψάχνει να βρει για την γυναικούλα του κάτι … χωρίς Καμέλιες και τελικά το βρίσκει : θα παίξει την Ζαν ντ’ Αρκ !

Για τον συνεργάτη και συμπαραγωγό του (Τζίνο Τσέρβι), το σωστό κινηματογραφικό μείγμα πρέπει να περιέχει «σεξ, θρησκεία και πολιτική». Η Ζαν ντ’ Αρκ στερείται το πρώτο! «Οι πλούσιοι δεν πλήττουν γιατί ξέρουν να κάνουν πολλά. Εγώ δεν ξέρω να κάνω τίποτα…», λέει η ηρωίδα (που έχει συρθεί εξαιτίας της αναποφασιστικότητάς της σε έναν γάμο-εμπορική συναλλαγή) και μετά την παταγώδη αποτυχία της εκεί όπου δοκιμάστηκε κοτζάμ Ίνγκριντ Μπέργκμαν πέφτει στον εφήμερο έρωτα μπερμπάντη και κοσμοπολίτη διπλωμάτη (Ιβάν Ντέσνυ), για παρηγοριά.

«Αν δεν ήταν τόσο τρομερό, θα ήταν γελοίο», λέει η ίδια όταν συνειδητοποιεί την αυταπάτη στην οποία αφέθηκε να συρθεί. Η συνθετική μαεστρία του Αντονιόνι αναδεικνύεται στις σκηνές όπου οι δυο εραστές συζητούν ανάμεσα στα «απόβλητα» των εξωτερικών σετ – στα διαλείμματα των γυρισμάτων – ενώ τριγύρω επικρατεί αναβρασμός και κινητικότητα. Οι δε σεκάνς των «γυρισμάτων» θυμίζουν εκείνες της «Αμερικάνικης Νύχτας» του Τρυφφώ. «Σου ήρθαν όλα βολικά. Πέτυχες σχεδόν χωρίς να δουλέψεις. Όμως με μέτριους σκηνοθέτες και μέτρια έργα δεν μαθαίνει κανείς πολλά. Και σίγουρα όχι πώς να γίνει ηθοποιός. Το σινεμά σου έδωσε μέχρι τώρα επιφανειακή δόξα και σε έβαλε σε έναν ψεύτικο κόσμο όπου νιώθεις κενή», της λέει – κάπου προς το τέλος – ο έντιμος συμπρωταγωνιστής της (Αλέν Κινύ) στον οποίο καταφεύγει για συμπαράσταση.

Μια – εκ των έσω – απομυθοποιητική ματιά στο (αστραφτερά) απατηλό ταξίδι μιας ολόκληρης χώρας (που συγχρόνως προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω της τις νεορεαλιστικές μνήμες) στο μεταπολεμικό όνειρο που αποδεικνύεται χίμαιρα και ένα (πυκνά δομημένο και κινηματογραφικά σαγηνευτικό) σύμπαν αποξένωσης, στο (ταραγμένο) κέντρο του οποίου δεσπόζει ένας ταξιδιώτης χωρίς πυξίδα. Η διαδρομή όμως είναι προδιαγεγραμμένη και ο ρομαντισμός έχει, μαζί με τις καμέλιες, προ πολλού μαραθεί…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑