La Chambre Verte (The Green Room)

Σκηνοθεσία: Φρανσουά Τρυφώ

Με τους: Φρανσουά Τρυφώ, Ναταλί Μπάιγ, Ζαν Νταστέ

Μεταφρασμένος τίτλος: Το Πράσινο Δωμάτιο

Διάρκεια: 94’

Χρονιά: 1978

Σκοτεινή σπουδή χαρακτήρων, σαν εικονογραφημένη προέκταση των γραπτών ενός Χένρι Τζέιμς (είναι άλλωστε βασισμένο στον «Βωμό των Νεκρών» του τελευταίου), το Πράσινο Δωμάτιο αφηγείται μια στρεβλή ιστορία αγάπης υπό το πρίσμα μια θλίψης τόσο συντριπτικής που αναγκάζει τον ήρωα σε πλήρη παραίτηση απ’ την βίωση της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας. Την τραγωδία συμπληρώνει ιδανικά η ειρωνεία πως μια απώλεια είναι εκείνη που φέρνει τον πρωταγωνιστή σε στενή επαφή με μια γυναίκα συντετριμμένη με παρόμοιο τρόπο, όχι όμως στον ίδιο βαθμό. Κι έτσι, η πικρή διάσταση μιας ελπίδας αναγέννησης που πήγε χαμένη … αιωρείται πάνω από την ιστορία ενός ανθρώπου που αφέθηκε στην άρνηση της λήθης.

Προσεγγίζοντας αυτό το ζοφερό θέμα με ύφος ακαδημαϊκά λογοτεχνίζον, ο Τρυφώ κατασκευάζει μια οπτική πραγματικότητα που – κατά διαστήματα – φαντάζει περίσσια εγκεφαλική παρά σπλαχνική, κι έτσι για πολλούς μια ψυχρή – αν όχι αδιαπέραστη – κατασκευή. Για όσους πρόθυμα συμβιβαστούν με την αδιαφορία του Τρυφώ να θέλξει τα στίφη των θεατών στη διάρκεια τούτης της πεσιμιστικής κινηματογραφικής σονάτας, το «Πράσινο Δωμάτιο» παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρον, ατμοσφαιρικό και μυσταγωγικό.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης υποδύεται τον Ζυλιέν Νταβέν, βετεράνο του Πρώτου Παγκοσμίου που τον στοιχειώνει όχι μόνο η ανάμνηση του πολέμου (εκεί όπου αντίκρισε την οδύνη και την καταστροφή σε αδιανόητη έκταση), αλλά και ο απροσδόκητος χαμός της αγαπημένης του αρραβωνιαστικιάς. Συντάκτης εφημερίδας που κατρακυλά σε αναγνωσιμότητα (μια από τις μυριάδες, συμβολικές νύξεις του φιλμ γύρω απ’ την «πτώση» και τη «φθορά»), επιδιώκει με πάθος την εκπλήρωση ενός ονείρου: τη δημιουργία λατρευτικού βωμού στη μνήμη της γυναίκας που αγάπησε. Το Πράσινο Δωμάτιο του τίτλου είναι ένα κλειδωμένο δωμάτιο του σπιτιού του ήρωα που περιλαμβάνει φωτογραφίες, αναμνηστικά και προσωπικά αντικείμενα, οπότε – από πνευματιστικής πλευράς – είναι ένα χώρος στον οποίο ο ήρωας «απορροφά» την (μετα)ουσία της νεκρής μέχρι να μεταβεί σε κατάσταση (παραληρηματικής) μέθεξης.

Το να τριγυρίζει μέσα στο δωμάτιο, είναι η μόνη «ευχαρίστηση» που απολαμβάνει στα πλαίσια μιας – κατά τα άλλα – μίζερης, μονότονης και θλιβερής ζωής: ακόμη και η δουλειά του ακουμπά στο θάνατο, καθώς ειδικεύεται να γράφει βιρτουόζικες νεκρολογίες. Μοιράζεται το κατάλυμά του με έναν οικονόμο στον οποίο αναθέτει όλες τις δουλειές που υπερβαίνουν την δική του ικανότητα συναισθηματικής εμπλοκής και με ένα κωφάλαλο αγόρι το οποίο «τραυματίζει» δείχνοντάς του φωτογραφίες με νεκρούς του πολέμου. Βαθιά εξαφανισμένος σε μια άβυσσο πένθους που θυμίζει μαύρη τρύπα, η οποία ρουφά τα αντικείμενα και τους ανθρώπους γύρω της με την βαρυτική της έλξη (όταν ανακαλύπτει πως ο καλύτερός του φίλος που ήταν χήρος ξαναπαντρεύεται, θεωρώντας το προδοσία στη μνήμη της νεκρής συζύγου του τελευταίου… κόβει κάθε επαφή).

Μοναδική αχτίδα φωτός η φιλική σχέση – και το διακριτικό φλερτ – με την Σεσίλια Μάντελ (Ναταλί Μπάιγ), κόρη παλιού φίλου και υπάλληλο οίκου δημοπρασιών που τον βοηθά να ανακτήσει ένα δαχτυλίδι που ανήκε στη μνηστή του. Όταν αργότερα ανακαλύπτει πως κι εκείνη έχει «παραλύσει» συναισθηματικά από μια αντίστοιχη απώλεια, την παρασύρει στην εφαρμογή ενός σχεδίου για τη δημιουργία ενός «άδυτου» μεγαλύτερου από το Πράσινο Δωμάτιο, ενός μαυσωλείου στο οποίο θα τιμώνται όλοι οι φίλοι και τα αγαπημένα πρόσωπα του ήρωα που έχουν πεθάνει. Όπως σε πολλά φιλμ του Τρυφώ έτσι κι εδώ, η κεντρική σχέση των πρωταγωνιστών αποτελεί τόσο την ευκαιρία για έναν φιλοσοφικό στοχασμό, όσο και το τέλος ή την «έξοδο» απ’ τον τελευταίο.

Επιφανειακά, το φιλμ μιλά για το πως η θλίψη μπορεί να αλώσει τη ζωή εάν της παραχωρηθεί πρόσφορο έδαφος να φυτέψει τους πικρούς της σπόρους. Σε βαθύτερο επίπεδο, ωστόσο, είναι ένα φιλμ για τις ανθρώπινες σχέσεις. Εισπράττει κανείς την αίσθηση πως ο ήρωας εξήντλησε τα όρια της αγάπης που θα μπορούσε να προσφέρει οικοδομώντας ένα σύμπαν για τον ίδιο και τη μνηστή του, ο θάνατος της οποίας εξαφάνισε κάθε ίχνος ανάλογης φλόγας μέσα του. Υπ’ αυτή την έννοια, η σχέση του με τη Σεσίλια διαθέτει μια κοσμική διάσταση… εάν κάποιος είναι πρόθυμος να της προσθέσει και μια αλληγορία – η κοπέλα θυμίζει ουράνιο αντικείμενο που έλκεται από το μαγνητισμό της προαναφερθείσης μαύρης τρύπας, το οποίο, ωστόσο, όχι μόνο θα αρνηθεί την πρόσκληση να εξαφανιστεί μέσα της αλλά θα προσπαθήσει να εντοπίσει μια σπίθα ζωής στο «νεκρό άστρο» του ήρωα και να την αναθερμάνει.

O Ζυλιέν προτιμά να περνά την κάθε μέρα τυλιγμένος στο βουβό πένθος για τους χαμένους αυτού του κόσμου. Η Σεσίλια θεωρεί καλύτερο φόρο τιμής στους νεκρούς το να ζεις. Το «σχίσμα» ανάμεσά τους καθίσταται οδυνηρά προφανές, όσο κι αν προσπαθήσουν να πείσουν ο ένας τον άλλο. Ως σκηνοθέτης, ο Τρυφώ φαίνεται να ευνοεί την πλευρά της Σεσίλια (αν και τιμά και σέβεται την ευλαβική αφοσίωση του Ζυλιέν). Ως ηθοποιός, εντούτοις, μεταγγίζει στο θεατή την πυρετώδη «αναχώρηση» ενός χαρακτήρα που σταδιακά απομακρύνεται όλο και περισσότερο απ’ την αληθινή ζωή.

Τέτοια ανησυχία και αμηχανία τον μάστιζε που κόντεψε να οδηγήσει τα γυρίσματα σε οριστική ματαίωση, έχοντας αμφιβολίες για την δουλειά που έκανε ως ηθοποιός! Ακόμα όμως κι αν ο σκοπός του – ως σκηνοθέτη – είναι να καταρρίψει τις θέσεις του ήρωα (ή έστω να αμφισβητήσει την ένταση και την επιμονή με την οποία εκφράζονται), η απόδειξη για την αρτιότητα της ερμηνείας του έρχεται μέσα απ’ το γεγονός πως η διαφορά ανάμεσα σε κείνο που κάνει ως ηθοποιός και σε αυτό που επιδιώκει ως σκηνοθέτης ουδέποτε φαντάζει ανειλικρινής.

Το φιλμ κατέληξε να γίνει πολύ προσωπικό για τον ίδιο τον Τρυφώ, καθώς το δούλευε διαρκώς στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’70 (και στο περιθώριο των άλλων ταινιών που γύριζε) συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα και πόσοι πολλοί θάνατοι είχαν προκύψει γύρω του! Φιλμ γοητευτικά λυπημένο, φιλμ για το βάρος του θανάτου, την ομορφιά της ζωής και την παροδικότητα της ύπαρξης, θέματα που ο Τρυφώ διαχειρίζεται με το σύνηθες στοχαστικό πνεύμα, την εγκεφαλική λεπτότητα και το ψυχολογικό βάθος που τον διακρίνουν.

Φιλμ μοναδικό, που λειτουργεί ως προάγγελος και του δικού του – επερχόμενου – θανάτου. Μπορεί να μην έτυχε της αναγνώρισης της κριτικής στην εποχή του, ούτε και κάποιας αξιόλογης εισπρακτικής επιτυχίας. Μπορεί σπανίως να το δεις να συγκαταλέγεται στα μεγάλα του έργα. Όμως είναι αληθινά υπέροχο. Κι όπως οι άνθρωποι για τους οποίους ο κεντρικός του χαρακτήρας θρηνεί, έτσι και το συγκεκριμένο είναι ένα φιλμ που αξίζει να θυμάσαι για πάντα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑