Reviews I Know Where I’m Going

26 Νοεμβρίου 2017 |

0

I Know Where I’m Going

Σκηνοθεσία : Μάικλ Πάουελ & Έμερικ Πρέσμπεργκερ

Με τους : Γουέντυ Χίλερ, Ρότζερ Λίβσεϋ, Πάμελα Μπράουν

Ελληνικός τίτλος : Ο δρόμος της καρδιάς της

Διάρκεια : 91’

Έτος Παραγωγής : 1945

Χώρα Παραγωγής : Μ. Βρετανία

Δεν είναι σπάνιο στην ιστορία του σινεμά να ξεπηδάνε αριστουργήματα μέσα από ιδιόμορφες συνθήκες. Στα τέλη του ’44, οι «Τοξότες» (The Archers) – περιμένοντας να βρεθεί Τεχνικόλορ φιλμ – κάνουν ένα διάλειμμα απ’ τον κινηματογράφο προπαγάνδας του Πολέμου. Ο τελευταίος υπάρχει μόνο σαν μακρινός, ακαθόριστος αχός σε αδιόρατο φόντο, σε τούτο το αντισυμβατικό ρομάντζο που εκτυλίσσεται στις επιβλητικές Εβρίδες. Ένα μεταφυσικό love story που επιβεβαιώνει την διαρκή απομάκρυνσή τους απ’ την ρεαλιστική παράδοση του βρετανικού σινεμά. Το IKWIG (όπως το αποκαλούσαν οι ίδιοι, απηχώντας την κέλτικη ντοπιολαλιά του), συνιστά ένα φιλοσοφικό σχόλιο για τον υλισμό (μια προσπάθεια να υπενθυμίσουν στο κουρασμένο απ’ τον πόλεμο κοινό τους για ποιο λόγο είχε αγωνιστεί τόσο σκληρά) – σε συνέχεια της προβληματικής του «Α Canterbury Tale», με το οποίο παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες.

Ηρωίδα είναι μια γυναίκα της πόλης που μεταγγίζεται σε ένα αρχέγονο περιβάλλον και έρχεται αντιμέτωπη με τις βεβαιότητές της (την κοσμοθεωρία του δυτικού ανθρώπου) που καταρρέουν σταδιακά, η μία μετά την άλλη. Η αποφασιστική και ισχυρογνώμων Τζόαν Γουέμπστερ (Γουέντυ Χίλερ), θα χρειαστεί χρόνο για να αφυπνιστεί (επί της ουσίας να ανακαλύψει την αυτο-αναιρετική της φύση) απέναντι στις υλιστικές επιδιώξεις. Αντιστέκεται μέχρις ότου τα γεγονότα – και τα συναισθήματα που επί μακρόν διατηρεί σε καταστολή – στραγγίξουν και την τελευταία ικμάδα πάλης μέσα της.


Η πρωταγωνίστρια παίρνει «τον μεγάλο δρόμο» για το απομακρυσμένο νησί του Κιλόραν (έναν τόπο τόσο φανταστικό και μυστηριώδη όσο το Brigadoon), για να παντρευτεί εκεί. Πάντα υπάρχει όμως κίνδυνος να «ξεστρατίσει» κι ας δηλώνει μια ζωή πως «ξέρει που πηγαίνει»! Στο τελευταίο εμπόδιο πριν τον τελικό προορισμό μένει καθηλωμένη στην άκρη μιας προβλήτας εξαιτίας μιας σφοδρής κακοκαιρίας, γνωρίζει έναν άνετο τύπο, τον Τόρκιλ ΜακΝηλ (Ρότζερ Λίβσεϋ) και μια άλλη «τρικυμία» ξεσπά – αυτή τη φορά στην καρδιά της.

Η ιστορία των Πάουελ και Πρέσμπεργκερ μιλάει για τον αληθινό πλούτο και το πως αυτός ανιχνεύεται όταν η ζωή συναντά την αγάπη και η μοίρα ανατρέπει τα σχέδια των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας λαϊκούς μύθους και παραδόσεις και ένα μαγευτικό τοπίο μέσα στο οποίο αιχμαλωτίζει ένα παραμύθι βυθισμένο σε ένα πλέγμα αμφίσημων (φυσικών και αισθητικών) συμβολισμών. Η ερμηνεία της Χίλερ είναι σαρωτική (θεατρική ηθοποιός αυτή, σπάνια έκανε ταινίες) : αν και (συχνά) «ανυπόφορη», σε κερδίζει βαδίζοντας ψηλαφητά προς την αυτογνωσία. Στον αντίποδα, ο Λίβσεϋ είναι ευγενής κι ανεπιτήδευτος, εξοικειωμένος με το περιβάλλον, μ’ αυτή την βαθιά φωνή και την ήρεμη (κι ασίγαστη) σοφία που γίνονται καθρέφτης της απερισκεψίας της ηρωίδας.


Το φιλμ εκκινεί ως αμερικάνικο screwball με μια σουρεαλιστική σεκάνς ονείρου, σαν αυτές που σχεδίαζε ο Νταλί (η ενόραση του γάμου ως ζευγάρωμα με ένα βιομηχανικό μεγαθήριο, με την ηρωίδα ως «πτώμα» σε νυφικό μέσα σε μια πλαστική θήκη και η υποβλητική απεικόνιση της διέλευσής της από την Σκωτία με τα βουνά να μεταμορφώνονται σε ένα γιγάντιο κιλτ και το τρένο να εισέρχεται σε τούνελ σε ένα στρατηγικό (σεξουαλικά) σημείο κάτω από το τελευταίο, που συμβολίζει το πέρασμά της προς νέες και άγνωστες αναζητήσεις), συνεχίζοντας σε νατουραλιστικό ύφος με μια διάχυτη αίσθηση μεταφυσικού. Το τοπίο – αρχικώς ασυναίσθητα – επιδρά στον ψυχισμό της. Περιμένει να διασχίσει μια κοσμική πύλη – αντ’ αυτού βρίσκει μια γη διαποτισμένη με μυστικισμό, που κατοικείται απ’ την δική της λογική.

«Stranger in a strange land» (όπως και η ηρωίδα του «Μαύρου Νάρκισσου»), μεταμορφώνεται από την εμπειρία της επαφής με το μέρος. Όπως και στην σεξπηρική «Τρικυμία», τα φυσικά στοιχεία υπονομεύουν και (εντέλει) αναδιατάσσουν ακόμα και την πιο επιμελώς σχεδιασμένη ζωή. Η σκηνοθεσία συνδέει (προσεκτικά) την ισχυρή θέληση αυτής της γυναίκας με την καταπιεσμένη της φύση που στη συνέχεια αναστατώνεται απ’ την αλληλεπίδραση με τη μεταφυσική του χώρου. Η σύγκρουση ανάμεσα στον χαρακτήρα και το τοπίο εξελίσσεται μέσα σε ένα υπερβατικό (ή και υπερφυσικό) πλαίσιο που αποτρέπει κάθε νεοεισελθόντα απ’ την επίτευξη των δεδηλωμένων στόχων του. Ενώ η αντρική φιγούρα (ενσάρκωση του ίδιου του τοπίου – οι ντόπιοι αποκαλούν τον Τόρκιλ… «Κιλόραν») παραλληλίζεται με το σύμπαν που την περιβάλλει και τα φυσικά φαινόμενα που εκδηλώνονται.

Η πρώτη ρομαντική επαφή ανάμεσα στους δύο- ένα αναμμένο τσιγάρο που αλλάζει χέρια σ’ αντικριστά παράθυρα κι ο καπνός του ανακατεύεται με τη βραδινή ομίχλη. Μια ολονύχτια κέλτικη γιορτή, ένα αιφνίδιο βλέμμα και μια ερωτική εξομολόγηση υπό τους στίχους ενός παραδοσιακού τραγουδιού, η σκιά μιας «κατάρας» και η δύναμη του έρωτα που θα την ξορκίσει, ένα φιλί-τελευταία επιθυμία που μοιάζει με δοκιμασία αυτοελέγχου ή επιβεβαίωση μπροστά στην κρίσιμη απόφαση. Το τοπίο ξέρει τα αδύνατα σημεία της ηρωίδας (όπως και το τι πραγματικά θέλει) καλύτερα απ’ την ίδια. Της σαρώνει απ’ το χέρι το σχεδιάγραμμα της διαδρομής με ένα φύσημα του ανέμου, ένδειξη πως η μοίρα της βρίσκεται πλέον στα χέρια της φύσης. Όταν κάνει μια ευχή στον «θεό» που βρίσκεται στο ταβάνι του δωματίου της, ακολουθεί κοντινό με τη γλώσσα του τελευταίου βγαλμένη έξω κοροϊδευτικά. Καθώς ηττάται στην απεγνωσμένη προσπάθεια να φτάσει στο Κιλόραν, η θάλασσα παίρνει το νυφικό της.

Μόνο όταν πάψει να επιθυμεί τον γάμο με κάποιον που δεν αγάπα, η φύση – ως έκφραση μιας καταπιεσμένης σεξουαλικότητας που λαχταρά να απελευθερωθεί – καταλαγιάζει. Οι εξάρσεις των φυσικών στοιχείων αντιπροσωπεύουν τις εσωτερικές αναταράξεις της ηρωίδας. Η ανταριασμένη θάλασσα πίσω από ένα παράθυρο, οι κουρτίνες που σαλεύουν, οι τρεμάμενες σκιές και οι αντανακλάσεις του φωτός στους τοίχους λες και το σκηνικό βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και αναστάτωση, όλα μαρτυρούν πως αρχέγονες δυνάμεις έχουν εισβάλλει ακόμα και στους πιο ερμητικά κλειστούς χώρους. Προσπαθεί διαρκώς να καθησυχάζει τον εαυτό της σε στιγμές αμφιβολίας (θυμίζει διαβούλευση με μια αντανάκλαση το εγχείρημα), σαν να θέλει να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της ή να υπενθυμίσει στην ίδια ότι βρίσκεται στον πραγματικό κόσμο (καθώς παραμένει ανοικτή και ευάλωτη στις πλέον δονκιχωτικές της επιθυμίες). Άλλωστε, το φιλμ εκκινεί ακριβώς απ’ αυτήν την βαθιά (και ειρωνική) αντίφαση του τίτλου του : δεν συνιστά παρά μια ωδή στη γοητεία του αβέβαιου.

Η μάχη με την θαλάσσια δίνη του Corryvreckan (σεκάνς ανθολογίας αυτή), συμπυκνώνει όλη την προβληματική (μοραλιστική, μυθολογική και φυσιολατρική) του φιλμ : το σχήμα της θυμίζει απειλητικό αιδοίο, καθώς η ηρωίδα – παρακάμπτοντας τις βαθύτερες επιθυμίες της – επιχειρεί, σε μια ύστατη απόπειρα, να περάσει απέναντι, στο Κιλόραν. Το φυσικό φαινόμενο μετατρέπεται τότε σε (εξωτερικό) σύμβολο της εσωτερικής της δίνης, σε μια εμπειρία θέασης που μπορεί να συγκριθεί (όχι στο μέσο, αλλά στην ένταση) μόνο με την ανάγνωση του «Maelström» του Πόε (δύσκολο να πιστέψεις πως το σκηνικό στήθηκε σε μια δεξαμενή στο Ντένχαμ, χρησιμοποιώντας ζελατίνη αντί για νερό και κάμερα υψηλής ταχύτητας για ρεαλιστικότερη αίσθηση του φαινομένου, εμπνευσμένο απ’ τη σεκάνς του χωρίσματος της Ερυθράς Θάλασσας στην βωβή βερσιόν των «Δέκα Εντολών» του ΝτεΜίλ). Η σχέση της ηρωίδας με το τοπίο βαθαίνει καθώς εξελίσσεται η δική της με τον Τόρκιλ, και μόνο ως σημάδι ενσωμάτωσής της σε αυτό (αλλά και εσωτερικής ολοκλήρωσης) μπορεί να εκληφθεί.

Η αγάπη απευθύνεται σε πρόσωπα (όχι σε τίτλους). Ο (μεγιστάνας βιομήχανος) μνηστήρας της ηρωίδας – που ο θεατής δεν βλέπει ποτέ (όπως και το Κιλόραν) – στο τέλος του φιλμ έχει γίνει «απρόσωπος» για κείνην. Ή, απλά, έχει γίνει ο Τόρκιλ πολύ πραγματικός. Η καλοσύνη αυτού του περίεργου ξένου θρυμματίζει το σκληρό εξωτερικό της περίβλημα και η ενστικτώδης ανταπόκριση στο γοητευτικό κάλεσμα του τοπίου, κερδίζει. Τα αθέατα στοιχεία του φιλμ εμπλουτίζουν τα θεατά, αποκαλύπτοντας πολλά για τους χαρακτήρες, χωρίς να καταφεύγουν στην ευθεία έκθεσή τους. Σαν λαϊκό παραμύθι, το φιλμ κεντά την ιστορία του με τα κομμάτια άλλων ιστοριών. Οι «Τοξότες» δεν υπήρξαν ποτέ επαναστάτες, βρίσκονταν όμως πάντοτε σε αρμονία με την εποχή τους. Κανένα φιλμ αυτής της περιόδου δεν συλλαμβάνει τόσο άψογα την διάχυτη περιφρόνηση απέναντι σε κείνους που είχαν επωφεληθεί απ’ τον πόλεμο (δες την εικόνα των ντόπιων για τον βιομήχανο στις διηγήσεις τους) και την αποφασιστικότητα να δημιουργηθεί ένας καινούργιος, πιο δίκαιος κόσμος (η μεταστροφή-πνευματική καθοδήγηση της Τζόαν από τον Τόρκιλ).

Τo σκωτσέζικο mantraτα λεφτά δεν είναι το παν») απέναντι στον αγγλικό συντηρητισμό και την κενοδοξία. Ο Τόρκιλ είναι ο παραδοσιακός άρχων-γαιοκτήμονας του νησιού που πολεμάει για την πατρίδα του, αλλά αναγκάζεται λόγω ένδειας να νοικιάσει τον τίτλο του (το κληρονομικό, αναφαίρετο δικαίωμά του) στον πλούσιο (τον μνηστήρα της Τζόαν). Εκείνος και οι φίλοι του δεν σέβονται την κουλτούρα και τον τόπο που τους φιλοξενεί. Ο Τόρκιλ όμως σέβεται τις παραδόσεις και τον αδάμαστο καιρό των νησιών, ευτυχής που ζει εντός των ορίων τους. Και η Τζόαν ερωτεύεται και τον άντρα και τον τρόπο ζωής που αυτός αντιπροσωπεύει.

Ερωτευμένος με το σκηνικό των Εβρίδων (αλλά και με την Πάμελα Μπράουν – την Κατριόνα του φιλμ – στα γυρίσματα) στο οποίο επέστρεφε μετά από κάθε ταινία για να «χαθεί» σε ατελείωτους περιπάτους, ο Πάουελ κινηματογραφεί μια ιστορία θεμελιωμένη στο μυστήριο που αναδίδει ο τόπος, αιχμαλωτίζοντας (με αρωγό την ποιητική φωτογραφία του Έρβιν Χίλιερ) το ένα αριστουργηματικό κάδρο μετά το άλλο. Ανακατεύοντας το ρομάντζο με τη φαντασία και προσθέτοντας ημι-ντοκιμαντερίστικο ύφος (και υλικό) δημιουργεί κάτι πλήρως διαχρονικό και μοντέρνο, πλέκοντας έναν ιστό μύθου και επιβλητικού συμβολισμού γύρω απ’ την κεντρική αναζήτηση της ανακάλυψης του Εαυτού.

Ίσως το γλυκύτερο και σαγηνευτικότερο – παρά την φαινομενική του απλότητα – φιλμ που θα έκανε ποτέ (πιο πολύ κι απ’ τον ένδοξο εξπρεσιονισμό των «Κόκκινων Παπουτσιών» και των «Παραμυθιών του Χόφμαν»). Στο φινάλε, οι δύο πρωταγωνιστές αναδύονται «καθάριοι» από τις δοκιμασίες που έχουν υποστεί, σαν τους εραστές στον Μαγικό Αυλό. Η αγάπη και η αλήθεια είναι αυτές που διαφεντεύουν τη μέρα : με τρεις αυλήτες να προπορεύονται καθώς η ηρωίδα – με περήφανο βηματισμό – οδεύει προς εκείνον που λαχταρά η καρδιά της, μόνο τυχερός θα ένιωθε κανείς εάν υπήρχαν και σήμερα τέτοιοι δημιουργοί στο σινεμά που να μπορούν να υπερασπιστούν με τόση ειλικρίνεια και τιμιότητα τις προθέσεις τους…

I know where I’m going

And I know who’s going with me

I know who I love

And my dear knows who I’ll marry

(«Είθε ο παλμός σου να ακολουθεί πάντα την καρδιά σου»)




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑