Reviews Jauja (Land of Plenty)

16 Ιουλίου 2017 |

0

Jauja (Land of Plenty)

Σκηνοθεσία: Λισάντρο Αλόνσο

Με τους: Βίγκο Μόρτενσεν, Γκίτα Νέρμπι, Βίλμπγεργκ Μάλινγκ Άγκερ

Διάρκεια: 109΄

Χρονιά: 2014

Η Jauja (προφέρεται Xάουχα) παρουσιάζεται ως επίγεια Shangri-La, ως μυθολογική γη της αφθονίας και της ευτυχίας, μια ουτοπία που ενισχύει το στοιχείο του μύθου που την περιβάλλει. Ο μύθος θέλει βέβαια και όλους όσους την αναζήτησαν (για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη της) στην πορεία να έχασαν, κάπου εκεί έξω, τον δρόμο τους. Οι εισαγωγικοί υπέρτιτλοι του φιλμ, παραπέμπουν σε είδος παρόμοιο με το Αγκίρε, η μάστιγα του Θεού. Όμως το ελλειπτικό γουέστερν του αργεντινού Λισάντρο Αλόνσο με φόντο την αχανή και αφιλόξενη γη της Παταγονίας, σκόπιμα αγνοεί τα υλιστικά (σκηνογραφικά και μη) μέσα και παραγκωνίζει τον μύθο και το δυνητικά σουρεαλιστικό μελόδραμα που πρωτογενώς αναπτύσσεται γύρω από το θέμα του, για να ερμηνεύσει με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο το αίνιγμα του πολιτισμού. Αν και σε πρώτο επίπεδο μοιάζει χωρίς πλοκή (με ελάχιστες ουσιώδεις αφηγηματικές μετατοπίσεις), εν τούτοις η εντύπωση είναι παραπλανητική. Στο εναρκτήριο ταμπλό, η παραμικρή λεπτομέρεια – όσο περιστασιακή ή ασήμαντη κι αν φαντάζει – διαδραματίζει καίριο ρόλο σε όσα πρόκειται να ακολουθήσουν.

Στην Παταγονία του 19ου αιώνα, ένας Δανός μηχανικός (Βίγκο Μόρτενσεν) που έχει κληθεί να βοηθήσει τον στρατό της Αργεντινής στον βίαιο εποικισμό της περιοχής, ενδεδυμένος βαριά και άκαμπτη στολή, καθισμένος πλάτη στον θεατή, σκύβει στο πλευρό της κόρης του (Βίλμπγεργκ Μάλινγκ Άγκερ) που στέκει στραμμένη προς την κάμερα. Η κόρη περιγράφει την επιθυμία της να αποκτήσει έναν σκύλο – έναν που θα την ακολουθεί παντού, που θα ζει μονάχα για κείνην. Τριάντα λεπτά αργότερα στο φιλμ, ο ήρωας θα έχει μεταβληθεί ακριβώς σε αυτό, εγκαταλείποντας την αποστολή του και ακολουθώντας τα ίχνη της τελευταίας σε μια τυφλή και αγωνιώδη αναζήτηση στην ενδοχώρα, που παράλληλα εξελίσσεται και σε ένα βαθιά υπαρξιακό ταξίδι για τον ίδιο.

Δεν είναι απλά ζήτημα αλληγορίας ή συμβολισμού. Θα εμφανιστούν και άλλα – πραγματικά – σκυλιά επί της οθόνης, ένα εκ των οποίων θα οδηγήσει τον πρωταγωνιστή σε μια σπηλιά όπου – σε μια μαγευτική σκηνή που παραπέμπει στο Interstellar του Νόλαν – ζει μια γυναίκα (Γκίτα Νέρμπι) η οποία θα μπορούσε να αποτελεί και την… γερασμένη εκδοχή της κόρης του. Αλλά θα εμφανιστεί – προς το τέλος του φιλμ – και η τωρινή, σύγχρονη εκδοχή της κόρης του (με άλλο όνομα, εκείνο της πραγματικής πρωταγωνίστριας). Ένα από τα σκυλιά της τελευταίας υποφέρει από μια περίεργη και ιδιόμορφη «νευρική πάθηση», όπως αποδεικνύεται. Που προέρχεται από το γεγονός πως η αφεντικίνα του εξαφανίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα…

Η ταινία αποκτά σάρκα και οστά μέσα σε μια αέναη, ποιητική ροή παράξενων και μυστηριωδών (αντι)μεταθέσεων και μεταμορφώσεων. Σαν κάτι που μοιάζει να πηγαίνει πέρα από τα όρια ενός (επιτηδευμένα) νεορεαλιστικού ύφους με το οποίο συνήθως ταυτίζεται το φερόμενο και ως Αργό Σινεμά, το δύσκολο βλέμμα του σκηνοθέτη αιχμαλωτίζει στο φακό εκείνο το απατηλό, ονειρικό αμάλγαμα που συνδιαλέγεται με την υποκειμενικότητα του χρόνου, αλλά και της αντίληψης γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις. Χρησιμοποιώντας μια ακίνητη, ψυχρή, στοχαστική κάμερα-μάτι (και ένα …μικρόφωνο-αυτί) θυμίζει – όπως και το προγενέστερο, αριστουργηματικό Tabu (2012) του Μιγκέλ Γκόμες – ένα σινεμά στο οποίο η σημαντικότητα και η ιστορικότητα του τοπίου διαπλέκεται με τη μαγική διάσταση και τις μεταμορφώσεις του μύθου.

Το Jauja είναι ένα φιλμ που υπηρετεί το κάδρο – και τι κάδρο: ένα σαγηνευτικό (σπάνιο, αν μη τι άλλο) 1.33:1 με τις στρογγυλεμένες, δίχως φόντο, γωνίες του. Τα πλάνα του διαθέτουν σχεδόν πρωτόγονη απλότητα, σαν να πρόκειται για τελείως βασικές συνθέσεις, ενώ η κατασκευασμένη αίσθηση που αποπνέουν τα κοστούμια εποχής σε αντιδιαστολή με το τραχύ σκηνικό παραπέμπει σε ταινία του βωβού. Εύκολα μπορείς να φανταστείς τις συγκεκριμένες φιγούρες σε μια τρεμόσβηστη, ασπρόμαυρη οθόνη.

Προσπερνώντας κάθε νατουραλιστικό πρότυπο, η σκηνοθετική προσέγγιση του Αλόνσο χρησιμοποιεί συστηματικά μεγάλα διαστήματα μεταξύ των πλάνων που αιχμαλωτίζουν τις μοναχικές φιγούρες στο τοπίο (πολλές λήψεις του εκκινούν όπως τα ασάλευτα κάδρα ή οι νεκρές φύσεις του Παρατζάνοφ) ή και αντιστρόφως, κάποιες φορές «εγκαλεί» τις φιγούρες αυτές όλες μαζί – αποπνέοντας μια κάπως κωμική αίσθηση – σε ένα στατικό κάδρο. Η φωτογραφία του διαθέτει μια πλούσια, χρωματικά μεθυστική παλέτα και τα απότομα cut μοιάζουν με αιφνίδιες μεταβάσεις από έναν κόσμο (ονείρου ή μη αδιάφορο) σε έναν άλλο.

Αυτή η έντονη, εμφατικά χρωματισμένη αντίστιξη (αρχικώς) και αντίθεση (εν συνεχεία) που προκαλείται από την σποραδική τοποθέτηση της ανθρώπινης φιγούρας στο επίκεντρο μιας σειράς συσχετισμών που διαμορφώνονται από την αντιπαράθεση ενός αρχετυπικού, παράξενα «γυμνού» και χωρίς διακριτά χαρακτηριστικά φυσικού τοπίου με τον τεχνολογικό πολιτισμό, θυμίζει λίγο το Days of Heaven (1978) του Τέρενς Μάλικ. Υπ’ αυτό το πρίσμα, μπορεί κανείς να διακρίνει τον μεγάλο, εκτός κάδρου άξονα στον οποίο κινείται το Jauja στο παρασκήνιο: εκείνον μιας αντικρουόμενης εθνικής ταυτότητας που διχάζεται ανάμεσα στη ρομαντική διάθεση και τη νοσταλγική λαχτάρα για τη φιγούρα του γκάουτσο και την – όχι λιγότερο έντονη – επίδραση της ευρωπαϊκής κουλτούρας (μια τάση που ευρέως απαντιέται, ας πούμε, στα γραπτά του Μπόρχες).

Φήμες θέλουν το σοκ από τη δολοφονία ενός καλού του φίλου, να στάθηκε η αφορμή για το σκηνοθέτη να γυρίσει αυτή την παραισθησιογόνα σπουδή πάνω στη θλίψη και την απώλεια. Χωρίς να έχω δει άλλες ταινίες του, πλην της αμέσως προηγούμενης – εκείνου του ιδιαίτερου και άκρως εσωτερικού Liverpool (2008) – και χωρίς να αποκλείω την πιθανότητα να παραδοθεί ο συγκεκριμένος στο μέλλον σε μεταμοντερνισμούς ή και στα κελεύσματα διαφόρων μανιερισμών, οφείλω να παραδεχτώ πως το Jauja ή «Γη της Αφθονίας» (που είναι το πρώτο του φιλμ με επαγγελματίες ηθοποιούς), υπεισέρχεται σε έναν ρέοντα, σχεδόν αβίαστο διάλογο με ορισμένες δομικές μορφές και παραδόσεις του κινηματογράφου.

Υπάρχει η εξωτερική «μορφή» του γουέστερν: η εμμονική αναζήτηση του πρωταγωνιστή για την κόρη του παραπέμπει σε εκείνη του Τζον Γουέην για την Νάταλι Γουντ στην Αιχμάλωτο της Ερήμου (1956). Θα μπορούσε κανείς να αντιπαραβάλλει την κινηματογράφηση του τοπίου της Παταγονίας με τις εικόνες του Φορντ από την Μόνιουμεντ Βάλλεϋ. Πέρα όμως από τους όρους με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτή η «αναπαράσταση», ο Αλόνσο διεισδύει και στον πυρήνα του είδους: σκαλίζει με (κινηματογραφική) συνέπεια και υπομονή την εύθραυστη επιφάνεια ενός υπό διαμόρφωση πολιτισμού στον οποίο παραμένει αμφιλεγόμενη η διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο, το ήμερο και το άγριο, την επιθυμία και την καταπίεση. Εξ ου και η αιχμή για αιμομικτικές τάσεις ανάμεσα σε πατέρα και κόρη (ένας υπαινιγμός που «πλανιέται» επίσης και στο Liverpool), μια αίσθηση «ατέλειας» και «ασφυξίας» που προκαλείται από τις επιταγές της ηθικής και του νόμου και η οποία τροφοδοτεί (συχνά με αδηφάγο τρόπο) την πραγματικότητα με όλη τη δύναμη της φαντασίας που μπορεί να διαθέτει κανείς.

Είναι κι ένα φιλμ που φέρνει (σε στιγμές) στο νου τον Αλεχάντρο Χοντορόφσκι – λιγότερο σουρεαλιστικό, μα εξίσου προκλητικό στις βασικές του γραμμές. Αυτό που εντυπωσιάζει στο Jauja, είναι ο τρόπος με τον οποίο αργά και μεθοδικά «ξεστρατίζει» από φιλμ (αρχικά και φαινομενικά) αντρικού υποκειμενικού βλέμματος σε (εν τέλει) καθολική, ζωντανή φαντασίωση ενός νεαρού κοριτσιού (σαν να πρόκειται για τα σουρεαλιστικά ψήγματα ενός Μπουνιουελικού έργου).

Στην τελική «στροφή» από το παρελθόν στο παρόν κι από το όνειρο στην πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης δεν παρέχει καμία λύση για το αφηγηματικό παζλ που στήνει: παραμένει εγγύτερα στο μαχητικά άλυτο αίνιγμα του Παζολινικού Οιδίποδος Τυράννου (1967), έτερου φιλμ που απεικονίζει έναν επισφαλή πολιτισμό τον οποίο διαχρονικά διατρέχει το σκοτεινό, υπόγειο ρεύμα ενός βαρβαρικού μύθου. Όταν ο Παζολίνι και ο Αλόνσο – μέσα από τη διαχείριση του φιλμικού χρόνου – εναλλάσσουν ή αποδομούν τον ιστορικό χρόνο, είναι επειδή δεν τους ενδιαφέρουν οι κοινότοπες εξηγήσεις που συνοδεύουν το μυστήριο της αφήγησης. Αυτός είναι ο τρόπος τους για να σκάψουν, ακόμα βαθύτερα, στα αινίγματα της πραγματικότητας…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑