Indignados

Σκηνοθεσία: Τόνι Γκάτλιφ

Παίζει: Ιζαμπέλ Βεντρέλ Κορτές

Διάρκεια: 90’

Αν σας θυμίζει κάτι ο τίτλος της ταινίας που σήμανε την επίσημη έναρξη του φετινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, ορθώς σας το θυμίζει. Η λέξη αυτή και πιο συγκεκριμένα, το εννοιολογικό φορτίο που απέκτησε πριν από κάποιους μήνες, αποτελεί τον πυρήνα της ταινίας του Τόνι Γκάτλιφ. «Αγανακτισμένοι» λοιπόν, αγανακτισμένος και ο σκηνοθέτης, γενικότερα μεγάλη αγανάκτηση. Ιερό κείμενο και σημείο αναφοράς της κινηματογραφικής αυτής αγανάκτησης, το βιβλίο του συγγραφέα, διπλωμάτη και στοχαστή Στεφάν Έσσελ, με τίτλο (τι άλλο;) «Αγανακτήστε!». Σε πάμπολλα μάλιστα σημεία, φράσεις από τον εν λόγω βιβλίο εμφανίζονται στην οθόνη με τη μορφή έντονων κόκκινων μεσότιτλων, φέρνοντας στο νου ταινίες του όψιμου Γκοντάρ.

Βλέποντας την ταινία στην πρόσφατη Μπερλινάλε, μου είχε φανεί περίεργο το ότι δεν συμπεριλήφθηκε στην υπό-κατηγορία των ντοκιμαντέρ του τμήματος «Panorama», όπου και συμμετείχε. Αυτή τη στιγμή, μου φαίνεται υπέρμετρα fiction για να ανοίγει ένα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ. Αυτή η φαινομενική μετατόπιση μάλλον αποτυπώνει και το πλέον ουσιώδες και άλυτο πρόβλημα του «Indignados», το οποίο αντί να ισορροπήσει μεταξύ τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας, καταλήγει να ακροβατεί σε ένα κενό μεταξύ των δύο ειδών. Με μία απόχη ρεαλισμού, ο Γκάτλιφ κυνηγά την πραγματική… πραγματικότητα για να την κινηματογραφήσει, προσπαθεί να συλάβει την αλήθεια εν τη γενέση της. Εν τέλει, η αλήθεια ξεγλιστρά σαν άμμος μέσα από τα χέρια γιατί μεταβάλλεται διαρκώς και ο Γκάτλιφ ξεφορτώνεται την απόχη και μένει μία φτιαχτή αλήθεια, την οποία και οικειοποιείται, ελλείψει άλλης.

Η απαρχή μοιάζει βιβλική, μία πρωτόπλαστος που ψάχνει τον παράδεισο για να ανακαλύψει ότι αυτός έχει σφραγιστεί με λουκέτο. Πάνω σε ένα, προσχηματικό σχεδόν, άξονα μυθοπλασίας, ο Γκάτλιφ φτιάχνει ένα κολάζ ντοκιμαντερίστικων εικόνων. Δύσκαμπτο ως μυθοπλαστικά, φτερό στον άνεμο ως τεκμηρίωση. Τα αίτια της ευρωπαϊκής παρακμής (θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ο Λαρς Φον Τρίερ να γύριζε μία νέα τριλογία για την ευρωπαϊκή καθίζηση ή έστω το «Europa 2») θα επιχειρήσει να ψηλαφίσει ο Γκάτλιφ, όχι όμως παραγωγικά αλλά εν τέλει μάλλον τηλεγραφικά, όπως περίπου οι μεσότιτλοι που κατακλύζουν την οθόνη. Το μαρτύριο των ανθρώπων που δεν υφίστανται καν ως υπάρξεις, που κινούνται σαν σκιές μεταξύ αμπαριών, παγκακίων και κέντρων κράτησης που ομοιάζουν με στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μπορεί να είναι ποτέ φωτογενές, μοιάζει να μας λέει ο αγαπητός Τόνι και έχει δίκιο. Με ποιο σκεπτικό τότε και για ποιον λόγο η αντίδραση έχει κατοχυρώσει το δικαίωμα να είναι όμορφη και θελκτική, μοιάζοντας με βόλτα στο πάρκο; Μήπως όλο αυτό το ευχάριστο στο μάτι θέαμα είναι ένας άλλος τρόπος, πιο έμμεσος και πλάγιος για να διώξουμε την ασχήμια πιο πίσω, εκεί που δεν φαίνεται; Queridos Indignados, indignarse no es suficiente.

Μολαταύτα, ορισμένα πλάνα στην αρχή, γέννησαν κάποιες ελπίδες, κατέδειξαν κάποιες πιθανές δραματουργικές διεξόδους. Η ασφυκτική κινηματογράφηση της γραφειοκρατικής δυσκαμψίας μέσα από αγχωτικές γωνίες λήψης. Η αίσθηση πως οι όποιες φρούδες ελπίδες λιώνουν σε καγκελόπορτες και τοίχους. Η συνέχεια ήταν δυστυχώς αποκαρδιωτική, καθότι δεν άργησε να αναλάβει τα ηνία ο ανέξοδος και αδιέξοδος ψευτό-λυρισμός. Οι ποιητικές ή συμβολικές εικόνες που προσπαθούν να επιβληθούν, -όσο κι αν ακούγεται παράδοξη η διατύπωση- δια της βίας, έχουν ήδη σκοτώσει κάθε ποίηση μέσα τους. Για να το θέσουμε επιεικώς, καταλήγουν να φουσκώνουν υπερβολικά και να εκρήγνυνται από την εκβιαστική πρεμούρα να γίνουν ακόμη πιο ποιητικές, ακόμη πιο συμβολικές.

Μέσα σε όλα αυτά, είναι απαραίτητο να γίνει μία μικρή αναφορά στη συνεχή επίκληση της «μη βίας» στη διάρκεια της ταινίας, ως όπλου στα χέρια του εκκολαπτόμενου «κινήματος». Η χρήση της μη βίας έχει ξεπατικωθεί από το δόγμα που πρέσβευσε και ακολούθησε πιστά ο Γκάντι, η ηγετική και εξέχουσα μορφή του ινδικού αντί-αποικιοκρατικού αγώνα εναντίον των Άγγλων κατακτητών. Αυτό που ίσως θα έπρεπε να θυμίσει κανείς στους επίδοξους Γκάντι της εποχής μας είναι ότι η Μεγάλη Ψυχή (αυτό σημαίνει το προσωνύμιο «Μαχάτμα») ναι μεν δεν ήταν διατεθειμένη να αφαιρέσει καμία ζωή για τον σκοπό της, ήταν όμως διατεθειμένη να υπομείνει κάθε μαρτύριο και να πεθάνει για αυτόν. Μόνο λοιπόν σε τέτοιο πλαίσιο και σε τέτοιες συνθήκες, αποκτά νόημα και υπόσταση η χρήση της μη βίας. Όταν δηλαδή ο φορέας της είναι πρόθυμος να δεχτεί ο ίδιος μία σαρωτική δύναμη βίας, την οποία θα απαλείψει και θα ακυρώσει με την ανυποχώρητη στάση του, με την άτεγκτη επιμονή του παρά τα χτυπήματα που δέχεται. Αυτά τα ολίγα για την πραγματική και ουσιαστική μη βία. Στην περίπτωση της ταινίας μας, δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από ένα βολικότατο τσιτάτο, το οποίο δένει άψογα με μία «επαναστατική» δράση που κινείται στα όρια μεταξύ ευχάριστου χόμπι και επίσκεψης σε ψυχοθεραπευτή.

Υγ: κάποιος πρέπει να αναλάβει τα έξοδα νοσηλείας του Γκάτλιφ, σε κάποια εξειδικευμένη κλινική αποτοξίνωσης από το φλαμένγκο. Όχι, δεν κολλάει παντού και πάντα μία σκηνή φλαμένγκο, κάποιες φορές μάλιστα, δεν κολλάει καθόλου.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑